Οι ρήτορες των πανηγυρικών της ημέρας θα καταπονήσουν πάλι τη γλώσσα τους, για να τιμήσουν την επέτειο της Εθνικής Παλιγγενεσίας.
Το Εικοσιένα —θα μας πουν— δεν είναι πια, ή δεν είναι μόνο, μια σειρά πολεμικών γεγονότων που είχαν, ύστερ’ από πολλές διακυμάνσεις, αίσιο πολιτικό αποτέλεσμα. Έχει ήδη περάσει στη σφαίρα των συμβόλων και για τη συνείδηση του Έθνους ενσαρκώνει μιαν υψηλή ιδέα. Από κείνες που όταν τις στερηθούν οι λαοί πεθαίνουν από ηθικήν ασφυξία.
Αυτή την ιδέα την εξήγησαν οι πολεμάρχοι του Αγώνα με την απλή γλώσσα τους, τη διακήρυξαν μέσα στο σύνταγμα της νέας πολιτείας οι νομοθέτες μας, την τραγούδησαν οι ποιητές μας. Ξεσηκώθηκαν —έτσι δήλωσαν όλοι— επειδή δεν μπορούσαν να υποφέρουν πια «την Τυραγνία και την Αδικία» που περισσότερο από την πείνα και τη γύμνια εξανδραποδίζουν τον άνθρωπο. Έπληξαν τον Τούρκο, γιατί αυτός είχε βάλει στον τράχηλό τους το διπλό ζυγό της καταισχύνης: «την Τυραγνία και την Αδικία». Ελευθερία ζήτησαν και Δικαιοσύνη· όχι τη μια μόνο, αλλά και τις δυο μαζί, τη μια διά της άλλης, επειδή τα δεινά της βάναυσης υποτέλειας τέσσερων αιώνων τούς είχαν διδάξει ότι οι δύο έννοιες είναι αλληλένδετες, συναντώνται και αδελφώνονται μέσα στην ιδέα της Ισοπολιτείας, όπως το τονίζει ο αρχαίος σοφός:
«Εμείς και οι δικοί μας, αφού όλοι γεννηθήκαμε αδέλφια από μια μητέρα, δεν ανεχόμαστε ούτε δούλος ούτε κύριος να είναι ο ένας του άλλου· αυτή η κατά φύσιν ισογονία μάς επιβάλλει να ζητούμε ισονομία κατά νόμον, και σ’ ένα μόνο να δίνομε το προβάδισμα, σ’ εκείνον που διακρίνεται για την αρετή και τη φρόνησή του» (Πλάτων).
Θα μας πουν ακόμα οι ρήτορες της ημέρας ότι το Εικοσιένα συμβολίζει και ένα άλλο ζευγάρι εννοιών: τη Λεβεντιά και την Αυτοθυσία. Άστραψε και πάλι τότε η ελληνική Λεβεντιά και αγιάστηκε με τον πόνο της Θυσίας. Παράδειγμα: οι νέες Θερμοπύλες — το Μεσολόγγι. Για τον γενναίο, όταν κλείνονται όλοι οι άλλοι δρόμοι, μια υπάρχει πλέον έντιμη διέξοδος: το ολοκαύτωμα. Εκεί οδηγεί η άγρυπνη συνείδηση του χρέους.
«Τιμή σ’ εκείνους όπου στη ζωή των όρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες. Ποτέ από το χρέος μη κινούντες» (Καβάφης).
Όλα αυτά ορθά και λαμπρά. Αλλά το μάθημα δεν πρέπει να τελειώνει εδώ. Ας μας επιτραπεί να το συμπληρώσομε.
Σύμβολα σαν το Εικοσιένα δεν είναι μόνο φορείς εννοιών, αλλά κάτι περισσότερο, κάτι παραπάνω: κανόνες ζωής, μέτρα για να μετριούνται οι πράξεις. Το αισθανόμαστε άραγε και έτσι; Είμαστε αποφασισμένοι να τιμήσομε και αυτή τη διάστασή του; Τότε πρέπει να σταθούμε με ευλάβεια μπροστά στις εικόνες των Πατέρων που το σφράγισαν με το αίμα τους, και να παρουσιάσομε με ειλικρίνεια τους λογαριασμούς μας για το πώς αξιοποιήσαμε τις θυσίες τους, πώς εκτελέσαμε τη διαθήκη τους. Χτίσαμε την ελεύθερη και δίκαιη πατρίδα που εκείνοι οραματίσθηκαν; Μετατρέψαμε την ισογονία κατά φύσιν σε ισονομία κατά νόμον; Δώσαμε στον αδύνατο τη δύναμη του νόμου για να στέκεται απέναντι στον δυνατό με αμείωτη την υπερηφάνειά του; Σεβαστήκαμε το δικαίωμα του πολίτη να λογαριάζεται πάντα και μόνο σαν άνθρωπος; Τι πραγματοποιήσαμε; Τι παρανοήσαμε; Τι καταπατήσαμε από τις υποθήκες τους; Όλα να τα πούμε: τις μωρίες της επιπολαιότητάς μας, τις παραλείψεις της αμελείας μας, τις δολιότητες της πονηριάς μας.
Να εξομολογηθούμε με παρρησία τα λάθη μας. Γιατί «όταν λέγονται τα λάθη μας, τότε κάνουν λιγότερα οι μεταγενέστεροι και γινόμαστε κι’ εμείς έθνος» (Μακρυγιάννης).
Αυτός θα ήταν ο καλύτερος εορτασμός της 25ης Μαρτίου. Ο τιμιότερος και ο πιο αποτελεσματικός. Τι να τους κάνομε τους πανηγυρικούς;
Το τι πιστεύει κανείς, το διαβάζομε ίσως στα λόγια του.
Το τι αξίζει όμως, κρίνεται από τις πράξεις του.
*Κείμενο του Ευάγγελου Παπανούτσου, που έφερε τον τίτλο «Ο καλύτερος εορτασμός» και είχε δημοσιευτεί στο πρωτοσέλιδο του «Βήματος» την Κυριακή 25 Μαρτίου 1973.
Ο Ευάγγελος Παπανούτσος
Ο Παπανούτσος (1900-1982), ο ακαδημαϊκός και εξέχων κοινωνικός δάσκαλος, βρέθηκε επί εξήντα και πλέον χρόνια στην πνευματική πρωτοπορία του τόπου, στις επάλξεις του αγώνα για την πνευματική εξύψωση και την ηθική αναμόρφωση των Ελληνίδων και των Ελλήνων, αφήνοντας ανεξίτηλη τη σφραγίδα της προσωπικότητάς του στην ελληνική παιδεία και στην ελληνική διανόηση.
Αν ανταποκρινόμαστε στα λάθη που όλοι μας κάνουμε με ηρεμία, αν τα αναλύουμε, μαθαίνουμε από αυτά και προσαρμοζόμαστε αναλόγως, μπορούμε να μετατρέψουμε τις αποτυχίες σε νίκες
Το χαμένο δραματικό ειδύλλιο «Ο μαγεμένος βοσκός», που ο Σπυρίδων Περεσιάδης έγραψε το 1909 παρουσιάζεται μέσα από τη σύγχρονη, λυρική ανάγνωση του Γιάννη Σκουρλέτη.