Οι «Υποψήφιοι» (2012), μια πολιτική κωμωδία του Τζέι Ρόουτς – πρωτότυπος τίτλος: The campaign (Η (προεκλογική) εκστρατεία) – δεν πήγε πολύ καλά στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες, εν μέρει δικαίως: έβριθε από μπαλαφάρες που, πριν από μια δεκαετία ακόμη, τις θεωρούσαμε «αμερικανιές», παρότι  είναι πλέον τόσο ενσωματωμένες και στη δική μας πολιτική ζωή, ούτως ώστε δεν θα μας ενοχλούσαν σήμερα εξίσου. Σύμφωνα με το στόρι, ένας εγωπαθής γερουσιαστής με τέσσερις θητείες στην καμπούρα του – ο Γουίλ Φέρελ – κατεβαίνει υποψήφιος για πέμπτη φορά και βρίσκεται αντιμέτωπος με το απόλυτο αουτσάιντερ – τον Ζακ Γαλιφιανάκη – που παραδόξως παίρνει προβάδισμα στις δημοσκοπήσεις. Οι δύο υποψήφιοι, τόσο ως χαρακτήρες όσο και ως παρουσίες, είναι τα άκρα αντίθετα: υψηλόσωμος κι επιβλητικός ο Φέρελ, τυπικός WASP (White Anglo-Saxon Protestant: Λευκός Αγγλοσάξονας Προτεστάντης), με αναμενόμενη «σιδερωμένη» πολιτική ρητορική· βραχύσωμος και υπέρβαρος ο Γαλιφιανάκης, εκκεντρικός, με αθυρόστομο δημόσιο λόγο που πολύ απέχει, αν δεν υποσκάπτει ανοιχτά την αμερικανική πολιτική ορθότητα (κάτι που ο συγκεκριμένος ηθοποιός θα αναδείξει ως στοιχείο της καλλιτεχνικής του persona και στην κατοπινή του καριέρα).

Οι υποψήφιοι επιχειρούν να ανταποκριθούν στα άχαρα προεκλογικά τους καθήκοντα: συναντούν εκπροσώπους κοινωνικών τάξεων, συνδικαλιστικών φορέων κι εθνοτικών μειονοτήτων καταβάλλοντας υπεράνθρωπες προσπάθειες, αν όχι να τους κολακέψουν (που είναι ο ψηφοθηρικός τους στόχος), τουλάχιστον να μην τους προσβάλλουν. Σε μια από αυτές τις «επιχειρήσεις γοητείας», μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες, επιδίδονται κυριολεκτικά σε έναν αγώνα δρόμου, ποιος θα προλάβει να φιλήσει πρώτος ένα τρισχαριτωμένο μωρουδάκι. Ο Γαλιφιανάκης προηγείται με διαφορά στήθους κι εκτός εαυτού ο Φέρελ ετοιμάζεται να τον γρονθοκοπήσει. Ο Γαλιφιανάκης σκύβει (είναι και κοντός), με αποτέλεσμα η μπουνιά του Φέρελ να καταλήγει στο σαγόνι του μπέμπη: πάντα σε απευθείας τηλεοπτική μετάδοση. Ο υπεύθυνος της προεκλογικής εκστρατείας του Φέρελ, σε πλήρη απόγνωση, σπάει το κεφάλι του να βρει με ποιον τρόπο θα μπορέσουν να δικαιολογήσουν ένα τέτοιο «έγκλημα καθοσίωσης» και ο Φέρελ προτείνει με ειλικρινές παράπονο: «Θέλει να μάθει κανένας πόσο πόνεσε η γροθιά μου από το σιδερένιο σαγόνι του μωρού;».

Η αιφνίδια εισαγωγή στον «Ευαγγελισμό» της Φώφης Γεννηματά και η παρεπόμενη αποχώρησή της από την προεκλογική κούρσα για την προεδρία στο Κίνημα Αλλαγής έπεσαν – όπως έχουμε στερεότυπα συνηθίσει να λέμε – ως «κεραυνοί εν αιθρία» στο πολιτικό σκηνικό της χώρας. Αφενός ανέδειξαν μιαν άλλη διαχρονική πικρή αλήθεια -«ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης» -, αφετέρου προέβαλαν τόσο την ανθρώπινη διάσταση της προέδρου του ΚΙΝΑΛ όσο και των συνυποψήφιών της: η ίδια – μέσω του εκπροσώπου της – διευκρίνισε ότι, παρά την αποχώρησή της, θα εγγυηθεί την ενότητα του Κινήματος έως την εκλογή νέου προέδρου, ενόσω οι συνυποψήφιοί της έστειλαν τις θερμότερες ευχές τους για την ταχεία ανάρρωσή της και «πάγωσαν» μέχρι νεωτέρας κάθε προεκλογική τους δραστηριότητα. «Δεν μου κάνει καρδιά», όπως έγραψε χαρακτηριστικά στο Twitter ο Ανδρέας Λοβέρδος. Οι καλόπιστοι έσπευσαν να συγχαρούν τον Λοβέρδο για την ανθρωπιά του και οι κακόπιστοι διερωτήθηκαν για ποιο λόγο να κοινοποιήσει κανείς κάτι ανάλογο στο Twitter.

Από τη σχετικά σύντομη μα άκρως διαφωτιστική εμπλοκή μου με την ενεργό πολιτική, μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι πολλοί συμπολίτες μας – ίσως οι περισσότεροι – δεν πιστεύουν ότι οι πολιτικοί έχουν καν ανθρώπινη διάσταση. Για την ακρίβεια, πρεσβεύουν ότι οι πολιτικοί είχαν κάποτε κάποια ανθρώπινη διάσταση, όπως λίγο-πολύ όλοι οι υπόλοιποι, αλλά απεκδύθηκαν αυτής την αποφράδα ημέρα που αποφάσισαν να εμπλακούν στην ενεργό πολιτική, με τον ίδιο περίπου μηχανικό τρόπο που κρεμάμε τα ρούχα μας στα αποδυτήρια. «Στην πολιτική δεν έχεις φίλους», θα τους έχετε ακούσει να λένε. Τα επιχειρήματά τους δεν είναι για πέταμα – και πλείστες όσες φορές «βγαλμένα από τη ζωή». Πόσοι πολιτικοί σε όλα τα κομματικά στρατόπεδα δεν δοκίμασαν την επώδυνη εμπειρία, ύστερα από τη διαγραφή τους, να σιγήσει το τηλέφωνό τους και ν’ αλλάζουν πεζοδρόμιο τα χθεσινά «φιλαράκια» τους; Πόσοι δεν υπέστησαν απίστευτους εξευτελισμούς, λοιδορίες, συκοφαντίες και προσβολές από εκείνους που μέχρι πρότινος «έπιναν νερό» στο όνομά τους; Ολα αυτά και άλλα χειρότερα… -για να περιοριστούμε στα δημοκρατικά καθεστώτα. Στις δικτατορίες σού φέρονται συνήθως σπλαχνικότερα· σε απαλλάσσουν από τα ψυχικά τραύματα με μια σφαίρα.

Ο συνήγορος του διαβόλου θα αντιτείνει πως οι συμπολίτες μας μεροληπτούν. Στο κάτω-κάτω της γραφής, τι διαφορετικό πράττουν οι πολιτικοί, σε ποιο αδίκημα υποπίπτουν που δεν υποπίπτουν οι συμπολίτες; Δεν είναι η υποκρισία αναπόσπαστο μέρος της κοινωνικής σύμβασης; Δεν στέλνουμε τις ευχές μας για τα γενέθλιά του στο αφεντικό μας που κατά βάθος απεχθανόμαστε, δεν χαρίζουμε το πιο πλατύ μας χαμόγελο σε όποιον δεν προλαβαίνουμε να αποφύγουμε στον δρόμο; – «φτου, γαμώ το, με είδε»… Τα κατά συνθήκην ψεύδη είναι συνυφασμένα με την καθημερινότητά μας – για ποιο λόγο οι πολιτικοί μας θα έπρεπε να εξαιρούνται του κανόνα και να υπερίπτανται των μικροτήτων; Στον «Ψευταρά» (1997) του Τομ Σάντιακ (ένα λογοπαίγνιο στον αγγλικό τίτλο που δεν αποδίδεται στα ελληνικά: το liar (ψεύτης) συνηχεί με το lawer (δικηγόρος)) ο Τζιμ Κάρεϊ σπέρνει τον όλεθρο υποδυόμενος έναν μεγαλοδικηγόρο που έχει οικοδομήσει όλη τη σταδιοδρομία του πάνω στο ψέμα και, μετά από μια ευχή του γιου του, ψυχαναγκάζεται για ένα ολόκληρο εικοσιτετράωρο να φέρει εις πέρας μια δύσκολη δίκη λέγοντας μονάχα την αλήθεια. Μια κοινωνία που θα απαρτιζόταν αποκλειστικά από φιλαλήθεις θα ήταν κυριολεκτικά ανυπόφορη· χώρια που θα τιναζόταν εκ θεμελίων στον αέρα και η πιο στοιχειώδης πολιτική ορθότητα.

«Μπορεί», θα επανέλθει ο συμπολίτης μας δριμύτερος, «να υποχρεώνομαι κάπου-κάπου στον στενό μου κύκλο να υποκρίνομαι κάτι που δεν αισθάνομαι, αλλά δεν στέλνω και δελτίο Τύπου με τα κροκοδείλιά μου δάκρυα· δεν επιδεικνύω στο Πανελλήνιο την υποκρισία μου». Να με συμπαθάτε πολύ, αλλά αυτή δεν συνιστά διαφορά ηθικής στάσης· συνιστά διαφορά κύκλων. Ο πολιτικός, με δεδομένο τον ευρύτερο «κύκλο εργασιών» του και ακόμη πιο δεδομένη την απαξιωτική στάση απέναντί του αναρίθμητων ανθρώπων που τυχαίνει να μη γνωρίζουν τίποτε για τον ίδιον αλλά σιχαίνονται το κόμμα του, προσέχει δύο και τρεις φορές περισσότερο τα ρούχα του προκειμένου να «έχει τα μισά», ίσως και λιγότερα από τα μισά, όσα του χρειάζονται τέλος πάντων για να (επαν)εκλεγεί. Εκτεθειμένος στις κάμερες νυχθημερόν, δίνει ασυγκρίτως πιο πολλές εξετάσεις «δημόσιου ήθους» και κινδυνεύει να απορριφθεί ισοβίως για ψύλλου πήδημα, να πληρώσει όχι μονάχα τα δικά του σπασμένα, αλλά και των άλλων. Είναι στη φύση όλων μας η ανθρωπιά· και η απανθρωπιά, παρεμπιπτόντως.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr