Η Αναλίζα Γκεβάρα δραπέτευσε από την ανέχεια στις Φιλιππίνες για να ζήσει τον απόλυτο εφιάλτη στο Λονδίνο. Πλέον, ο οργανισμός της σώζει αμέτρητους ανθρώπους που – όπως κι εκείνη – κατέληξαν σκλάβοι στην Ευρώπη.

Ο Guardian ακολούθησε την Γκεβάρα, καθώς συναντιόταν στους σκοτεινούς δρόμους του δυτικού Λονδίνου με μια γυναίκα από τις Φιλιππίνες που προσπαθούσε να δραπετεύσει από την πλούσια, καταριανή οικογένεια που την έφερε στη χώρα και η οποία την εκμεταλλευόταν και την κακοποιούσαν.

Η Γκλόρια, όπως λέγεται η γυναίκα, είχε προχωρήσει σε απεγνωσμένες αναρτήσεις ζητώντας βοήθεια στο Facebook και η Ένωση Οικιακών Εργατών από τις Φιλιππίνες (FDWA) είχε ανταποκριθεί στις εκκλήσεις της. Ο μικρός αλλά εξαιρετικά δραστήριος οργανισμός, που λειτουργεί με έδρα μια εκκλησία στο νότιο Λονδίνο, έχει διασώσει εκατοντάδες γυναίκες από την οικιακή σκλαβιά σε ορισμένες από τις ακριβότερες γειτονιές της ευρωπαϊκής μητρόπολης.

Η οικιακή εργασία είναι μια από τις κυριότερες μορφές της σύγχρονης σκλαβιάς στη Βρετανία, πλήττοντας κυρίως μετανάστριες εργάτριες από χώρες όπως οι Φιλιππίνες και η Ινδονησία.

H Αναλίζα Γκεβάρα (Πηγή: Guardian)

«Στα μέρη που πηγαίνουμε στο Λονδίνο, οι δρόμοι είναι γεμάτοι ακριβά αυτοκίνητα και τα σπίτια κοστίζουν εκατομμύρια λίρες, μέσα τους όμως ζουν γυναίκες που τους φέρονται σαν να είναι σκλάβες, χωρίς να το γνωρίζει κανείς», λέει η Γκεβάρα στον Guardian.

Η ίδια είναι ένα από τα πιο ενεργά μέλη του FDWA. Περνά ολόκληρες ημέρες ψάχνοντας στα κοινωνικά δίκτυα για μηνύματα γυναικών που προσπαθούν να ξεφύγουν από τους κακοποιητικούς εργοδότες τους. Η Γκλόρια ήταν η πρώτη γυναίκα που έσωσε μόνη της.

«Σκέφτηκα: ίσως θα έπρεπε να φοβάμαι, αφού ξέρω ότι οι διασώσεις μπορούν να πάρουν άσχημη τροπή», λέει η Γκεβάρα. Όμως αυτό δεν την έκανε να διστάσει. «Έχω υπάρξει στη θέση της. Ήμουν το μόνο άτομο που θα πήγαινε να τη βοηθήσει».

Η Γκεβάρα, ο αδερφός και η αδερφή της μεγάλωσαν σε μια μικρή πόλη του φιλιππινέζικου νότου. «Όλοι γύρω μας ήταν φτωχοί, όμως εμείς ήμασταν ακόμη φτωχότεροι», θυμάται. Η μητέρα της ήθελε τα παιδιά της να τελειώσουν το σχολείο, όμως έφυγε όταν η Γκεβάρα ήταν μόλις πέντε ετών. Μια από τις πιο έντονες αναμνήσεις της είναι να πιάνεται από το φόρεμα της μητέρας της ενώ εκείνη τους εγκατέλειπε.

Τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν δύσκολα για τα τρία αδέρφια: «Εκείνη την εποχή την θυμάμαι απλώς ως επιβίωση. Κάθε μέρα ξυπνούσα και σκεφτόμουν: Σήμερα θα προσπαθήσω να αντέξω τη μέρα».

