Αν το σημερινό σημείωμα ξεφύγει σε κάποιες γραμμές και γίνει προσωπικό, ας μου συγχωρεθεί, αλλά οι πολύτιμες νεανικές και επαγγελματικές συχνά σχέσεις δεν είναι δυνατόν να μηδενιστούν, αφού, μάλιστα, έρχονται στη μνήμη, όταν οι συνοδοιπόροι σε εγκαταλείψουν για να ακολουθήσουν «άμωμοι» την άνω οδό.

Οταν σπούδαζα θέατρο, με δασκάλους τον Δημήτρη Ροντήρη και τον ιστορικό του θεάτρου Γιάννη Σιδέρη, συχνά ο Ροντήρης, ταξιδεύοντας στην Ευρώπη και στην Αμερική για να διδάξει ό,τι τον έκανε μοναδικό, αρχαία τραγωδία, έφερνε στη Σχολή του Ωδείου Αθηνών, όπου σπουδάζαμε, τον μαθητή του Αγγελο Γιαννούλη. Ο καλός εκείνος ηθοποιός δεν δίδασκε, αλλά μας παρακολουθούσε ή έλυνε απορίες. Σκεφτείτε πως κάποτε αναπλήρωνε τον δάσκαλο ο Τάκης Χορν και αρνιόταν να μας «δείξει», υποκαθιστώντας τον μεγάλο δάσκαλο. Οταν τελείωσα τη Σχολή με άριστα, είχα αποφασίσει να μην ασκήσω το επάγγελμα, αλλά να αφοσιωθώ στη θεωρητική του διδασκαλία. Ο Γιαννούλης είχε πλέον δική του δραματική σχολή και με κάλεσε να διδάξω αρχαίο δράμα, πρακτικά κατά Ροντήρη, και θεωρητικά. Ανάμεσα στους μαθητές ήταν κι ένα ψηλόλιγνο αγόρι που έμαθα, συζητώντας, πως καταγόταν από τα χωριά του Δομοκού, μεταξύ Ρούμελης και Θεσσαλίας.

Ο Γιώργος Μεσσάλας

Η πατρίδα του πατέρα μου ήταν ο Δομοκός κι είχα παιδικές αναμνήσεις από διακοπές εκεί, έτσι μου δόθηκε η ευκαιρία να γνωριστώ με τον Γιώργο Μεσσάλα και να εκτιμήσω τις επιλογές του βίου του. Φτωχό παιδί της επαρχίας σπούδαζε θέατρο, πληρώνοντας δίδακτρα, εργαζόμενος στην οικοδομή και σε άλλες εργασίες και πληρωνόμενος με την ώρα. Ηταν το παιδί που δεν έκανε ούτε μία απουσία από τα μαθήματα, και κυρίως τα θεωρητικά, που συνήθως σνομπάρονται από τους επίδοξους «σταρ», πριν ακόμα πάρουν τον πρώτο τους ρόλο.

Ο Μεσσάλας μιμήθηκε τις επιλογές του δασκάλου του Αγγελου Γιαννούλη που για χρόνια ήταν βοηθός του Ροντήρη. Βιοποριζόμενος ως ηθοποιός εργαζόταν στις τότε δημοφιλείς ταινίες των σταρ, της Βουγιουκλάκη, του Φούντα, του Γκιωνάκη, αλλά στην καθαρή θεατρική παιδεία διάλεξε την επίπονη μαθητεία δίπλα στους μεγάλους δασκάλους. Για χρόνια υπήρξε βοηθός σκηνοθέτης του Αλέξη Σολομού, έπαιζε και σε δευτερεύοντες ρόλους, όταν ο Σολομός, φευγάτος από το Εθνικό Θέατρο, δημιούργησε το «Προσκήνιο», αλλά, κυρίως, ήταν ο παρατηρητής της πρόβας, κρατώντας σημειώσεις και ημερολόγιο των παρατηρήσεων του μετρ, ώστε να τίθενται κάθε φορά στις δοκιμές για να διαπιστωθεί η διόρθωση. Ο Σολομός, ένας από τους λίγους βαθιά και θεωρητικά μορφωμένους σκηνοθέτες, ήταν ανοιχτός ως χαρακτήρας, με έξοχο χιούμορ και κατανόηση για τα ανθρώπινα πάθη. Αρα, καλός δάσκαλος.

Οταν, νωρίς για την ηλικία του και για λόγους υγείας, ο Σολομός αποσύρθηκε, ο Μεσσάλας, όντας πλέον ένας φέρελπις σκηνοθέτης που δοκιμαζόταν, κυρίως στο Εθνικό Θέατρο σε ζώντες νεοέλληνες συγγραφείς και στα έργα τους, επελέγη από τον Αλέξη Μινωτή ως βοηθός του. Δύσκολος άνθρωπος ο Μινωτής, τυραννικός συνεργάτης και «άφιλος» κυριολεκτικά ξεζούμισε τον Μεσσάλα, αλλά ο νεαρός επίμονος μαθητής αντλούσε πείρα, μεθόδους, οπτικές, λύσεις από τις σκηνοθεσίες του Μινωτή. Και όταν του δινόταν η χάρη να σκηνοθετήσει στη Νέα Σκηνή του Εθνικού κάποιον νεοέλληνα συγγραφέα, έδειχνε πως είχε κατακτήσει τα εργαλεία της συντεχνίας. Αλλά κυρίως διαπίστωνε κάτι που σπάνια παρατηρείται: σεβόταν τα κείμενα, δεν καπέλωνε τον συγγραφέα για να φανεί η σκηνοθετική του τάχα μου δεξιοτεχνία.

Είναι ενδεικτικό της σοβαρότητας και της σεμνότητάς του ότι, όταν ανέβασε το μονόπρακτο του Γιώργου Μανιώτη, νέου τότε και πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα, το «Ματς», είχε ως πρωταγωνίστρια τη μεγάλη θεατρίνα και δασκάλα Αλέκα Κατσέλη, πράγμα που σημαίνει πως πάντα μέσα από τις συνεργασίες του συνέχιζε τη μαθητεία.

Εχοντας, λοιπόν, ως μαθητευόμενος στους μαστόρους και αργότερα ως διαχειριστής, τις συνταγές, τόλμησε να βγει στον ελεύθερο χώρο της θεατρικής αγοράς, αλλά τολμώντας. Αντί να επιλέξει δόκιμα έργα και καθιερωμένα επέλεξε έργο της τότε αγγλικής πρωτοπορίας, τα «Πατατάκια» του Αρνολντ Ουέσκερ, ένα από τα κείμενα που σημάδεψαν τη στροφή της δραματουργίας παγκοσμίως προς τον καθημερινό άνθρωπο και τις αδυναμίες του. Από κει και πέρα ο Μεσσάλας βρήκε τον δικό του βηματισμό και, όταν κατόρθωσε να αποκτήσει τη δική του στέγη για το «Μοντέρνο Θέατρο», σε απομακρυσμένη και υποβαθμισμένη γειτονιά, κέντρο απόκεντρο, με μετανάστες στην οδό Ιουλιανού, τον παλιό κινηματογράφο «Αλκυονίς». Και σύγχρονα τότε με τον Θανάση Παπαγεωργίου στου Ζωγράφου, τον Δημήτρη Ποταμίτη στα Ιλίσια, τον Γιώργο Μιχαηλίδη στη Νέα Ιωνία, τον Τάκη Βουτέρη στον Πειραιά, τον Νίκο Δαφνή στο «Θέατρο Κάτω από τη Γέφυρα» άλλαξαν το θεατρικό τοπίο κα τόλμησαν να φέρουν νέο κοινό στο θέατρο. Ο Μεσσάλας, ακολουθώντας τα μαθήματα των μεγάλων δασκάλων που τον γαλούχησαν, τόλμησε κάτι παραπάνω. Επέλεξε δραματολόγιο του μεγάλου κλασικού θεάτρου: ανέβασε Σαίξπηρ, Μολιέρο, Ο’ Νιλ, Αλμπι, Ιψεν, Στρίντμπεργκ, Γκόγκολ, Ξενόπουλο, χωρίς να αδιαφορήσει για τη νέα ευρωπαϊκή δραματουργία. Οταν ανέβασε τον «Αμπιγιέρ» του Χάργουντ και το «Ντα» του Χιου Λέοναρντ τόλμησε να επαναλάβει στη γειτονιά το έργο που δόξασε ο Μάνος Κατράκης. Αλλά είχε επίγνωση πως μόρφωνε θεατρικά ένα κοινό που αγνοούσε τη θεατρική πιάτσα και, χωρίς να πρωτοτυπεί σε σκηνοθετικά τεχνάσματα, έκανε τίμιες αναγνώσεις, ώστε να φτάνει το κείμενο και οι ιδέες του στο κοινό. Εξάλλου ανέθετε τους σπουδαίους εκείνους ρόλους σε συνεργάτες που είχαν πείρα και του ποιητικού και του ρομαντικού και του ρεαλιστικού, αλλά και του νατουραλιστικού θεάτρου. Πρωτοανέβασε στην Ελλάδα το καθαρόαιμο νατουραλιστικό έργο του Ο’ Νιλ «Ο μαλλιαρός πίθηκος»!

Ο Μεσσάλας, όμως, πρόσφερε στην υποβαθμισμένη κεντροπεριφέρεια και τακτικές παραστάσεις τα Σαββατοκύριακα παιδικού θεάτρου, πρωί και μεσημέρι, και δεν παρέλειψε σε ειδικές εκδηλώσεις να τιμήσει τους δασκάλους του, τον Σολομό και τον Μινωτή.

*****************

Τιμώντας έναν ακόμη φευγάτο θεατρίνο και τραγουδιστή, τον Τόλη Βοσκόπουλο, θα αναφερθώ πως η πρώτη του ερασιτεχνική συμμετοχή σε παράσταση ήταν στην «Ποντιακή Λέσχη» της Κοκκινιάς, στο έργο του Ψαθά «Φον Δημητράκης», δίπλα στους νέους τότε καλλιτέχνες Γιάννη Κοντούλη, Γιάννη Κανδήλα, Δέσποινα Στυλιανοπούλου, Γιώργο Μάζη και την αδελφή του Γκάρυ Βοσκοπούλου. Ας μην παραλείψω και τον γράφοντα που, μαζί με τον Φώντα Κονδύλη και τον Βασίλη Λιόγγαρη, εξελίχθηκαν σε λογοτέχνες. Στον Τόλη τότε δίδαξα τον Αγγελιοφόρο των «Περσών» του Αισχύλου κατά Ροντήρη για να δώσει εξετάσεις στη Δραματική Σχολή.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο