Το έμαθα από μια νοσηλεύτρια, που έδειχνε κεραυνοβολημένη, ενώ το μετέφερε στη βάρδια της, την ώρα που περίμενα τον φάκελο με κάποιες ιατρικές εξετάσεις. «Πέθανε ο Μαραντόνα!». Δυο τρία λεπτά αργότερα ήταν ο γιος μου στο τηλέφωνο που έσπευσε για το μαντάτο. Ενα δεκάχρονο παιδί, που μπορεί να μην είδε ποτέ τον Ντιεγκίτο σε απευθείας μετάδοση, αλλά ήδη από τα έξι του ψάχνει την απάντηση στο παγκόσμιο ερώτημα: «Πελέ ή Μαραντόνα;». Η αλήθεια είναι ότι το νέο ήταν αναπάντεχο, έστω και αν πολλοί, χρόνια τώρα, είχαν την αίσθηση ότι ο αργεντινός σουπερστάρ δεν θα προλάβει να γεράσει. Τις επόμενες ώρες αναλογιζόμουν, μαζί – φαντάζομαι – με εκατομμύρια άλλους, για την επίδραση του Μαραντόνα στη ζωή μου και στον κόσμο.

Για τη γενιά μου ο Μαραντόνα ήταν τα χρόνια της εφηβείας. Δεν υπήρξε ποτέ ποδοσφαιρικό ίνδαλμά μου, αλλά υπήρχε μια επαναστατικότητα στο παιχνίδι του και στην εν γένει στάση του, που τη δεκαετία του ’80 φαίνεται να παρακινούσε όσους μπορούσαν να βρουν μια γραμμή σύνδεσης ανάμεσα στην πολιτική και στο ποδόσφαιρο. Υπό μία έννοια, ήταν αυτός που ανέδειξε τον ποδοσφαιρικό ποπουλισμό. Εκείνα τα χρόνια, άλλωστε, άρχισε εντονότερα να γίνεται κουβέντα για ποδοσφαιροποίηση της πολιτικής ή και για πολιτικοποίηση του ποδοσφαίρου. Οσοι έβλεπαν στην οθόνη από το Μεξικό τον προημιτελικό Αργεντινής – Αγγλίας για το Παγκόσμιο Κύπελλο ήταν αδύνατο να διαγράψουν την πολιτική διάσταση, σε μια εποχή που ο θατσερισμός μεσουρανούσε και ο απόηχος από τον πόλεμο στα Φόκλαντ δεν είχε σβήσει. Στα μάτια μας, ο Μαραντόνα, με αλητεία και αδιανόητη ποδοσφαιρική μαεστρία, είχε νικήσει μόνος του μια, ξεπεσμένη έστω, αυτοκρατορία.

Φίλοι και συμμαθητές που είχαν την αφίσα του στο δωμάτιό τους είχαν χαρεί ακόμη περισσότερο την ήττα των ξινών Γερμανών στον τελικό. Στο Μεξικό ίσως είχε στηθεί το πιο πολιτικοποιημένο Παγκόσμιο Κύπελλο στα χρονικά – με την υπογραφή αποκλειστικά και μόνο του Μαραντόνα. Από ‘κεί και μετά, το ποδόσφαιρο δεν ήταν ποτέ μόνο ένα παιχνίδι. Το «χέρι του Θεού» στον αγώνα με τους Αγγλους ήταν ίσως η πιο μεγάλη κλοπή, που μπορούσες ωστόσο εύκολα και χωρίς ενοχές να συγχωρήσεις. Αλλά το δεύτερο και νικητήριο γκολ έκρυβε όλη την πεμπτουσία του ποδοσφαίρου, όπως τη φαντασιώνονται και τα πιτσιρίκια που τρέχουν με μια μπάλα στα πόδια στις παιδικές χαρές και τις αλάνες: να σκοράρεις αφού τους ντριμπλάρεις όλους ή σχεδόν όλους. Στο μυαλό και των γενιών που έρχονται, ακόμη και αυτό θα έχει την υπογραφή του Μαραντόνα.

Οπως ο Φρανσουά Βιγιόν και οι άλλοι «καταραμένοι ποιητές», ο Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα δεν έφυγε αδικημένος. Η δική του ποίηση αναγνωρίστηκε εν δράσει κι αν η διαδρομή του έφτασε στα όρια του θρύλου εν ζωή, πιθανότατα θα κινηθεί πια σε μυθικά επίπεδα. Μια συμβατική ζωή ίσως να φιλοτεχνούσε ένα πορτρέτο που δεν θα γινόταν ποτέ λαϊκό είδωλο. Ο αντισυμβατικός Μαραντόνα βρήκε ακόμη μεγαλύτερο κοινό, αφού οι ατελείς του κόσμου είναι εν τέλει ο κόσμος όλος. Ακόμη και ο Τζορτζ Μπεστ ή ο Γιόχαν Κρόιφ, που επίσης έφυγαν πριν ο χρόνος τούς κατεδαφίσει, βρήκαν πολλούς να ταυτιστούν με τις μικρές ή μεγάλες καταχρήσεις τους.

Ο Μαραντόνα, όμως, πήγε πιο μακριά, όχι μόνο γιατί υπήρξε πιο προικισμένος ποδοσφαιριστής. Αλλά επειδή σε πολλές φάσεις, μέσα στο γήπεδο, αλλά κι έξω από αυτό, κατάφερε να εμφανιστεί ως εκπρόσωπος των απανταχού αδικημένων – που μπορούν να είναι και οι καλύτεροι. Είναι αυτό που ενδεχομένως δεν κατάφερε να έχει ο Πελέ ή άλλοι μεγάλοι των γηπέδων, όπως ο Φραντς Μπεκενμπάουερ μέσα στο αυστηρό κοστούμι του.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο