Ο λόγος που φέρει την ονομασία Παναθηναϊκός υπήρξε το κύκνειο άσμα του Ισοκράτη. Ο ίδιος αναφέρει ότι ξεκίνησε να τον γράφει σε ηλικία ενενήντα τεσσάρων ετών και ότι τον ολοκλήρωσε τρία χρόνια αργότερα, στα ενενήντα επτά του. Σε αυτό το τελευταίο σύγγραμμά του ο κορυφαίος ρήτορας καταπιάνεται με τρία θέματα, που η μεταξύ τους οργανική σύνδεση δεν είναι παντού αντάξια της εξαιρετικής φήμης του: τον έπαινο της αθηναϊκής πολιτείας, την παρουσίαση του σημαντικού προσωπικού του έργου και το καίριο ζήτημα του ιδανικού πολιτεύματος.
Στο προοίμιο του λόγου του, ο Ισοκράτης, αποχαιρετώντας την ενεργό συγγραφική δράση, προβαίνει σε μια συνολική αποτίμηση του βίου και του έργου του, στο οποίο –όπως ο ίδιος ισχυρίζεται– κεντρική ιδέα ήταν τα συμφέροντα τόσο της πόλης του όσο και των άλλων Ελλήνων. Στο πλαίσιο της αναδρομικής αυτής αφήγησης ο ρήτορας βρίσκει την ευκαιρία να διατυπώσει τις απόψεις του για τους «πεπαιδευμένους», δηλαδή για το ποιους θεωρεί μορφωμένους ανθρώπους.
Στη συνέχεια ο Ισοκράτης στρέφει την προσοχή του στην πόλη της Αθήνας, έχοντας την πρόθεση να την εγκωμιάσει για τη δύναμή της και τα κατορθώματά της, αλλά και να αναδείξει τις ευεργεσίες της προς τους άλλους Έλληνες. Η μέθοδος που ακολουθεί για να αποδείξει την ορθότητα των θέσεών του συνίσταται στη σύγκριση της Αθήνας με το αντίπαλον δέος, τη Σπάρτη. Κατά τη δική του αντίληψη, ήταν δίκαιο να επαινείται η Αθήνα, που είχε προσφέρει πολλά καλά στους άλλους, και όχι η Σπάρτη, που ενδιαφερόταν μόνο για τα συμφέροντά της.
Οι Αθηναίοι –υποστηρίζει ο Ισοκράτης– ήταν εκείνοι που πρωταγωνίστησαν στους Περσικούς Πολέμους και υπήρξαν οι κύριοι συντελεστές των ελληνικών κατορθωμάτων τής τότε περιόδου. Επίσης, ήταν εκείνοι που φρόντισαν για τα ελληνικά ζητήματα με πολύ μεγαλύτερη μετριοπάθεια και πραότητα. Κοντολογίς, η Αθήνα, κατά την άποψη του Ισοκράτη, πρόσφερε στους Έλληνες πολύ περισσότερες υπηρεσίες από όσες οι Λακεδαιμόνιοι.
*Στη φωτογραφία του παρόντος άρθρου, έκδοση του «Παναθηναϊκού» του Ισοκράτη (εισαγωγή – μετάφραση – σχόλια Ευάγγελου Πανέτσου, επιμέλεια έκδοσης Ευάγγελου Παπανούτσου, εκδόσεις Ζαχαρόπουλου, 1957).