Δύο ποιήτριες και τρεις ποιητές, εκπρόσωποι φρέσκιας εσοδείας δημιουργών και κομιστές ελπίδας για το μέλλον της ελληνικής ποίησης μάς έγραψαν σχετικά με το πώς διαχειρίστηκαν τον «κενό χρόνο» που δημιούργησαν τα δύο lockdowns. Άραγε, έγραψαν περισσότερο; Δούλεψαν πιο σκληρά με τις λέξεις τους; Ή μήπως η απομόνωση που χρειάζεται ο ποιητής δεν μοιάζει και πολύ με την επιβεβλημένη απομόνωση που επέφερε ο κορωναϊός; Ο λόγος στους ποιητές, τους οποίους ευχαριστούμε και για τα ποιήματα που έστειλαν συμπληρωματικά με τις σκέψεις τους σχετικά με την καραντίνα.

Εσμεράλδα Γκέκα

Με την γάτα Σελήνη.

Ο χρόνος αυτός θα έπρεπε, κατά μία έννοια, να έχει ευνοήσει έστω τους ποιητές και τους εν γένει γράφοντες. Όχι μόνον εξ αιτίας του ότι η απώλεια (ή απομείωση) της εργασίας πολλών εξ ημών μάς άφησε με άπλετο χρόνο για εσωτερική ανασκόπηση κι ανακατάταξη των προτεραιοτήτων μας, αλλά πρωταρχικά γιατί, πρόκειται για περίοδο που με βεβαιότητα θα χαραχθεί στην παγκόσμια ιστορία κι εμείς στο μέλλον θα έχουμε να κομπάζουμε ότι τη βιώσαμε…ίσως δε ότι τη δαμάσαμε κιόλας, αφήνοντάς μας όμως πολλές ποιητικές ουλές και όχι μόνο. Η ματαιοδοξία είναι σύμφυτη με την Ποίηση. Ίσως γενικώς με τις Τέχνες, αλλά νομίζω με τη Γραφή έτι περισσότερο. Πρόκειται για μια διπλής όψεως κατάρα: αρχικά ότι κατά πάσα πιθανότητα δεν θα χαρείς το έργο σου να διαβάζεται, παρά ελάχιστα, αλλά κι ότι φέρεις μέσα την ελπίδα ότι θα ζεις αιωνίως μέσα από τα αθάνατα έργα σου. Και πράγματι, ο Λόγος μέχρι στιγμής έχει αποδειχθεί ο πιο αιωνόβιος από τις τέχνες.

Παρ’ όλα αυτά, η απομόνωση στα σπίτια κι στους εαυτούς μας είχε την χροιά ενός πειράματος. Κληθήκαμε να παίξουμε ρόλους…να γυμναζόμαστε, να μαγειρεύουμε υγιεινά, να διαβάζουμε περισσότερο, να θέσουμε εν γένει τους όρους για μια ποιοτική ζωή (οι πιο αισιόδοξοι και τυχεροί έστω). Δεν ξέρω. Η δική μου ποίηση δεν διπλώνεται ατσαλάκωτη σε νοικοκυρεμένα συρτάρια…ασφυκτιά! Είναι αναγκαία η ενδοσκόπηση για τη γραφή, δεν λέω. Όχι όμως όταν ρέει αποχωρισμένη από την καθημερινότητα. Εγώ θέλω την κρυφή ουσία του εαυτού μου κλεισμένη σε ένα γαλάζιο κέλυφος καθημερινότητας, να επωάζεται. Και να’ ρχεται η Ποίηση ακάλεστη κι ανεπιθύμητη σχεδόν και να λογχίζει στον πυρήνα.

Μετά είναι κι αυτό το κομμάτι της ανθρώπινης αφής, που πολύ μου’ χει στοιχίσει. Τουλάχιστον κατάλαβα ότι είμαι ένας άνθρωπος βαθιά υλικός, κι αλήθεια, αυτή η έλλειψη αφής που νιώθω να με έχει εντοιχίσει σε κάτι πολύ γκρίζο, το αποδεικνύει. Όχι, δεν μπορώ να γράψω, αλλά ούτε και θέλω. Ό,τι γράψω τώρα δεν θα είναι γραφή, μα καταγραφή, όπως το κάτωθι, που σας το καταθέτω εν είδει χαιρετισμού:

ΝΕΟ ΦΕΓΓΆΡΙ

Το Νέο Φεγγάρι ήλθε στον Σκορπιό.

Μάρανε τους κήπους

άφησε τ’ άστρα να χυθούν απάνω στα ξερόχορτα

Κι έβαψε τους τοίχους μ’ ανάρμοστα συνθήματα.

Σταμάτησε μονάχα εκεί

Όπου οι μάγισσες προνόησαν

κι έχουν από νωρίς φυτέψει τις αψιθιές

για τον μελλούμενο χειμώνα.

Εκείνο το βράδυ κανένας δεν ξεστράτισε

Μήτε ναρκομανής μήτε ερωτευμένος

Οι Αφηρημένοι μόνο –  μόνο αυτοί

βγήκαν να δουν τα γνωμικά και τα φαντάσματα.

Εμείς όλοι οι λοιποί

μέσα μείναμε προσηλωμένοι.

Με δέος περιμέναμε τον κρότο.

Μέσα μείναμε μικροί

Από Μέσα τους καθρέφτες μας

θολώνει ξένο χνώτο.

«Οι λέξεις είναι η υπομονή μου»

Αντώνης Τσόκος

Αν υποθέσουμε πως κάθε ποιητής είναι ένα λουλούδι ή έστω ένα αγριόχορτο, οι λέξεις είναι οι ρίζες του. Ένα λουλούδι φύεται ακόμη και στο τσιμέντο. Μπορεί να μην ανθίσει, να μην αναπτυχθεί όπως αναπτύσσεται στον κήπο ή στο δάσος, θα ζήσει όμως. Για όσο παίρνει δύναμη από τις ρίζες του, θα επιβιώσει. Κατά την περίοδο τόσο του πρώτου όσο και του δεύτερου εγκλεισμού νιώθω πως φύτρωσαν γύρω μου τόνοι τσιμέντου. Για να επιβιώσω έχω στραφεί στις ρίζες μου.

Η γραφή είναι το οξυγόνο μου. Όσο εγωιστικό κι αν ακουστεί, δεν γράφω για να ομορφύνω τον κόσμο. Γράφω για να μην σωθεί ο αέρας στα πνευμόνια μου, για να μην στερέψει το αίμα στις φλέβες μου.  Δεν γράφω για ν’ ανθίσω, γράφω για να θωρακίσω την ψυχή και το σώμα μου, για να μην σκοντάφτω στη σκιά μου.

Τις ημέρες αυτές που φίλοι, συγγενείς και συνεργάτες μετατράπηκαν σε γυάλινα ομοιώματα μοιράζομαι το ποσοστό φωτός που μου αναλογεί  με τις λέξεις. Ο μοναδικός λόγος για τον οποίο τα πλάσματα επάνω στη γη δρουν ομαδικά, είναι ο ήλιος. Στον ήλιο σε χτυπάει η μοναξιά.

Πιστό σύντροφο και σύμμαχο στην καραντίνα αποτελεί το Μονόκλ, το ηλεκτρονικό λογοτεχνικό περιοδικό που διαχειρίζομαι την τελευταία πενταετία. Μία σειρά μάλιστα κειμένων του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη και του Αντρέα Μαντά που δημοσιεύτηκαν κατά τη διάρκεια του πρώτου εγκλεισμού εκδόθηκαν πριν λίγες μέρες από την Bibliotheque.

Δεν γνωρίζω πώς θα εξελιχθεί όλη αυτή η κατάσταση. Το μόνο που ξέρω είναι ότι για ακόμη μια φορά, οι λέξεις είναι η υπομονή μου.

Άλλεν

Κλαίγαμε τόσο όμορφα στο νησί
καλύτερα απ’ το σκυλί του ιερέα
δεν είχαμε βαρεθεί ακόμα τον πόνο.
Αγαπιόμασταν ασταμάτητα
η καρδιά του ενός ήταν το αποτύπωμα του άλλου.
Διαβάζαμε Γκίνσμπεργκ
ο Αμερικάνος πυροβολούσε ίσια στο κεφάλι
σκότωνε τ’ αγριόχορτα που φύτρωναν στο μυαλό
γέμιζαν λουλούδια τα μαλλιά μας
ένα ολόκληρο καλοκαίρι στολίζαμε τα βάζα
με τα ουρλιαχτά του Άλλεν.

Γράφοντας τα σιωπηλά γράμματα της αγάπης.

Χάρις Κοντού

Κατά τη διάρκεια του lockdown κατάφερα να επιστρέψω στο καταφύγιό μου, το διάβασμα της ποίησης. Οι λέξεις για μένα στις κρίσεις ηχούν στα πολλαπλά πεντάγραμμα της γλώσσας, όπως λέει ο Λακάν, μου ξαναδίνουν μία πνοή. Θα ονόμαζα την πνοή αυτή: προοπτική και επίσης ρήξη. Είναι η ρήξη στις στιγμές της πτώσης. Δεν θέλω σε καμία περίπτωση να εκπίπτουμε στη θέση του τίποτα. Θέλω να προσπαθώ να νοηματοδοτώ ξανά και ξανά. Διάβασα την «Παναγία των λουλουδιών» του J. Genet, την «Έρημη χώρα» του T.S. Eliot και τις «Κραυγές-Σπαράγματα-Όρνια» της J. Mansour. Ύστερα από το διάβασμα, ήρθε αυτόματα η γραφή. Ίσως είναι η ανάγκη μου να συνομιλήσω με αυτούς τους ευγενικούς εραστές της λέξης.

Άρχισα να γράφω μικρά ποιήματα. Τα ποιήματά μου πάντα έχουν να κάνουν με το πένθος. Πάντα κάποιον αποχαιρετώ, κάποιον που με έχει συγκινήσει. Έγραψα λοιπόν για τα παιδιά του camp των προσφύγων στο οποίο εργάζομαι. Έγραψα για τα παιδιά αυτά που έχουν το σχολείο σαν όπλο. Παιδιά που θυμούνται τον έναστρο ουρανό του Αφγανιστάν. Έγραψα επίσης για τις παρατημένες καρδιές. Είναι τόσες πολλές και ψάχνουν τον έρωτα και τον έρωτα με τη φύση. Έγραψα, και αυτός ήταν ο μόνος τρόπος που βρήκα – η λύση μου!- για να μην είμαι πάντα θυμωμένη. Δεν εθελοτυφλώ! Κι αυτό θέλω να το τονίσω προς τους φίλους που θεωρούν πως όποιος δεν φωνάζει, δεν σκέφτεται. Υπάρχουν αντιστάσεις και αντιστάσεις. Εγώ προτιμώ τη ρήξη μέσα απ’ την πράξη: να ακούω τον άλλο, να γράφω γι’ αυτόν το σιωπηλό γράμμα της αγάπης.

CHEL CHERAH

Μέσα στο φορτηγό
Πολλές γυναίκες, λίγα νήπια
Και άντρες
Και η νεαρή Ιρανή με το μυαλό στη συκιά που άφησε πίσω της
Και το άλλο στη μητέρα που πάει να συναντήσει.
Η νεαρή Ιρανή μέσα στη λασπουριά
Μεθάει με το θεό.
Κοιτάζει τον ουράνιο θόλο
Φωτίζουν εκεί πάνω σαράντα λάμπες!
Σαράντα λαμπιόνια φωτίζουν
Το Chel Cherah
Μια πολύχρωμη κωδωνοκρουσία
Ένας μαγεμένος θεός ευφραίνεται
Και κρατάει με το βλέμμα του

Όλα τα φώτα αναμμένα.
Το Chel Cherah!
Η γιορτή της καμπάνας!
Αυτή η μέλισσα που αναδεικνύει τη φωνή των γιγάντων
Γαλάζιο πουλί
Στάζει στον ώμο και στην πλάτη
Την ουράνια απελπισία
Η ανάσα του θεού μέσα στο θόλο σέρνει αργή πομπή φωτός
Η μικρή Ιρανή φεύγει
Και ο θεός της κλαίει σκυφτός
Με το κεφάλι ανάμεσα στα γόνατα.

Σε κενό «χρόνου» γράφεται η ποίηση και ό, τι είναι να γραφτεί.

Πάνος Κουτούλιας

Οι επενέργειες του εγκλεισμού δεν είναι δυνατόν να οριστούν γενικευτικά· έχουν να κάνουν με τη φύση και τη θέση του εκάστοτε υποκειμένου. Παρόμοια και όσον αφορά τη γραφή, οφείλω να υποπτεύομαι το πλήθος των ιδιοσυστασιών…

Προσωπικά πάντως, ως άνθρωπος γράφων, δυσκολεύομαι να εντοπίσω ποιοτικές μεταβολές· ενώ ως αναγνώστης και παρατηρητής πιθανώς ευεργετήθηκα, επανασυστηνόμενος εκών-άκων με τη βραδύτητα, η σχέση μου με τη γραφή δεν επηρεάστηκε, τουλάχιστον πρωτογενώς.

Η μακρά περίοδος εγκλεισμού, με τα ψυχωφελή ή ψυχοφθόρα, κατά περίπτωση, συμπαρομαρτούντα της, δεν αποδείχθηκε ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο «εμπνευστική»· εννοώ πως η καθαυτή συνθήκη της γραφής (αν υφίσταται κάτι τέτοιο) παρέμεινε ακλόνητη, μιας κι ήταν ήδη εν κλονισμώ. Ο σχετισμός, άλλωστε της γραφής (και δη της ποιητικής) με την απομόνωση είναι απολύτως υπαρκτός, αλλά άλλης τάξεως…

Σε μια πεζότερη εκδοχή της πραγματικότητας, ομολογώ πως ο «διεσταλμένος» χρόνος ευνόησε, ενδεχομένως, το σχεδόν πρακτικό ζήτημα οργάνωσης και επεξεργασίας υλικού – αυτό, όμως, μου φαίνεται μάλλον περιφερειακό και δεν αφορά τον πυρήνα της γραφής ως εκτέλεσης: το ρίγος, δυστυχώς, δεν υπαγορεύεται.

Ανακαλώ τακτικά τον Έρασμο, που ανέφερε σκωπτικά πως οι ποιητές συνηθίζουν να επικαλούνται τις Μούσες με την παραμικρή αφορμή· ό,τι είναι να γραφεί (αφού, βεβαίως, αντλήσει πανταχόθεν και παντοιοτρόπως και ωσμωθεί με τα περιρρέοντα), θα γραφεί σε κενό χρόνου (πώς λέμε κενό αέρος;).

ΚΛΕΙΣΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

Πόσο ευλαβής ο ρεμβασμός τ’ ουράνιου θόλου;

Πόσο αγνός, πόσο αναμάρτητος; Καθόλου.

«Περπατούσα στον δρόμο κι αισθανόμουν μια άγρια σιωπή»

Αλέξανδρος Λαβράνος

Σε εμένα, τουλάχιστον, δεν μπορεί να λειτουργήσει μια λογοτεχνική γραφή για ένα βίωμα τη στιγμή ακριβώς που συμβαίνει. Στη διάρκεια της καραντίνας δεν με ώθησε κάτι στο να κάτσω να γράψω, ούτε με απώθησε, περισσότερο η επιστροφή σε κάποιες αναγνώσεις προέκυψε.

Ωστόσο, μπορώ να παρατηρήσω πώς κάποια στοιχεία πέρασαν στο μετα-κείμενο, στον αναστοχασμό μου πάνω σε μία γραφή που πραγματοποιήθηκε ανάμεσα στις δύο περιόδους του περιορισμού. Αυτή αφορούσε την εργασία μου πάνω σε μία ποιητική αφήγηση σχετική με τα μεταπολεμικά «ερείπια» της Ευρώπης από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μέχρι σήμερα, τη μνήμη και την απώθηση της.

Με απασχολεί έντονα, πριν ακόμη φτάσει η πανδημία, η έννοια των «ερειπίων». Η παρούσα κατάσταση δεν έχει άραγε μια ερειπιακή φύση, τόσο σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο όσο και σε ατομικό; Περπατούσα, κατά τη διάρκεια της πρώτης καραντίνας , στον δρόμο και αισθανόμουν μια άγρια σιωπή, διόλου γοητευτική, μία απόλυτη απουσία που πίσω από τους τοίχους στοίβαζε μια τεράστια αόρατη παρουσία έτοιμη να εκραγεί.

Ιστορική σιωπή. Επίσης, μερικά από τα στοιχεία που διαπερνούν την ποιητική εργασία που προανέφερα, είναι ο εγκλεισμός αλληλοσυμπληρούμενος με τον αποκλεισμό, η κατάσταση εξαίρεσης, που, όπως μας λέει ο Giorgio Agamben, δεν αργεί να μετατραπεί σε κανόνα, και η απέραντη μοναξιά του ανθρώπου. Αναρωτιέμαι, πόσο ξέχωρα τελικά είναι τα παραπάνω από αυτά που βιώνουμε αυτή τη στιγμή;

Θα έγραφα  διαφορετικά ένα χρόνο πριν; Μάλλον όχι. Ένα χρόνο μετά; Θα μπορώ να απαντήσω μόνο όταν θα έχω πάρει πρώτα μία απόσταση.

[απόσπασμα]

Στα ερείπια πηγαίνουν τα πόδια μου,

σε ένα σκυθρωπό παράθυρο, μισάνοιχτο, σαν ανθρώπινο πρόσωπο

που ρέει μέσα του ο χρόνος και χύνεται στη θάλασσα,

στο δρόμο που ονειρεύτηκε πως είναι θάλασσα,

στο δρόμο που πάσχει από αρτηριακή πίεση, που στα σπλάχνα του

χτυπάει μια καρδιά της μνήμης

κι έχει εξαπλώσει το κυκλοφορικό της σύστημα μέσα στο χώμα και το σκυρόδεμα των αρχιτεκτονημάτων,

Σε ίχνη πηγαίνει το σώμα μου, σε αμέτρητα ίχνη όπου διαθλάται ο χρόνος,

εικόνες που ακροβατούν μεταξύ παρουσίας και απουσίας,

χωρομέτρες της μνήμης μεταξύ πόλης και πόλης.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr