Με την πανδημία να μην επιτρέπει στους καλλιτέχνες να εργαστούν σχεδόν επί έναν ολόκληρο χρόνο και το #MeToo να συνταράζει τους καλλιτεχνικούς κύκλους, ξυπνώντας τραύματα και αποκαθηλώνοντας «ιερά τέρατα», μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι οι εργαζόμενοι στον χώρο της τέχνης έχουν πληγεί δυσανάλογα, εντός μιας χρονιάς που ήταν σκληρή απέναντι σε όλους μας.

Τις τελευταίες ημέρες, άλλη μια εξέλιξη έχει προκαλέσει αναστάτωση και αγωνία στον κλάδο: Το νομοσχέδιο για την ενσωμάτωση της τροποποιημένης ευρωπαϊκής οδηγίας για την παροχή υπηρεσιών στον οπτικοακουστικό τομέα («ν/σ Λιβανίου»), το οποίο προβλέπει τη λογοκρισία, αλλά και ποινές για καλλιτεχνικά έργα που εμπεριέχουν υποκίνηση σε βία ή εκφράσεις μίσους.

Και παρά το γεγονός ότι οι αρχικές αντιδράσεις των καλλιτεχνών οδήγησαν στην απόσυρση της αρχικής σύνδεσης της νέας νομοθεσίας με τον λεγόμενο «τρομονόμο» (άρθρα 187α, 187β), αλλά και της συμπερίληψης των εκφράσεων μίσους απέναντι σε πολιτικά φρονήματα, μεγάλη μερίδα καλλιτεχνών εξακολουθεί να επιμένει ότι ακόμη και τροποποιημένη, η… τροποποίηση παραμένει επικίνδυνη.

Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν οι κωμικοί, οι οποίοι προχώρησαν μαζικά σε κοινή ανάρτηση που εξηγεί τη θέση τους απέναντι στη νέα νομοθεσία και τους λόγους που αυτή μπορεί να λειτουργήσει ως εμπόδιο για την δουλειά τους.

Δύο από τους πιο γνωστούς έλληνες stand-up κωμικούς, ο Βύρων Θεοδωρόπουλος και ο Στέλιος Ανατολίτης, εξηγούν στο in.gr τι είναι αυτό που τους καθιστά (στην καλύτερη περίπτωση) καχύποπτους απέναντι στο νομοσχέδιο.

Βύρων Θεοδωρόπουλος: Το κράτος οφείλει να προστατεύει τους αδύναμους και όχι τον εαυτό του

Μία προσωπική γνώμη. Η ένστασή μου απέναντι στο Άρθρο 8 του νόμου για τα ΜΜΕ, εδράζεται περισσότερο στο φόβο της (βέβαιης κατ’εμέ) μεροληπτικής εφαρμογής του, παρά στην νομική του διατύπωση.

Η αρχική κοινοτική οδηγία φαίνεται να προσπαθεί να ρυθμίσει/περιορίσει το λόγο μίσους στο διαδίκτυο και στα ΜΜΕ. Πράγματι, πρέπει να υπάρχει νομική προστασία σε εθνοτικές και φυλετικές μειονότητες, ανθρώπους που κινδυνεύουν λόγω φύλου ή σεξουαλικού προσανατολισμού και άλλες ομάδες.

Κατά την προσαρμογή του όμως στο ελληνικό δίκαιο η κυβέρνηση προσπάθησε να το συνδέσει με τον άρθρο του Ποινικού Κώδικα 187Α (τρομονόμο) και προχώρησε σε θολές διατυπώσεις περί πρόκλησης ή διέγερσης.

Κάπου εκεί θα έπρεπε δεκάδες ψύλλοι να μπαίνουν σε χιλιάδες αυτιά, καθώς διαφαίνεται ότι η οδηγία προσαρμόζεται για να προστατέψει το κράτος από την εν πολλοίς ελεύθερη κριτική που διακινείται στο διαδίκτυο.

Το κράτος οφείλει να προστατεύει τους αδύναμους και όχι τον εαυτό του. Ας θυμηθούμε πόσο διαφορετικά αντιμετώπισε η Αστυνομία και η Δικαιοσύνη τον Τάσο Θεοφίλου, την Ηριάνα και τους συλληφθέντες από τα τάγματα εφόδου της Χρυσής Αυγής.

Δοθείσης της ευκαιρίας η στοχοποίηση δημιουργών ή πολιτών που ασκούν κριτική ή θέτουν άβολα ερωτήματα (και έχουν μάλιστα μεγάλη απήχηση) είναι παραπάνω από βέβαιη.

Αν βάλουμε στην εξίσωση τον ρόλο της εκκλησίας και το γύρω από αυτήν οικοσύστημα, το τοπίο γίνεται πολύ πιο ζοφερό.

Μην ξεχνάμε ότι ζούμε στη χώρα που μετά από ερώτηση στη Βουλή του καταδικασμένου για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης Χρήστου Παππά συνελήφθη και καταδικάστηκε σε 10 μήνες φυλάκιση με αναστολή, ο άνθρωπος πίσω από την χιουμοριστική σελίδα Γέροντας Παστίτσιος. (Αθωώθηκε το 2017 στο εφετείο)

Η κυβέρνηση τροποποίησε το άρθρο μετά τις μαζικές αντιδράσεις, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δε θα προσπαθήσει ξανά με άλλο τρόπο.

Κάποια νύχτα θα ξαναέρθει ένα τροποποιητικό άρθρο για να θαφτεί σε κάποιο παντελώς άσχετο νομοσχέδιο και να ενεργοποιηθεί κατά το δοκούν.

Η ενοχλητική ελευθερία του διαδικτύου θα ξαναμπεί σύντομα στο στόχαστρο και πάντα με την μονότονη και μονοδιάστατη επίκληση στην τάξη και την ασφάλεια όπως ακριβώς έγινε με την Πανεπιστημιακή Αστυνομία.
Οι ελευθερίες και τα δικαιώματα δεν πρέπει να θεωρούνται δεδομένα και οι δημιουργοί, οι πολίτες και οι δημοσιογράφοι πρέπει να είναι πάντα σε εγρήγορση.

Στέλιος Ανατολίτης: Όλοι θέλουμε την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων, αλλά η ποινικοποίηση του λόγου δεν είναι ο δρόμος

Η ασάφεια που υπάρχει στη διατύπωση του νόμου αλλά και η εμπειρία που έχουμε αυτή τη στιγμή από ανάλογους νόμους τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, είναι ότι αυτού του τύπου οι διατυπώσεις οδηγούν σε λογοκρισία των καλλιτεχνών. Η λογοκρισία αυτή πηγάζει από το κράτος το οποίο θέλει να ελέγχει όχι μόνο τι λέγεται αλλά και τι υπονοείται πίσω από τα λόγια. Αυτό φυσικά καταργεί την υποκειμενικότητα της τέχνης και γίνεται πιο τρομακτικό όταν, με βάση τα δεδομένα που έχουμε, συνειδητοποιήσουμε ότι αυτή η λογοκρισία τείνει να κατευθύνεται ενάντια σε συγκεκριμένες πολιτικές κατευθύνσεις.

Οι κωμικοί επηρεαζόμαστε άμεσα από τον νόμο καθώς οι δουλειές μας κυκλοφορούν σε εικόνα και ήχο στις ίδιες πλατφόρμες που κυκλοφορούν τη δουλειά τους οι μουσικοί. Αυτή η ιστορία με την λογοκρισία υπάρχει χρόνια. Τα έργα μας ήταν πάντα απροστάτευτα και διαθέσιμα χωρίς να θέλει κανείς να κάνει τις δύσκολες συζητήσεις για τα πνευματικά δικαιώματα αλλά και το πού καταλήγει η τέχνη μας στην ασυδοσία του διαδικτύου.

Το πρόβλημα πηγάζει πάλι από την αδιαλλαξία των φορέων να προστατέψουν τα βασικά δικαιώματα των καλλιτεχνών αλλά και της ανθρώπινης ζωής με αποτέλεσμα να φτιάχνουν νόμους σκούπες που τα ρουφάνε όλα, χωρίς καμία απολύτως ανάλυση. Είναι πολύ επικίνδυνο και σχεδόν οργουελικό να αποφασίζει το κράτος τι αποτελεί παρακίνηση σε βία και τι όχι σε ό,τι αφορά το διαδίκτυο όταν οι ίδιοι νόμοι που προστατεύουν τον δημόσιο λόγο υπάρχουν ήδη από το 1979 και τα ορίζουν όλα. Μιλάμε, δηλαδή, για μια ξεχωριστή νομική οντότητα που η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε μόνη της να διατυπώσει θολά, ώστε να προστατεύσει από υποτιθέμενους κινδύνους. Έτσι καταλήγει να ορίζει ότι η τέχνη που διαμοιράζεται από τα οπτικοακουστικά μέσα δύναται να προκαλέσει τρομοκρατικά χτυπήματα με μια ευθεία σύνδεση του άρθρου 8 με τον τρομονόμο.

Το πρόβλημα του νόμου είναι ότι ναι μεν δεν δίνει ευθύνη στους πολίτες/καλλιτέχνες αλλά δίνει στις πλατφόρμες που χρησιμοποιούν. Κάτι που μπορεί να φαίνεται αθώο, αλλά στην πραγματικότητα στήνει το έδαφος για λογοκρισία, καθώς καμία πλατφόρμα δεν θα δεχτεί να στηρίξει έναν καλλιτέχνη που οι στίχοι του ή ο λόγος του μπορούν έστω και λίγο να τη βάλουν σε κίνδυνο. Φυσικά, το να δίνει ευθύνη απευθείας στον πολίτη/καλλιτέχνη κάνει τον νόμο πολύ χειρότερο και συνιστά άμεση λογοκρισία του καλλιτέχνη.

Μην ξεχνάμε ότι όπως ανέφερε ήδη κι ο συνάδελφος Αριστοτέλης Ρήγας, το «σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή» είναι ο εθνικός μας ύμνος και, με βάση τον νέο νόμο, καμία πλατφόρμα δεν μπορεί να το προβάλει καθώς παρακινεί σε βία.

Μην φτάσουμε και στο «απ’ τα κόκαλα βγαλμένη χαίρε ω χαίρε λευτεριά» γιατί το βλέπω, θα μας πουν ότι ετοιμάζουμε και τρομοκρατικό χτύπημα.

Όλοι θέλουμε την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μέσα στην ασυδοσία του ίντερνετ αλλά η δυνητική ποινικοποίηση του λόγου κάτι μου λέει ότι δεν είναι ο δρόμος. Ας δημιουργήσουν τις συνθήκες για ένα πλάισιο ασφάλειας στο οποίο μπορεί ο κάθε χρήστης να βρει το δίκιο του σε ένα δικαστήριο κι ας αφήσουν τις συνδέσεις με τον τρομονόμο. Η δημοκρατία δεν λειτουργεί έτσι.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο