Αγαπητοί φίλοι της Σύναξης, 

Σας ευχαριστώ που μου στείλατε το ερωτηματολόγιό σας θεωρώντας με χριστιανό. Είναι αλήθεια ότι παλαιότερα δεν πίστευα ότι μπορούσα να λέγομαι χριστιανός, εφόσον «πίστις άνευ έργων νεκρά εστι». Για να μην σκανδαλίζω όμως τους φίλους με τέτοιες ακρότητες, δέχτηκα να λέω ότι κινούμαι στα περίχωρα του χριστιανισμού. Το πιο σωστό θα ήταν να παραδεχτώ ότι οι χριστιανικές εμπειρίες της νεότητός μου με στηρίζουν ακόμη και σήμερα και με ανανεώνουν πνευματικά.

Αυτά σαν πρόλογος σε μια σημαντική διαπίστωση: Φαίνεται ότι είμαι από τους παλαιότερους ποιητές, που επιμένουν να βλέπουν την ποίηση σαν εξομολόγηση. Είναι κι αυτό ένα κατάλοιπο από τη θητεία μου στα κατηχητικά. Από πολύ νωρίς κατάλαβα και εφάρμοσα το ότι η εξομολόγηση μάς ελαφρώνει από αυτό που μας βαραίνει και ότι αυτό ακριβώς ισχύει (ή θα έπρεπε να ισχύει) και στην ποίηση.

Φυσικά, τα πράγματα δεν είναι και τόσο απλά, τουλάχιστον για μένα. Πρώτα-πρώτα, η σωστή εξομολόγηση προϋποθέτει τη μετάνοια και συνακόλουθα την αλλαγή του τρόπου ζωής, ενώ εγώ δυστυχώς νομίζω ότι παραμένω αμετανόητος. Και όπως λέω σε ένα ποίημά μου, «ούτε να πεθάνω θέλω, ούτε και να γιατρευτώ, / θέλω απλώς να βολευτώ στην καταστροφή μου». Έτσι λοιπόν η εξομολόγησή μου μοιάζει σαν μια ισχνή απομίμηση μιας πράξης κατεξοχήν πνευματικής. Επιπλέον, το κακό με μένα είναι ότι δε διστάζω να εναλλάσσω την εξομολόγηση με την πρόκληση. Ξέρω βέβαια το γιατί: η στέρηση εύκολα μετατρέπεται σε επιθετικότητα. Ίσως γι’ αυτό μερικοί με θεωρούν αιρετικό.

Πάντως, παρά τα αρνητικά μου στοιχεία, νομίζω ότι μ’ αυτά και μ’ αυτά βγαίνω αρκετά ωφελημένος. Πρώτα-πρώτα, έχοντας εξομολογηθεί δημοσία τα πάντα, και μάλιστα από 19 χρονώ (στην πρώτη μου ποιητική συλλογή Εποχή των ισχνών αγελάδων, που εξαιτίας της διώχτηκα το 1952 από τη χριστιανική κίνηση), ανακουφίστηκα. Έβραζε τόσο πολύ το καζάνι μέσα μου, που αν δεν άνοιγα το καπάκι, σίγουρα δεν θα απέφευγα την έκρηξη. Κι ενώ όλοι μου έλεγαν «με τέτοια μυαλά, φουκαρά μου, θα φας το κεφάλι σου», εγώ ένιωθα ήρεμος: τα είπα όλα και γλίτωσα απ’ το βάρος την ψυχή μου, τα ξέρασα όλα και γλίτωσα τουλάχιστον το χαλασμένο μου στομάχι.

Και σε κάτι άλλο με ωφέλησε η εξομολόγησή μου: με βοήθησε να μην κρύψω τις ομοφυλικές μου τάσεις. Όσο και αν την ομοφυλοφιλία μάς την εμφάνιζαν σαν πανούκλα, καταλάβαινα πως κάτι έπρεπε να κάνω για να στηρίξω τον εαυτό μου. Δεν ήταν δυνατό να παίζω το κρυφτούλι, ούτε μπορούσα να δεχτώ την αδικαιολόγητα άτεγκτη καταδίκη της εκκλησίας. Με παρηγορούσε πολύ η αγάπη του Χριστού για τους τελώνες και τις πόρνες, αλλά και η ιδέα πως όσο λιγότερο έκρυβα τη διαστροφή μου, τόσο πιο τίμια θα μπορούσα να την αντιμετωπίσω. Προπάντων, έπρεπε να παραδεχτώ το πάθος μου – την άκρα ταπείνωσή μου. Νομίζω λοιπόν ότι και σ’ αυτό η χριστιανική μου παιδεία και το ένστικτό μου με βοήθησαν.

Τέλος, μέσα στο ίδιο κλίμα διαμορφώθηκε και η θεματική μου. Δε χρειάστηκε να αναζητήσω θέματα: τα είχα μέσα μου, βασίζονταν στον αγώνα και στην αγωνία μου. Όχι λοιπόν ηλιοβασιλέματα και τριαντάφυλλα, ούτε εμπνεύσεις επάνω σε λύσεις δοσμένες από τη θρησκεία και την ηθική, αλλά μια ταμπέλα με μεγάλα γράμματα: Η ΑΜΑΡΤΙΑ ΜΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ ΜΟΥ ΕΣΤΙ ΔΙΑ ΠΑΝΤΟΣ. Γι’ αυτό λοιπόν, όλα μου τα ποιήματα, μετά το 1952, αποτελούν μια συνεχόμενη εξομολόγηση παθών και παθημάτων, που όσο ατελής και να είναι, είναι τουλάχιστον τίμια και ντόμπρα. Και όσοι βιάζονται να σκανδαλιστούν, ας μην ξεχνούν ποιοι είναι εκείνοι που «προάγουσιν υμάς εις την βασιλείαν του Θεού».

Με αγάπη

Θεσσαλονίκη, 16.4.99

Όσα διαβάσατε ανωτέρω είναι ένα κείμενο που απέστειλε ο ποιητής και πεζογράφος Ντίνος Χριστιανόπουλος στους υπευθύνους του περιοδικού «Σύναξη» πριν από 22 περίπου χρόνια.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο υπ’ αριθμόν 70 τεύχος της «Σύναξης» (β’ τεύχος 1999, σελ. 80-82), στο πλαίσιο ενός αφιερώματος στη λογοτεχνία που έκανε την άνοιξη του 1999 η τριμηνιαία αυτή έκδοση σπουδής στην Ορθοδοξία, η οποία μας συντροφεύει ανελλιπώς από το 1982.

Απαντώντας σε ερωτήματα για την τέχνη της γραφής και τη σχέση με την πίστη, ο Χριστιανόπουλος προέβη κατ’ ουσίαν σε μια εκ βαθέων εξομολόγηση: συνέταξε «ένα κείμενο που μας το χάρισε ανοίγοντας το στέρνο του και βγάζοντας στα χέρια την καρδιά του, για να την δούμε να πάλλεται γυμνή κι αιμάσσουσα», όπως εύστοχα έγραψε ο αρχισυντάκτης – υπεύθυνος ύλης της «Σύναξης» Θανάσης Ν. Παπαθανασίου.

Ο Χριστιανόπουλος, ο αμετανόητος –κατά δήλωσίν του– και αιρετικός –κατά την άποψη των περισσοτέρων–, δε διστάζει να εξομολογηθεί, να βρεθεί ενώπιος ενωπίω με τις «αμαρτίες» του και τη «διαστροφή» του, να μιλήσει με εντιμότητα και παρρησία για τον αγώνα του και την αγωνία του, για τα πάθη του και τα παθήματά του.

Η στάση αυτή του Χριστιανόπουλου, η δήλωσή του ότι αρνείται μεν να καταφύγει στις  γνωστές συνταγές της θρησκείας και της ηθικής, αλλά βρίσκει παρηγοριά στην αγάπη του Χριστού για τους τελώνες και τις πόρνες, έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, πολλώ δε μάλλον σε μια ημέρα όπως η σημερινή, ημέρα μετάνοιας και συγχώρησης.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο