Οι φτωχότερες χώρες του κόσμου κινδυνεύουν να χάσουν μια δεκαετία ανάπτυξης, εκτός αν οι ηγέτες κινηθούν γρήγορα για να τις βοηθήσουν να ανακάμψουν από τις επιπτώσεις του κοροναϊού, δήλωσε στον Guardian η Μελίντα Γκέιτς.

Η συμπροεδρεύουσα του Ινστιτούτου Μπιλ και Μελίντα Γκέιτς, το οποίο έχει διαθέσει $350 εκατ. στην υποστήριξη της παγκόσμιας αντίδρασης στην πανδημία, αναφέρει ότι οι μακροχρόνιες επιπτώσεις της πανδημίας είναι στο χέρι της παγκόσμιας κοινότητας.

«Είναι επιλογή μας»

«Εντέλει, είναι επιλογή μας ως παγκόσμια κοινότητα αν θα αντιμετωπίσουμε ή όχι άλλη μια χαμένη δεκαετία. γνωρίζουμε τι μπορεί να γίνει για την επανεκκίνηση των εκστρατειών εμβολιασμού. Γνωρίζουμε τι χρειάζεται για τη διατήρηση των αναγκαίων υπηρεσιών υγείας στη διάρκεια μιας κρίσης. Γνωρίζουμε πολλά για το είδος των συμπεριληπτικών πολιτικών που είναι απαραίτητες για να καταφέρουν οι άνθρωποι να αντέξουν το οικονομικό σοκ. Όλα καταλήγουν στην πολιτική θέληση και τη συνεργασία εκτός των συνόρων μας. Δεν είναι απόφαση του κοροναϊού. Είναι δική μας», δήλωσε η Γκέιτς.

Τα σχόλιά της φτάνουν τη στιγμή που το ίδρυμα δημοσίευσε την ετήσια έκθεση Goalkeepers, η οποία καταγράφει την πρόοδο σε 18 δείκτες που συμπεριλαμβάνονται στους στόχους βιώσιμης ανάπτυξης του ΟΗΕ.

Συνήθως, πρόκειται για μια θετική αποτίμηση των προσπαθειών για την καταπολέμηση της φτώχειας και της ανισότητας. Φέτος, όμως, η έκθεση που δημοσιεύτηκε την Τετάρτη, ήταν σκληρή στην αποτίμησή της.

«Σε περασμένες εκδόσεις της έκθεσης Goalkeepers, χαιρετίζαμε δεκαετίες ιστορικής προόδου στο ζήτημα της καταπολέμησης της φτώχειας και της ασθένειας», έγραφε η εισαγωγή. «Όμως πρέπει να αντιμετωπίσουμε την τρέχουσα πραγματικότητα με ειλικρίνεια: Η πρόοδος έχει πλέον σταματήσει».

Ανησυχητικά στοιχεία

Υπογραμμίζοντας την αύξηση κατά 7% της ακραίας φτώχειας εξαιτίας του κοροναϊού, η έκθεση στέκεται στο γεγονός ότι οι αναταραχές στις υπηρεσίες υγείας επηρεάζουν την πρόληψη και θεραπεία του HIV, της ελονοσίας και της φυματίωσης και θα μπορούσαν να έχουν ως αποτέλεσμα τον θάνατο περισσότερων γυναικών κατά τον τοκετό. Τα ποσοστά εμβολιασμού έχουν πάει πίσω σε επίπεδα προ 25ετίας μέσα σε μόλις 25 εβδομάδες.

Διεκδικώντας μια δίκαιη διανομή ενός δυνητικού εμβολίου κοροναϊού, η έκθεση παραπέμπει σε μοντέλα ακαδημαϊκών του πανεπιστημίου Northeastern, που υποστηρίζει ότι αν οι 50 πλουσιότερες χώρες του κόσμου αγόραζαν τις πρώτες 2 δισεκατομμύρια δόσεις του εμβολίου, αντί να διασφαλίσουν την αναλογική διανομή τους στον παγκόσμιο πληθυσμό, σχεδόν οι διπλάσιοι άνθρωποι θα έχαναν τη ζωή τους από τον φονικό ιό.

«Η πανδημία έχει μεγεθύνει κάθε ανισότητα»

«Αυτή η πανδημία έχει μεγεθύνει κάθε προϋπάρχουσα ανισότητα στην κοινωνία μας – όπως τον συστημικό ρατσισμό, την έμφυλη ανισότητα και τη φτώχεια. Και είναι αδύνατον να επιλέξουμε ένα ζήτημα ως πιο φλέγον από τα υπόλοιπα, από τη στιγμή που τόσο πολλοί άνθρωποι ζουν στη διασταύρωση όλων αυτών των προκλήσεων», τόνισε η Γκέιτς. Όπως δήλωσε, υπάρχει άμεση ανάγκη για καλύτερη συλλογή δεδομένων.

Την περασμένη εβδομάδα, ένα πρόγραμμα συγκέντρωσης στοιχείων ανά φύλο, αποκάλυψε ότι 75 από τις 173 χώρες δεν συγκεντρώνουν ξεχωριστά δεδομένα για τον κοροναϊό με βάση το φύλο.

Η πανδημία είχε δυσανάλογες επιπτώσεις για τις φυλετικές και εθνικές μειονότητες, όπως και για τους ανθρώπους που ζουν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας. Οι γυναίκες αντιμετωπίζουν αυξημένα βάρη από τις όλο και περισσότερες απαιτήσεις για απλήρωτη εργασία παροχής φροντίδας, ενώ πλήττονται περισσότερο από την απώλεια θέσεων εργασίας. Μόνο στις ΗΠΑ, το ποσοστό των μαύρων και των ισπανόφωνων ατόμων που δηλώνουν ότι αδυνατούν να καλύψουν το ενοίκιό τους, είναι διπλάσιο σε σχέση με το ποσοστό των λευκών.

«Και δεν γίνονται αρκετά προκειμένου τα στοιχεία να διαχωριστούν με βάση το φύλο, το εισόδημα και τόσους άλλους καίριους δείκτες που μας βοηθούν να αναπτύξουμε το είδος των πολιτικών και των προγραμμάτων που θα προσφέρουν στους ανθρώπους τη βοήθεια που έχουν ανάγκη», τόνισε η Γκέιτς.

Όμως είναι αισιόδοξη ότι οι χώρες θα ανακάμψουν γρήγορα, «αν είμαστε προσεκτικοί και αν θέσουμε τις γυναίκες στο επίκεντρο της αντίδρασής μας».

«Και ας θυμηθούμε, δεν είμαστε εντελώς ανέτοιμοι. Έχουμε πλατφόρμες που δεν υπήρχαν στη δεκαετία του 1980 και οι οποίες μπορούν να μας βοηθήσουν να ανακάμψουμε ταχύτερα».

Πηγή: www.theguardian.com

Γράψτε το σχόλιό σας