«Η Θυσία των Παρθένων στη Σύγχρονη Βαβυλώνα»: Το σκάνδαλο μαστροπείας ανηλίκων στη βικτωριανή Βρετανία
Ένα σκάνδαλο του 1885 αποκάλυψε ένα οργανωμένο δίκτυο εκμετάλλευσης ανήλικων κοριτσιών στη βικτωριανή Αγγλία, οδηγώντας σε αλλαγές στη νομοθεσία — χωρίς όμως να λογοδοτήσουν οι ισχυροί
Μπορεί το σκάνδαλο του κυκλώματος του καταδικασμένου μαστροπού ανηλίκων Τζέφρι Έπσταϊν να συντάραξε τον διεθνή Τύπο, όμως παρόμοιες ιστορίες έχουν συμβεί ακόμη και πολύ πριν από τη σύγχρονη εποχή. Η εικόνα μοιάζει σημερινή: αποκαλύψεις για ένα δίκτυο ισχυρών ανδρών, ανήλικα κορίτσια στο στόχαστρο, κοινωνική κατακραυγή και αιτήματα για δικαιοσύνη. Κι όμως, αυτή η υπόθεση δεν εκτυλίσσεται στον 21ο αιώνα, αλλά στη βικτωριανή Αγγλία — σε ένα σκάνδαλο που σόκαρε την εποχή του και ανέδειξε πόσο δύσκολο είναι να λογοδοτήσουν οι ισχυροί.
Στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκονται τα ίδια τα κορίτσια και οι γυναίκες που βίωσαν την εκμετάλλευση. Το καλοκαίρι του 1885, μια σειρά αποκαλυπτικών άρθρων στην αγγλική εφημερίδα Pall Mall Gazette, με τον τίτλο «The Maiden Tribute of Modern Babylon» [«Η Θυσία των Παρθένων στη Σύγχρονη Βαβυλώνα»], έφερε στο φως ένα οργανωμένο σύστημα εμπορίας και κακοποίησης ανηλίκων. Η αντίδραση ήταν άμεση: κύμα οργής, μαζικές κινητοποιήσεις, χιλιάδες υπογραφές και μια τεράστια συγκέντρωση στο Hyde Park του Λονδίνου.
Υπό αυτή την πίεση, το Κοινοβούλιο αναγκάστηκε να δράσει και προχώρησε σε αλλαγή του νόμου, ανεβάζοντας την ηλικία συναίνεσης από τα 13 στα 16. Τα τεκμήρια εκείνης της περιόδου φυλάσσονται σήμερα στη Women’s Library του London School of Economics.
Μια αποκάλυψη που δεν ήρθε τυχαία
Τα δημοσιεύματα δεν εμφανίστηκαν από το πουθενά. Ήταν το αποκορύφωμα μιας μακράς εκστρατείας για την προστασία των ανηλίκων, που μέχρι τότε «σκόνταφτε» στη Βουλή. Υπήρχε μάλιστα η διάχυτη υποψία ότι κάποιοι από τους ίδιους τους πολιτικούς είχαν λόγους να μπλοκάρουν τη νομοθεσία. Ορισμένοι αντίπαλοι του νόμου έφταναν στο σημείο να λένε ότι τέτοιες ρυθμίσεις θα έβαζαν σε κίνδυνο ακόμη και τους δικούς τους γιους.
Σε αυτό το αδιέξοδο, οι ακτιβιστές στράφηκαν στον δημοσιογράφο Γουίλιαμ Τόμας Στιντ. Μαζί με τη φεμινίστρια Ζοζεφίν Μπάτλερ και μέλη του Salvation Army, ξεκίνησαν μια έρευνα από πρώτο χέρι: επισκέψεις σε οίκους ανοχής, καταγραφή μαρτυριών, ακόμη και μια ακραία πράξη — η «αγορά» της 13χρονης Ελίζα Άρμστρονγκ, η οποία στάλθηκε στη Γαλλία για να αποδειχθεί ότι η διακίνηση παιδιών ήταν καθημερινή πρακτική.
«Τι φρίκη αντικρίσαμε», έγραφε η Μπάτλερ σε προσωπική της επιστολή.
Το «σκάνδαλο του Λονδίνου»
Τα άρθρα περιέγραφαν με ωμό τρόπο πώς λειτουργούσε ο μηχανισμός εκμετάλλευσης: ποιοι στρατολογούσαν τα κορίτσια, πώς κατέληγαν σε οίκους ανοχής, ποιοι εμπλέκονταν στην «πιστοποίηση» της παρθενίας τους και ποιοι φρόντιζαν τα τραύματά τους. Ένα ολόκληρο σύστημα, οργανωμένο και επικερδές.
Η υπόθεση ταξίδεψε γρήγορα εκτός Βρετανίας, βαφτίστηκε «το σκάνδαλο του Λονδίνου» και γέννησε φήμες για ισχυρά ονόματα. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, κυκλοφορούσαν πληροφορίες ότι επιφανείς άνδρες σύχναζαν στα σπίτια της διαβόητης Μαίρη Τζέφρις, ενώ εφημερίδες μιλούσαν ακόμη και για εμπλοκή αριστοκρατών και βασιλικών προσώπων, μεταξύ αυτών και του Λεοπόλδου Β΄ του Βελγίου.
Η κοινωνική πίεση οδήγησε στην ψήφιση του Νόμου Τροποποίησης Ποινικού Δικαίου μέσα σε λίγες εβδομάδες. Εκτός από την αύξηση της ηλικίας συναίνεσης, θεσπίστηκαν νέα αδικήματα για τη διακίνηση και τη λειτουργία οίκων ανοχής.
Ωστόσο, οι ρυθμίσεις δεν ήταν άμοιρες προβλημάτων. Σε αρκετές περιπτώσεις τιμωρούσαν περισσότερο τις ίδιες τις γυναίκες παρά τους εκμεταλλευτές τους. Επιπλέον, μια τροπολογία του βουλευτή Χένρι Λαμπουσέρ ποινικοποίησε τις συναινετικές σχέσεις μεταξύ ανδρών — διάταξη που χρησιμοποιήθηκε αργότερα για την καταδίκη του Όσκαρ Ουάιλντ.
Η δικαιοσύνη που δεν ήρθε ποτέ
Παρά το μέγεθος του σκανδάλου, οι πραγματικοί υπεύθυνοι δεν λογοδότησαν. Οι μόνοι που κατέληξαν στη φυλακή ήταν ο Στιντ και οι συνεργάτες του — για την υπόθεση της Ελίζα Άρμστρονγκ. Αντίθετα, οι άνδρες που φέρονταν να εκμεταλλεύονται ανήλικα κορίτσια δεν διώχθηκαν ποτέ.
Τι δείχνει αυτή η ιστορία σήμερα
Η υπόθεση φωτίζει τρία βασικά ζητήματα που παραμένουν επίκαιρα:
Οι ισχυροί συχνά έχουν τη δυνατότητα να εμποδίζουν ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις.
Τα θύματα κινδυνεύουν να στιγματιστούν ή να αγνοηθούν, ενώ η ευθύνη μετατοπίζεται μακριά από τους δράστες. Μάλιστα, ο βουλευτής Τσαρλς Χόπγουντ είχε υποστηρίξει ότι τα κορίτσια της εργατικής τάξης «ήξεραν τι έκαναν».
Οι θεσμοί μπορεί να συγκαλύπτουν αντί να αποκαλύπτουν: αστυνομικοί δωροδοκούνταν, δίκες περιορίζονταν και βασικοί μάρτυρες φιμώνονταν.
Στο τέλος, η μοναδική φιγούρα που πλήρωσε πραγματικά ήταν μια γυναίκα, η Μαίρη Τζέφρις. Οι άνδρες που κινούσαν τα νήματα δεν αντιμετώπισαν συνέπειες.
Το συμπέρασμα είναι σαφές: χωρίς πίεση, διαφάνεια και ουσιαστική λογοδοσία, ακόμη και τα μεγαλύτερα σκάνδαλα μπορούν να ξεθωριάσουν χωρίς δικαιοσύνη. Και πάνω απ’ όλα, αν δεν ακουστούν οι φωνές των θυμάτων, η ιστορία τείνει να επαναλαμβάνεται.
Η Γεωργία Νταγάκη μας προσκαλεί την Παρασκευή 24 Απριλίου σε ένα μουσικό ταξίδι που συμπυκνώνει 20 χρόνια δημιουργικής πορείας, αναζήτησης και εξέλιξης.