Όταν γνωρίστηκε με τον σύζυγό της αισθάνθηκε ασφαλής: «Δεν ήταν τέλειος, αλλά ήταν κάποιος που εμπιστευόμουν και με έκανε να νιώθω ότι δεν είμαι μόνη για πρώτη φορά στη ζωή μου», λέει.

Οι οικογένειές τους τους πίεσαν να παντρευτούν από τα 18 τους, παρά το γεγονός ότι δεν είχαν κάποιο τρόπο να ζήσουν ανεξάρτητα. Μέχρι τα 25 της είχε τέσσερα παιδιά και κανένα τρόπο να τα μεγαλώσει. «Δουλεύαμε και οι δύο σε πολλές διαφορετικές δουλειές, αλλά ποτέ δεν είχαμε αρκετά χρήματα», θυμάται.

Φοβόταν ότι τα παιδιά της θα βίωναν την ίδια ακραία φτώχεια που είχε ζήσει κι η ίδια και έτσι αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα για να εργαστεί ως οικιακή βοηθός στο εξωτερικό. «Δεν υπάρχει τίποτα στις Φιλιππίνες. Όλες οι γυναίκες στη γειτονιά μου στο τέλος αναγκάζονται να φύγουν», εξηγεί.

Αυτή τη στιγμή σε όλο τον κόσμο εργάζονται τουλάχιστον 53 εκατ. οικιακοί βοηθοί, στην συντριπτική τους πλειοψηφία γυναίκες, που μεταναστεύουν σε ανεπτυγμένα κράτη από φτωχές χώρες για αυτό το σκοπό. Στις Φιλιππίνες, σχεδόν το 17% του πληθυσμού ζει κάτω από το όριο της φτώχειας. Τα εμβάσματα που εστάλησαν εντός του 2020 στη χώρα σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία άγγιξαν τα $33,2 δισ., αποτελώντας σχεδόν το 10% του ΑΕΠ της χώρας.

Σύμφωνα με τον Οργανισμό Διεθνούς Εργασίας του ΟΗΕ, οι οικιακές βοηθοί είναι μια από τις πλέον ευάλωτες κατηγορίες εργαζομένων στην κακοποίηση, το trafficking και την εκμετάλλευση.

«Όλες είχαμε ακούσει τις ιστορίες για τα φρικτά πράγματα που συμβαίνουν και ήξερα ότι ήταν σαν να ρίχνω ένα ζάρι», τονίζει η Γκεβάρα στον Guardian. «Όμως ήμουν αναγκασμένη να το κάνω για τα παιδιά μου. Σκόπευα να πάω για τρία χρόνια, να βγάλω αρκετά χρήματα για να μπορέσουν να τελειώσουν το σχολείο και να πληρώσω τα χρέη μου και να γυρίσω στο σπίτι».

Γράφτηκε σε ένα γραφείο και βρήκε δουλειά στο Κατάρ.

Έφτασε στη Ντόχα τον Νοέμβριο του 2015 μετά από μια μεγάλη και εξαντλητική πτήση. «Όταν μπήκα στο σπίτι, νόμιζα ότι θα μου έδειχναν το δωμάτιό μου ή θα μου έδιναν κάτι να φάω, όμως ο νέος μου εργοδότης μου είπε να αφήσω κάτω τη βαλίτσα μου και να πιάσω δουλειά! Ήταν μεσάνυχτα, όμως αναγκάστηκα να αφήσω τα πράγματά μου στην είσοδο και να αρχίσω να καθαρίζω τα πατώματα».

Η οικογένεια απασχολούσε άλλες τρεις οικιακές βοηθούς σε ένα μεγάλο σπίτι με οκτώ παιδιά. Εκείνη την εποχή, το σύστημα της χώρας απαγόρευε στους μετανάστες εργάτες να αλλάξουν δουλειά ή να φύγουν από το Κατάρ χωρίς την άδεια του εργοδότη τους. Οι οικιακές βοηθοί εργάζονταν 14 ώρες την ημέρα, επτά ημέρες την εβδομάδα. Η εργοδότρια της Γκεβάρα τους φώναζε ότι δεν δούλευαν αρκετά σκληρά και ενθάρρυνε τα παιδιά της να τις κακοποιούν, να τις φτύνουν και να τους τραβούν τα μαλλιά. «Μας συμπεριφέρονταν λες και δεν ήμασταν άνθρωπο», θυμάται.

Τον Ιούλιο του 2017, η οικογένεια που την απασχολούσε είπε στην Γκεβάρα ότι θα ταξίδευαν στην Αγγλία για κάποια ιατρική θεραπεία ενός από τα παιδιά τους και ότι θα πήγαινε μαζί τους κι εκείνη. «Δεν ήθελα να πάω, αλλά δεν μου έδωσαν επιλογή», εξηγεί.

Η κανονική διαδικασία έκδοσης βίζα δεν τηρήθηκε, όπως καταγγέλλει η Γκεβάρα. «Όταν έφτασα στη Βρετανία, η εργοδότριά μου απλώς έδωσε το διαβατήριό μου. Δεν μου είπαν ότι έχω δικαίωμα στον εθνικό κατώτατο μισθό, ότι έχω εργασιακά δικαιώματα ή ότι θα μπορούσα να βρω βοήθεια αν με κακοποιούσαν».

Η Γκεβάρα περιγράφει στον Guardian τον εφιάλτη που έζησε στο Λονδίνο. Χωρίς τις συναδέλφους της, την υποχρέωναν να δουλεύει από τις 5 το πρωί μέχρι τη 1 το επόμενο πρωί καθημερινά, με μόλις τρεις ή τέσσερις ώρες ύπνου. Την ανάγκαζαν να κοιμάται στο πάτωμα του βρεφικού δωματίου και τα παιδιά την ξυπνούσαν διαρκώς. Σύντομα, εξαιτίας της εξάντλησης, άρχισε να γίνεται παραληρηματική.

Η οικογένεια δεν της έδινε καν φαγητό, με αποτέλεσμα να αναγκάζεται να κλέβει από το δικό τους όταν ήξερε ότι θα περάσει απαρατήρητη, ενώ δεν της κατέβαλαν ούτε ολόκληρο τον μισθό της. Για την ακρίβεια, η Γκεβάρα πληρώθηκε μόλις 680 στερλίνες για δυο μήνες κατά τους οποίους εργαζόταν 18-20 ώρες την ημέρα, επτά ημέρες την εβδομάδα.

Όμως, όπως λέει, το χειρότερο πράγμα ήταν η απομόνωση. Δεν την άφηναν να βγει από το σπίτι χωρίς να την ακολουθεί κάποιο μέλος της οικογένειας και δεν της επέτρεπαν να μιλά σε κανέναν, ιδίως σε άλλες Φιλιππινέζες.

Η εργοδότριά της δεν ήταν ευχαριστημένη: «Ήταν αδύνατον να φροντίζω οκτώ παιδιά και να κάνω και ό,τι άλλο μου ζητούσε», εξηγεί. Τότε, η λεκτική κακοποίηση έγινε σωματική. Άρχισε με χαστούκια και σπρωξίματα, όμως μια μέρα την έριξε κάτω και την κλωτσούσε ξανά και ξανά στο στομάχι.

«Τότε ήξερα ότι έπρεπε να φύγω», εξηγεί, προσθέτοντας πως την έχουν χτυπήσει αρκετά στην παιδική της ηλικία ώστε να ξέρει ότι τα πράγματα θα γίνονταν χειρότερα. «Πίστευα ότι στο τέλος θα με σκότωναν».

Φοβόταν να πάει στην αστυνομία, γιατί δεν ήξερε αν η βρετανική νομοθεσία ήταν πιο φιλική στον εργαζόμενο από την καταριανή, όμως ένα ζευγάρι από τη Λιβύη που ζούσε κοντά στο κολαστήριο της Γκεβάρα προσφέρθηκε να τη βοηθήσει.

Το ζευγάρι της έδωσε δουλειά, όμως παρά το γεγονός ότι δεν την κακοποιούσαν, είχαν υπερβολικές απαιτήσεις από εκείνη και δεν της έδιναν ολόκληρο τον μισθό που της είχαν υποσχεθεί. Επίσης, έλεγχαν το πού μπορούσε να πάει και πού όχι.

Όμως της επέτρεπαν να πάει στην εκκλησία, όπου και ήρθε σε επαφή με την FDWA. «Όταν μπήκα μέσα μου είπαν: Τώρα είσαι σε καλά χέρια. Δεν είσαι πια σκλάβα. Κι εγώ απλώς έκλαψα. Εκείνη τη μέρα ένιωσα ελεύθερη για πρώτη φορά μετά από ενάμιση χρόνο».

Εκείνη την ημέρα, άλλες τρεις γυναίκες έφτασαν στην FDWA. «Η μία, η οικογένειά της ήταν από το Ντουμπάι, είχε υποστεί πολύ άσχημη βία. Συνειδητοποίησα ότι αυτό συνέβαινε σε ολόκληρο το Λονδίνο».

Η FDWA βρήκε στη Γκεβάρα ένα σπίτι και τη συνόδευσε στην αστυνομία. Έκτοτε έχει επιβεβαιωθεί το στάτους της ως επιζώσα σύγχρονης σκλαβιάς, όμως το μεταναστευτικό της στάτους παραμένει στάσιμο. Η ίδια θέλει να της δώσουν άδεια παραμονής, προκειμένου να μπορέσει να εργαστεί και να ξεπληρώσει τα χρέη της οικογένειάς της που ανέρχονται σε 4.000 στερλίνες. «Αν γυρίσω πίσω τώρα, η μόνη μου επιλογή θα είναι να ξαναφύγω για τις χώρες του Κόλπου και φοβάμαι ότι θα συμβούν πάλι τα ίδια», σημειώνει.

Μέχρι τότε προσπαθεί να βοηθά άλλες γυναίκες να ξεφύγουν από τη σκλαβιά μέσω του FDWA. «Βλέπεις φρικτές καταστάσεις», περιγράφει στον Guardian. «Μια γυναίκα δεν είχε βγει από το σπίτι επί ένα χρόνο. Μια άλλη κόλλησε κοροναϊό κι απλώς την έβαλαν σε ένα δωμάτιο και την παράτησαν εκεί».

Η FDWA έχει καταγγείλει πως η κακοποίηση των οικιακών βοηθών επιδεινώθηκε εν μέσω πανδημίας: Άρρωστοι άνθρωποι αφήνονταν έξω από πολυκατοικίες ή νοσοκομεία, άλλοι βίωναν ακραία βία ή τους έκλεβαν τους μισθούς.

Η ίδια η Γκεβάρα δεν έχει δει τα παιδιά της εδώ και έξι χρόνια. Όταν επιστρέψει στην πατρίδα της, η παιδική τους ηλικία θα έχει πια τελειώσει. Αυτό που την βοηθάει να συνεχίζει είναι η δουλειά της στην FDWA. Προσεγγίζει άλλες οικιακές βοηθούς, σε μέρη όπου πηγαίνουν με τα παιδιά των εργοδοτών τους. Μπορείς να καταλάβεις από το βλέμμα τους αν βιώνουν κακοποίηση, υποστηρίζει. Τους περνά διακριτικά χαρτάκια με τα στοιχεία της FDWA ή απλώς τους λέει ότι δεν είναι μόνες.

«Αυτή η δουλειά είναι η ζωή μου, με γεμίζει ελπίδα», καταλήγει. «Οι εργοδότες μας νόμιζαν ότι μπορούν να μας φέρονται σαν να είμαστε ζώα. Όταν ανακάλυψα την FDWA αισθάνθηκα ξανά ότι είμαι άνθρωπος. Θέλω να βοηθήσω κι άλλους να το νιώσουν αυτό. Κάνει τα πάντα να αξίζουν».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο