Ένα από τα χαρακτηριστικά της ιδιαίτερης συνθήκης που επικρατεί στην Άγκυρα και του τρόπου που φέρονται τα μέσα ενημέρωσης που υποστηρίζουν τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είναι ο άμεσος (κάποιοι θα έλεγαν έως και απότομος) τρόπος με τον οποίο αποτυπώνονται οι μετατοπίσεις ως προς την πολιτική γραμμή.

Έτσι εκεί που για παράδειγμα τα φιλοερντογανικά μέσα για μεγάλο διάστημα οικοδομούσαν μια γραμμή που λίγο πολύ έλεγε ότι η Τουρκία δεν έχει ανάγκη την Ευρώπη, τώρα σπεύδουν να μιλήσουν για θετικά βήματα στις επαφές για την ΕΕ και για πολιτική που δεν θα κοιτάζει προς τα πίσω και τις προηγούμενες εντάσεις.

Οι αμερικανικές εκλογές και η ρητορική στροφή της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής

Το γενικό πλαίσιο έχει γίνει σαφές από την αρχή. Με το που έγινε γνωστή η ήττα του Ντόναλντ Τραμπ στις εκλογές τον περασμένο Νοέμβριο, η τουρκική ηγεσία ξεκίνησε μια προσεκτική μετατόπιση της ρητορικής της σε μια προσπάθεια να οικοδομήσει καλύτερες σχέσεις με τη Δύση.

Ως προς τις ΗΠΑ το σκεπτικό είναι προφανές. Η τουρκική κυβέρνηση είχε ένα επίπεδο συνεννόησης με τον πρόεδρο Τραμπ και το περιβάλλον του, που αποτυπώθηκε στην καθυστέρηση ως προς τις κυρώσεις και κυρίως στη διευκόλυνση να αποκτήσει η Τουρκία ζώνη ασφαλείας στην βορειοανατολική Συρία. Αντίθετα, η νέα κυβέρνηση στελεχώνεται ως προς το δυναμικό των θέσεων με ευθύνη την ασφάλεια και την εξωτερική πολιτική από ανθρώπους που υποστήριξαν την συνεργασία με τις κουρδικές πολιτοφυλακές ή που είδαν με αρκετά μεγάλη επιφυλακτικότητα την τακτική συνεργασία με τη Ρωσία γύρω από το Συριακό ή την προμήθεια των S-400.

Απέναντι σε αυτό είδαμε τον Ερντογάν να κάνει ανοίγματα προς το Ισραήλ, που προς το παρόν είναι επιφυλακτικό ζητώντας πιο απτά βήματα ως προς τη μη υποστήριξη της Χαμάς, και  να προσπαθεί να εκμεταλλευτεί τις πρωτοβουλίες επαναπροσέγγισης ανάμεσα στις μοναρχίες του Περσικού Κόλπου ως στοιχείο που θα τη φέρει πιο κοντά στην Ουάσιγκτον.

Η ανακάλυψη εκ νέου της «ευρωπαϊκής προοπτικής»

Ως προς την Ευρώπη έχει ενδιαφέρον πως η τουρκική εξωτερική πολιτική, που για ένα διάστημα φάνηκε να ερωτοτροπεί ακόμη και με «ευρασιατικούς» τόνους, πλέον επιστρέφει στη σημασία της ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας και επανεξετάζονται οι φάκελοι των διαφόρων «κεφαλαίων» της ενταξιακής διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένης και της ανακοίνωσης οικονομικών και δικαστικών μεταρρυθμίσεων μέσα στον Φεβρουάριο αλλά φυσικά και της επανέναρξης των «διερευνητικών επαφών» με την Ελλάδα, της προσωρινής μη πραγματοποίησης ερευνών σε διαφιλονικούμενες περιοχές στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, αλλά και της προοπτικής νέων συνομιλιών για το Κυπριακό.

Ειδικά η ευρωπαϊκή προοπτική έχει και ορισμένες άμεσες προτεραιότητες. Η Τουρκία ελπίζει ότι σε αυτό το πλαίσιο επαναπροσέγγισης η ανανέωσης της συμφωνίας για το Προσφυγικό με την ΕΕ θα συνδυαστεί π.χ. με μια ευνοϊκότερη ρύθμιση για τις βίζες των Τούρκων πολιτών, που αποτελεί και ένα πάγιο αίτημα της Τουρκίας.

Οι εσωτερικοί πολιτικοί υπολογισμοί

Όλα αυτά δεν είναι άσχετα και με αμιγώς πολιτικούς και εκλογικούς υπολογισμούς. Το ενδεχόμενο να φέρει τις εκλογές πιο πρόωρα από το 2023 απαιτεί τη διαμόρφωση ενός πιο θετικού πολιτικού κλίματος και η προοπτική μιας Τουρκίας που την αντιμετωπίζει θετικά η Δύση είναι κομμάτι μιας τέτοιας προσπάθειας.

Ας μην ξεχνάμε ότι με την οικονομία να έχει προβλήματα, με το ΔΝΤ να κάνει ταυτόχρονα θετικές προβλέψεις αλλά και προειδοποιήσεις και με τη νομισματική πολιτική να είναι αναγκαστικά πιο σφιχτή, ο Ερντογάν χρειάζεται να δοκιμάσει να μεταφέρει την προσοχή και σε άλλα πεδία «θετικών εξελίξεων» και η εξωτερική πολιτική μοιάζει να είναι ένα από αυτά.

Το πρόβλημα των σχέσεων με τους εθνικιστές

Βέβαια το πρόβλημα είναι ότι όλα αυτά πρέπει να περάσουν και από τη βάσανο της συνεργασίας με τους εθνικιστές του MHP. Παρότι ο Ερντογάν έκανε τη στροφή στο Κουρδικό που σφυρηλάτησε μια συνεργασία που για τον ίδιο την επαύριον του πραξικοπήματος ήταν πολύ σημαντική, εφόσον του προσέφερε κρίσιμη επιρροή στο στρατό και τις υπηρεσίες ασφαλείας, εντούτοις δεν θέλει να δεσμεύεται από τη δική τους εκδοχή εξωτερικής πολιτικής, ούτε από τον τρόπο που αντιμετωπίζουν την εσωτερική πολιτική ζωή.

Δεν είναι τυχαίος ο θόρυβος που προκλήθηκε από τις βίαιες επιθέσεις που αποδόθηκαν σε μέλη του MHP. Οι επιθέσεις αυτές στράφηκαν εναντίον πολιτικών και δημοσιογράφων που προέρχονται από τον εθνικιστικό χώρο αλλά τώρα είναι επικριτικοί της συμμαχίας με τον Ερντογάν. Το γεγονός ότι  η αστυνομία θεωρεί ως υπόπτους μέλη της νεολαίας του MHP κάνει σαφή την πολιτική ευθύνη, όπως και η απουσία καταδίκης από τη μεριά του ηγέτη του κόμματος Ντεβλέτ Μπαχτσελί.

Αντίστοιχα, δεν είναι τυχαίο ότι παρότι ο Ερντογάν έχει ακολουθήσει σκληρή γραμμή απέναντι στο κουρδικό κίνημα, μέχρι τώρα δεν έχει υιοθετήσει τη θέση για απαγόρευση του αριστερού και φιλοκουρδικού HDP, όπως ζητάει το MHP, πιθανώς επειδή φοβάται μην αποξενωθεί από το τμήμα του ακροατηρίου του AKP που είναι κουρδικής καταγωγής.

Η δυσκολία της «στροφής»

Ωστόσο, η «στροφή» δεν θα είναι τόσο ευκολη. Τόσο οι ΗΠΑ όσο και η ΕΕ ζητούν πολύ πιο απτές αποδείξεις μιας μεταστροφής της εξωτερικής πολιτικής (ενδεικτική η κριτική της κυβέρνησης Μπάιντεν για την ανάμειξη στη Λιβύη για να μην αναφερθούμε στην πίεση για τους S-400), την ώρα που και στο εσωτερικό της χώρας δεν είναι εύκολη η απεμπλοκή από τη συμμαχία με τους εθνικιστές. Επιπλέον, ο Ερντογάν έχει επενδύσει υπερβολικά στην ρητορική της «περιφερειακής δύναμης» για να δείξει ότι παραιτείται από αυτή τη φιλοδοξία.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο