Πηγαίνοντας από το Παρίσι στο Νανσί – με το περίφημο TGV, την υπερταχεία που πιάνει τριακόσια είκοσι χιλιόμετρα την ώρα – δοκίμασα την πιο ευχάριστη έκπληξη του μήνα. Με καλεί στο κινητό η κόρη μου. Το σηκώνω, ξεκινάμε το μπλαμπλάδισμα, στη δεύτερη φράση ο απέναντι μου ρίχνει ένα σκαιότατο βλέμμα. Η διπλανή μου κάτι λέει στα γαλλικά, που δεν καταλαβαίνω, ηχεί ωστόσο εντόνως αποδοκιμαστικό. «Νίκη μου, θα σε πάρω αργότερα» ψελλίζω και το κλείνω. «Δεν μιλάμε στο τηλέφωνο μέσα στο τρένο» μου εξηγεί στα αγγλικά ο τρίτος μου συνεπιβάτης στο κουπέ. «Ούτε και στα εστιατόρια μιλάμε, σου το λέω απλώς για να το ξέρεις…» συμπληρώνει. «Συγγνώμη» απολογούμαι. «Μπράβο σας!» συμπληρώνω. Μένουν ανέκφραστοι, τα συγχαρητήριά μου δεν τους αφορούν.

Ετσι και κάποιος, πεθαμένος πριν από το 1990, ανασταινόταν στην Ελλάδα του 2021, θα νόμιζε ότι οι άνθρωποι στους δρόμους έχουν τρελαθεί. Μη διακρίνοντας τα κινητά στις τσέπες τους, τα μικροσκοπικά ακουστικά στα αφτιά τους, θα τους αντίκριζε να περπατούν και να παραμιλούν. Και να χειρονομούν συχνά στον αέρα. Βαδίζοντας ανάμεσά τους θα βομβαρδιζόταν από θραύσματα συνδιαλέξεων, φιλικών, επαγγελματικών, ενίοτε και ερωτικών. Κουτσομπολιά, καβγάδες, παζαρέματα και σιρόπια. Μπαίνοντας στο μετρό, θα διαπίστωνε πως κάθε βαγόνι αποτελεί ένα τηλεφωνικό κέντρο, που η πελατεία του πέφτει σε αμηχανία όποτε ο συρμός περνάει από τούνελ και κόβεται το σήμα. «Πώς είναι δυνατόν να φλυαρούν μέσα στον κόσμο σάμπως να βρίσκονται στην κουζίνα ή στην κρεβατοκάμαρά τους;» θα αναρωτιόταν με το παλαιό, αυστηρό του, ήθος.

Δεν πρόκειται για αναχρονιστική αυστηρότητα. Εάν ένας τοίχος έχει, από καιρό, γκρεμιστεί είναι εκείνος που χώριζε τη δημόσια από την ιδιωτική μας σφαίρα. Εάν ένα μήνυμα έχει περάσει και διαβρώσει την κοινωνία μας είναι ότι όλα – ανεξαιρέτως σχεδόν – μπορούμε, και πρέπει μάλλον, να τα μοιραζόμαστε. Με γνωστούς και με αγνώστους. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν συμβάλει κρίσιμα σε αυτό. Επιδεικνύουμε στις προσωπικές μας ψηφιακές σελίδες παιδιά και σκυλιά. Μοστράρουμε στον καθέναν – ενδιαφερόμενο και μη – το φαγητό που μαγειρέψαμε, το κρασί που ήπιαμε. Μόνο τα κατορθώματά μας στην τουαλέτα τα κρατάμε, προς το παρόν, κρυφά. Ανταμειβόμαστε με «λάικ» και με καρδούλες. Νιώθουμε ότι υπάρχουμε ενώπιον κοινού όχι επειδή πετύχαμε κάτι ευρύτερου ενδιαφέροντος μα επειδή απλώς λιαστήκαμε στην παραλία ή αγοράσαμε ένα καινούργιο ρούχο. Τι θα μας σταματήσει συνεπώς από το τηλεφωνικό λακριντί εν μέση οδώ;

Θυμάμαι μία θεία μου μεγαλωμένη σε «αυλή» – σε ένα από τα συμπλέγματα παραπηγμάτων με κοινόχρηστο αποχωρητήριο, τα οποία αφθονούσαν μεταπολεμικά στις συνοικίες της Αθήνας – να διηγείται πόσο την καταπίεζε που ό,τι και αν έκανες το άκουγαν, το μύριζαν οι γύρω σου. Παντρεύτηκε και μετακόμισε σε πολυκατοικία. Σε ένα μίζερο δυάρι, με τοίχους όμως που εξασφάλιζαν μια σχετική ηχομόνωση. Με πόρτα που κλείδωνε και άφηνε τους γείτονες απέξω. Αυτό το δώρο πρόσφερε στους ανθρώπους η διαβόητη αντιπαροχή: την ιδιωτικότητα.

«Ο άνθρωπος» θα αντιτείνετε ίσως «γεννιόταν και πέθαινε από την παλαιολιθική εποχή εις επήκοον όλων!». Κι ετούτο ακριβώς νοσταλγεί. Δίχως να συνειδητοποιεί πως το να ξεδιπλώνει δημόσια τα πάντα χώρια που τον εκθέτει σε κινδύνους, του στερεί και μέγα μέρος της γοητείας του. Τι είναι η γοητεία; Το ημίφως. Τα μικρά και μεγάλα, αθώα και ένοχα μυστικά μας. Που προκαλούμε τον άλλον – τον άλλον που έχουμε εμείς επιλέξει – να τα ανακαλύψει.

Κοινωνίες που βρίσκονται ένα βήμα μπροστά από τη δική μας στη διαχείριση των νέων τεχνολογιών ήδη αντιδρούν στη γενικευμένη, υποχρεωτική αδιακρισία. Οι φοιτητοπαρέες στη Νέα Υόρκη υποχρεώνουν όποιον, σε κοινή έξοδο για δείπνο, ασχοληθεί πέραν του απολύτως αναγκαίου με το κινητό του να πληρώσει τον λογαριασμό. Θα έρθει, αργά ή γρήγορα, και στην Ελλάδα. Θα ξεπεράσουμε το «χύμα στο κύμα». Θα θέσουμε ξανά τα όριά μας. Τα εν οίκω μη εν δήμω. Και θα είναι απρόσμενα, απερίγραπτα ανακουφιστικό.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr