Είκοσι δύο χρόνια πριν, ένα όμορφο απόγευμα του Οκτωβρίου του 1999, μπροστά από την κεντρική είσοδο της Widener, της μεγάλης βιβλιοθήκης του Χάρβαρντ, συναντούσα έναν επιβλητικό, σχεδόν ασπρομάλλη, μειλίχιο κύριο: ήταν ο Seamus Heaney, ο σημαντικότερος αγγλόφωνος ποιητής της εποχής του. Εντονο, μολονότι αδιόρατα αφηρημένο, το βλέμμα του σε καθήλωνε με την υποβλητική ευφυΐα του. Ακολούθησε μία πολύ ενδιαφέρουσα, για μένα, συζήτηση σε ένα κοντινό καφέ, όπου απέσπασα την υπόσχεσή του να μας μιλήσει τον επόμενο χρόνο για τον Γιώργο Σεφέρη, όπως του είχα προτείνει γραπτώς πριν κάποιους μήνες. Νεαρός επίκουρος καθηγητής τότε στο Χάρβαρντ, ήθελα να αποδώσουμε στον πρώτο έλληνα νομπελίστα ποιητή, του οποίου τα εκατό χρόνια από τη γέννηση θα εορτάζαμε το 2000, τιμή αντίστοιχη με το μέγεθος του έργου του. Ο Seamus, Ralph Waldo Emerson Poet in Residence τότε στο Χάρβαρντ, όπου είχε υπηρετήσει επίσης ως κάτοχος της Εδρας Ρητορικής «Boylston» (από το 1985 μέχρι το 1997), θα ήταν ιδανικός ομιλητής. Στην αρχή ήταν βέβαια διστακτικός. Τον Σεφέρη τον γνώριζε κυρίως ως όνομα, ως έναν σπουδαίο έλληνα ποιητή που είχε, όπως και ο ίδιος, τιμηθεί με το Νομπέλ, αλλά σχεδόν τίποτε περισσότερο, εκτός από κάποια του ποιήματα, όπως, τουλάχιστον, μου εμπιστεύθηκε.

Στην πρώτη εκείνη συνάντησή μας απέσπασε και τη δική μου δέσμευση ότι θα προσπαθήσω να τον βοηθήσω στην εξοικείωσή του με το έργο του Σεφέρη. Σε αρκετές συνομιλίες μας έκτοτε στο Χάρβαρντ διαβάζαμε μαζί και ερμηνεύαμε ποιήματα του Σεφέρη. Από τις μεταφράσεις που του είχα θέσει υπ’ όψιν, προτιμούσε, όχι αδίκως, εκείνη του Rex Warner. Πριν από την ανάλυσή μας κάθε ποιήματος επέμενε να του το διαβάζω πρώτα στα ελληνικά, ώστε να παρακολουθεί, όπως τόνιζε, τον ρυθμό και τον ηχητικό ειρμό του πρωτοτύπου, και μετά ο ίδιος διάβαζε την αντίστοιχη μετάφραση του Warner.

Αρκετές φορές ήθελε να μάθει τις συνυποδηλώσεις, μεταφορικές ή όχι, ελληνικών όρων, ο σημασιολογικός δυναμισμός των οποίων δεν μπορούσε να αποδοθεί στην μετάφραση. Το «Μυθιστόρημα» και το «Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ’» ήταν τα αγαπημένα του σεφερικά έργα. Αν και κατανοούσε τη σπουδαιότητα και της «Κίχλης», την εύρισκε αρκετά κρυπτική. Τα ευρύτερα ιστορικά, πολιτικά και, ενίοτε, αισθητικά περικείμενα των ποιημάτων ήταν επίσης συχνά αντικείμενο των συζητήσεών μας. Ο Seamus άρχισε να εκτιμά βαθιά το έργο του Σεφέρη, αλλά, όπως ανέμενα, τον ενοχλούσε η σιγή που, στην αρχή τουλάχιστον, είχε επιλέξει ο Σεφέρης ως τη δημόσια στάση του έναντι της δικτατορίας. Ο ιρλανδός πολέμιος της αγγλικής αποικιοκρατίας ποιητής, άρχισε να αναθεωρεί τη δική του κριτική της αρχικής εκείνης πολιτικής αδράνειας του Σεφέρη, όταν του ανέλυσα το «Επί ασπαλάθων».

Στις 24 Οκτωβρίου 2000, στην κατάμεστη κεντρική αίθουσα του Κέντρου Ανθρωπιστικών Σπουδών του Χάρβαρντ, ο Seamus – ύστερα από σύντομες εισαγωγές από την Καθηγήτρια Margaret Alexiou, κάτοχο τότε της Εδρας Σεφέρη και μία από τις αισθαντικότερες μελετήτριες του νεοελληνικού πολιτισμού, και εμένα – μίλησε εκτενώς και με σπάνια οξυδέρκεια για τον Σεφέρη. Η ομιλία του συνοδευόταν από δικές του αναγνώσεις μεταφράσεων των σημαντικότερων ποιημάτων που συζητούσε και δικές μου των πρωτότυπων κειμένων. Αρκετούς μήνες μετά, με πολύ μεγάλη χαρά και ικανοποίηση, έλαβα ένα χειρόγραφο από τον Seamus: ήταν το «George Seferis in the Underworld», εν πολλοίς εμπνευσμένο από την εικονοποιία και το θέμα του «Επί ασπαλάθων».

Αργότερα, το 2004, το ποίημα εκείνο δημοσιεύθηκε στο «Τimes Literary Supplement» και ύστερα συμπεριλήφθηκε στην συλλογή του «District and Circle» (2006). Οι συζητήσεις μας για την ποίηση, κυρίως για τον Σεφέρη και τον Καβάφη, τον άλλον αγαπημένο του έλληνα ποιητή, συνεχίσθηκαν μέχρι και έναν χρόνο περίπου πριν τον θάνατό του, στις 30 Αυγούστου 2013.

Μέχρι το τέλος της ζωής του, ο Σέιμους στάθηκε ένας ανιδιοτελής και ενθουσιώδης φιλέλληνας, απαλλαγμένος από αποικιοκρατικές, ουσιοκρατικές ή σχετικές ιεραποστολικές προκαταλήψεις, που με κάθε δυνατό τρόπο στήριζε και τη δική μου προσπάθεια για προβολή του νεότερου ελληνικού πολιτισμού. Θαυμαστής του ελληνικού τοπίου, όπως άλλωστε φαίνεται και σε διάφορα ποιήματά του, κυρίως στα «Σονέτα από την Ελλάδα», αλλά και της ελληνικής ποίησης, από τον Ομηρο, τον Ησίοδο, τον Σοφοκλή, μέχρι τον Καβάφη και τον Σεφέρη.

Αν τα Ηλύσια πεδία – που η υπερβατική φαντασία των ποιητών έχει εφεύρει για να δαμάσει την τραγικότητα του «αγγελικού και μαύρου» φωτός της ζωής και της κατάληξής της – υπάρχουν, ίσως εκεί, κάθε 30ή Αυγούστου από το 2013 και εφεξής, ο Σεφέρης, που κατέβηκε στον κάτω κόσμο πριν ακριβώς πενήντα χρόνια, ακούει τον Χίνι να του απαγγέλλει, με το λεπτό χιούμορ που τον διέκρινε, το «George Seferis in the Underworld», ως παραλλαγή του «Επί ασπαλάθων».

Κι αν όχι, σίγουρα θα έχουν ανταλλάξει χειραψίες ή βλέμματα αμοιβαίας συμπάθειας, αφού, όπως γράφει κάπου ο Ρίτσος, «εύκολα, μεταξύ τους, οι ποιητές αναγνωρίζονται – όχι / από μεγάλα λόγια που θαμπώνουν τους κοινούς, όχι / από ρητορικές χειρονομίες, μόνον από κάτι / ολότελα κοινό με μυστικές διαστάσεις (…)».

Ο Παναγιώτης Ροϊλός είναι καθηγητής Ελληνικών Σπουδών, κάτοχος της Εδρας Γ. Σεφέρη, Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, επιστημονικός εταίρος στο Κέντρο Διεθνών Σχέσεων Weatherhead

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο