Η κυβέρνηση δεν ήταν ούτε έτοιμη από πλευράς σχεδιασμού ούτε αποφασισμένη από πολιτικής απόψεως να μεταβάλει ουσιωδώς την εκπαιδευτική πραγματικότητα της χώρας μας εντός της τρέχουσας θητείας της

Σε άρθρο μας που έφερε τον τίτλο «Μάχη ιδεών» και είχε δημοσιευτεί στη στήλη των Απόψεων του in.gr πριν από ένα εξάμηνο –για την ακρίβεια, στις 27 Μαΐου 2022– αναφέρονταν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

«Είναι προφανές ότι η παρούσα κυβέρνηση, προεξάρχοντος ασφαλώς του πρωθυπουργού, δεν υπήρξε μέχρι τώρα αρκούντως αποφασιστική, αρκούντως τολμηρή αν θέλετε, όσον αφορά τις βαθιές τομές που θα έπρεπε να κάνει στα εκπαιδευτικά πράγματα της χώρας, ώστε να περάσουμε επιτέλους σε μια πραγματικά νέα εποχή, σε ένα μορφωτικό περιβάλλον που θα θυμίζει τις προηγμένες κοινωνίες της Δύσης και όχι τη μίζερη εκπαιδευτική πραγματικότητα που βιώνουμε τις τελευταίες δεκαετίες.

Ανάλογες καθυστερήσεις –θυμίζω– σημειώθηκαν επίσης στο μείζονος σημασίας ζήτημα της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών, καθώς και στη συγκρότηση και τη λειτουργία των Ομάδων Προστασίας Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων, ευρέως γνωστών ως Πανεπιστημιακής Αστυνομίας.

Σε κάθε περίπτωση, είναι παρήγορο το γεγονός ότι ο πρωθυπουργός, όπως συνάγεται από τα λεγόμενά του, δεν αντιμετωπίζει το κρισιμότατο αυτό θέμα ως ένα απλό διαχειριστικό πρόβλημα, που θα μπορούσε να επιλυθεί με ήσσονος σημασίας επεμβάσεις και διορθωτικές κινήσεις.

Αντίθετα, κάνει λόγο για μια μεγάλη ιδεολογική μάχη, από την έκβαση της οποίας –θα προσέθετα εγώ– θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό όχι μόνο η τύχη της κυβέρνησής του αλλά και της ελληνικής κοινωνίας εν γένει.

Θα καταφέρει άραγε η κυβέρνηση τους επόμενους μήνες να πείσει την ελληνική κοινωνία, τουλάχιστον την πλειονότητα αυτής, ότι οι μεταρρυθμίσεις στην τριτοβάθμια –και όχι μόνο– εκπαίδευση αποτελούν εθνική αναγκαιότητα;

Θα καταφέρει να αντέξει στις σφοδρές επιθέσεις που είναι βέβαιο ότι θα δεχτεί από όλες σχεδόν τις άλλες πολιτικές δυνάμεις;

Θα καταφέρει να υπερισχύσει στην αναμέτρησή της με τις νοσηρές αντιλήψεις και τον στερεότυπο τρόπο σκέψης που κυριαρχούν στην ελληνική εκπαίδευση των μεταπολιτευτικών χρόνων;

Φρονώ ότι η κάθε άλλο παρά εύκολη αυτή αποστολή μπορεί να εξελιχθεί στο σημαντικότερο προσωπικό στοίχημα που θα κληθεί να κερδίσει ο Μητσοτάκης καθ’ όλη τη διάρκεια της πρωθυπουργικής θητείας του».

Αυτά, λοιπόν, είχαμε γράψει πριν από έξι μήνες για τις ισχνές επιδόσεις της κυβέρνησης στον εκπαιδευτικό τομέα, με αφορμή την τότε παρουσίαση του νέου νομοσχεδίου για τα πανεπιστήμια από την υπουργό Παιδείας και τη συνακόλουθη (την επόμενη κιόλας ημέρα) σχετική τοποθέτηση του ίδιου του πρωθυπουργού σε συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου.

Κάναμε λόγο, όχι τυχαία ασφαλώς, για το σημαντικότερο, το κρισιμότερο προσωπικό στοίχημα του Μητσοτάκη κατά τη διάρκεια της τρέχουσας πρωθυπουργικής θητείας του.

Και τούτο, επειδή θεωρούσαμε –και εξακολουθούμε βεβαίως να θεωρούμε– ότι η μετάβαση σε ένα εκπαιδευτικό και ευρύτερα μορφωτικό περιβάλλον που θα ανοίγει νέους δρόμους και δε θα ανακυκλώνει τα αδιέξοδα και τη μιζέρια που βιώνουμε τις τελευταίες δεκαετίες, είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να μπει επιτέλους η χώρα μας σε ασφαλή τροχιά κοινωνικής και οικονομικής ανάπτυξης.

Δυστυχώς, στο εξάμηνο που παρήλθε δεν είδαμε από την κυβέρνηση, και προσωπικά τον πρωθυπουργό, τόλμη και αποφασιστικότητα όσον αφορά τη διαχείριση των εκπαιδευτικών πραγμάτων, αλλά μια σαφώς αναβλητική τακτική ενόψει και των επερχόμενων εθνικών εκλογών.

Ένα χθεσινό δημοσίευμα της «Καθημερινής» επιβεβαίωσε πλήρως την εντύπωσή μας αυτήν. Η ατομική αξιολόγηση των περίπου 150.000 ελλήνων εκπαιδευτικών, σύμφωνα με το πρωτοσέλιδο ρεπορτάζ της εφημερίδας, μετατίθεται ακόμη μια φορά, αφενός επειδή το όλο εγχείρημα παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσκολίες (καθυστέρηση στις διαδικασίες ανάδειξης και επιμόρφωσης των αξιολογητών) και αφετέρου επειδή αναμένονται σχεδόν μετά βεβαιότητας αντιδράσεις (κομμάτων της αντιπολίτευσης, συνδικαλιστών κ.ά.), και δη σε προεκλογική περίοδο.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες της «Κ», και εφόσον βεβαίως το όλο ζήτημα δεν παραπεμφθεί στις ελληνικές καλένδες, η διαδικασία της αξιολόγησης θα μπορούσε να μετατεθεί στο επόμενο σχολικό έτος ή, στην καλύτερη περίπτωση, να πραγματοποιηθεί σε «δόσεις», αρχής γενομένης από την τρέχουσα σχολική χρονιά, την ερχόμενη άνοιξη.

Σε κάθε περίπτωση, η εκ νέου αναβολή της ατομικής αξιολόγησης των καθηγητών, σε συνδυασμό με την ατολμία που είχε παρατηρηθεί και στο ζήτημα της αξιολόγησης των σχολικών μονάδων, φανερώνει ότι η κυβέρνηση δεν ήταν ούτε έτοιμη από πλευράς σχεδιασμού ούτε αποφασισμένη από πολιτικής απόψεως να μεταβάλει ουσιωδώς την εκπαιδευτική πραγματικότητα της χώρας μας εντός της τρέχουσας θητείας της.

Τούτου δοθέντος, ύψιστη προτεραιότητα του νυν πρωθυπουργού, εφόσον βεβαίως λάβει εκ νέου από την ελληνική κοινωνία την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης εντός του 2023, πρέπει να είναι η εκ βάθρων ανασυγκρότηση του εκπαιδευτικού μας συστήματος, σε όλες τις βαθμίδες του, χωρίς δισταγμούς και χωρίς καθυστερήσεις.

Οι καιροί ου μενετοί, αξιότιμε κύριε πρωθυπουργέ. Αυτό ακριβώς είχαμε υπογραμμίσει και σε ένα άλλο άρθρο μας, πολύ παλαιότερο του προαναφερθέντος. Είχε δημοσιευτεί στις 13 Σεπτεμβρίου 2019, δύο μόλις μήνες αφότου είχατε αναλάβει τα νέα καθήκοντά σας.

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr