Γάλλος δημοσιογράφος, ο οποίος είχε παρεισφρήσει στην αστυνομία της χώρας του, κάνει λόγο για κουλτούρα ρατσισμού και βίας, στο πλαίσιο της οποίας οι αστυνομικοί έχουν πλήρη ασυλία για τα αδικήματα που διαπράττουν.

Ο Βαλεντίν Γεντρότ υποστηρίζει ότι η βία ήταν τόσο συχνή ώστε να καταστεί σχεδόν τετριμμένη και περιγράφει περιστατικό, στο οποίο εξαναγκάστηκε να βοηθήσει στη χάλκευση στοιχείων εναντίον ενός εφήβου που είχε υποστεί ξυλοδαρμό από αστυνομικό.

«Πραγματικά με σόκαρε να ακούω αστυνομικούς, εκπροσώπους του κράτους, να αποκαλούν «μπάσταρδους» τους μαύρους, τους Άραβες και τους μετανάστες. Όμως όλοι τους το έκαναν», τονίζει.

«Μόνο μια μειοψηφία αστυνομικών ήταν βίαιοι… όμως ήταν βίαιοι πάντοτε».

Ο Γκεντρότ θυμάται πόσο τον είχε σοκάρει η συνειδητοποίηση ότι οι νεοπροσληφθέντες αστυνομικοί είναι ανεπαρκώς εκπαιδευμένοι και κακοπληρωμένοι, ενώ το διαρκές άγχος και η καθημερινή εχθρότητα και βία που αντιμετωπίζουν, τους οδηγεί στην κατάθλιψη και την αυτοκτονία.

Ο δημοσιογράφος πέρασε σχεδόν έξι μήνες σε αστυνομικό τμήμα μιας σκληρής περιοχής στο Παρίσι, όπου οι σχέσεις των κατοίκων με τον Νόμο είναι τεταμένες.

Στο βιβλίο του, με τίτλο Flic («Μπάτσος») που κυκλοφόρησε την Τετάρτη, ο Γκεντρότ αποκαλύπτει ότι του δόθηκε στολή και όπλο μετά από μόλις τρεις μήνες εκπαίδευσης, ενώ στη συνέχεια συμμετείχε και σε περιπολίες.

Αναφέρει ότι έβλεπε αστυνομικούς να επιτίθενται σε νεαρούς – πολύ εκ των οποίων ήταν ανήλικοι – σχεδόν σε καθημερινή βάση. Ο Γκεντρότ περιγράφει μια κατάσταση «ομερτά» που εξασφαλίζει ότι οι αστυνομικοί προστατεύουν ο ένας τον άλλο, με αποτέλεσμα να αισθάνονται εντέλει ότι έχουν ασυλία.

«Δεν βλέπουν έναν νεαρό, αλλά ένα παρεκκλίνον άτομο… από τη στιγμή που συμβαίνει αυτή η από-ανθρωποποίηση, όλα πλέον είναι δικαιολογημένα στο μυαλό τους, ακόμη και ο ξυλοδαρμός ενός εφήβου ή ενός μετανάστη», γράφει, προσθέτοντας: «Αυτό που με εκπλήσσει είναι το γεγονός ότι αισθάνονται άτρωτοι, λες και δεν υπάρχει κανένας ανώτερός τους, κανένα είδος επιτήρησης από την ιεραρχία, λες και ένας αστυνομικός μπορεί να επιλέξει αυτοβούλως ή βάσει του πώς αισθάνεται εκείνη τη στιγμή, αν θα είναι βίαιος ή όχι».

«Στο τμήμα που εργαζόμουν, ήταν ρατσιστές, ομοφοβικοί και έκαναν μάτσο δηλώσεις σε καθημερινή βάση. Αυτό συνέβαινε από συγκεκριμένους συναδέλφους, όμως οι υπόλοιποι τους ανέχονταν ή τους αγνοούσαν».

Το βιβλίο του Γκεντρότ εκδόθηκε σε άκρα μυστικότητα. Τυπώθηκε στη Σλοβενία, και τα γαλλικά βιβλιοπωλεία το παρήγγειλαν χωρίς να γνωρίζουν λεπτομέρειες για το περιεχόμενό του.

Ο Guardian είναι ένας από τους τρεις δημοσιογραφικούς οργανισμούς που διάβασαν το χειρόγραφο στα γραφεία του δικηγόρου του εκδότη, και εξασφάλισε συνέντευξη με τον συγγραφέα.

Ο Γκεντρότ, ο οποίος είναι 32 ετών, έχει εργαστεί σε τοπικές εφημερίδες και στο ραδιόφωνο και έχει αναλάβει αρκετές μυστικές αποστολές πριν ασχοληθεί με τη διερεύνηση της αστυνομίας.

«Ήθελα να ενταχθώ μυστικά σε αστυνομικό τμήμα, ώστε να δω αυτά που δεν βλέπουμε ποτέ. Στη Γαλλία υπάρχουν δύο μεγάλα ταμπού: Η αστυνομική βία και αδικοπραξία και οι αυτοκτονίες αστυνομικών. Στη Γαλλία, οι άνθρωποι είτε είναι με το μέρος της αστυνομίας είτε τη σιχαίνονται. Πίστευα ότι υπήρχε δυνατότητα για μια πιο εκλεπτυσμένη οπτική», δήλωσε στον Guardian.

«Αυτό το βιβλίο δεν είναι εναντίον της αστυνομίας. Περιγράφει τα καθημερινά γεγονότα ενός αστυνομικού σε μια σκληρή γειτονιά του Παρισιού».

Ο Γκεντρότ προσελήφθη από την αστυνομία το 2018, χρησιμοποιώντας το πραγματικό του όνομα.

Μια απλή αναζήτηση στο Google δεν φέρνει πολλά αποτελέσματα για τον Γκεντρότ, όμως όπως λέει, οι αστυνομικοί που τον στρατολόγησαν δεν ασχολήθηκαν πολύ με το παρελθόν του. Το μόνο που έκανε για να τους πείσει να τον προσλάβουν, ήταν να αλλάξει τον σκελετό των γυαλιών του για να μην φαίνεται, όπως λέει, «κουλτουριάρης».

Μετά από τρεις μήνες εκπαίδευσης, ο Γκεντρότ τοποθετήθηκε σε αστυνομικό ψυχιατρικό τμήμα για 15 μήνες, πριν πιάσει δουλειά σε τμήμα του Παρισιού.

Εκεί του δόθηκε στολή και όπλο. Το τμήμα καλύπτει μια από τις πλέον σκληρές γειτονιές του Παρισιού, με 190.000 κατοίκους και έντονο πρόβλημα εφηβικής παραβατικότητας, ναρκωτικών και πορνείας.

Αναίτια βία

Σε μια από τις πρώτες του περιπολίες, όπως περιγράφει, ένας αστυνομικός ξυλοκόπησε έφηβο μετανάστη στο πίσω μέρος ενός βαν της αστυνομίας. «Φορούσα τη στολή μόλις δύο εβδομάδες, και ήδη ήμουν συνένοχος για τον ξυλοδαρμό ενός νεαρού μετανάστη», γράφει. Το περιστατικό δεν καταγράφηκε ποτέ. «Ό,τι συμβαίνει στο βαν, μένει στο βαν», σημειώνει.

Χαλκευμένες κατηγορίες

Σε άλλη περίπτωση, ο Γκεντρότ και η περίπολος ανταποκρίθηκαν σε παράπονα πολιτών για νεαρούς με ένα μεγάφωνο. Όταν ο συνάδελφός του μίλησε ταπεινωτικά σε έναν νεαρό, και εκείνος απάντησε λεκτικά, ο δεύτερος τον ξυλοκόπησε, τον συνέλαβε και του επέρριψε ψευδείς κατηγορίες.

«Θα μπορούσαμε να κατασχέσουμε το μεγάφωνο και να φύγουμε. Ή να μην πούμε τίποτα και να φύγουμε. Αντ’ αυτού, το περιστατικό κλιμακώθηκε και ο νεαρός ξυλοκοπήθηκε», θυμάται ο Γκεντρότ.

Το χειρότερο είναι ότι όταν το αγόρι ανέφερε το περιστατικό στην αστυνομία, οι συνάδελφοι του Γκεντρότ δημιούργησαν μια ψευδή ιστορία και επέμειναν να δώσει και εκείνος ψευδή ένορκη κατάθεση στους επιθεωρητές που διερευνούσαν την καταγγελία. Όπως τονίζει, αυτό τον εξέθετε στον κίνδυνο της κατηγορίας για χάλκευση στοιχείων, η οποία τιμωρείται με σκληρό πρόστιμο ή ακόμη και ποινή φυλάκισης.

Ο Γκεντρότ αναφέρει ότι πάλεψε με τη συνείδησή του πριν υπογράψει την ψευδή κατάθεση, όμως αν αρνούνταν θα αποκαλυπτόταν ο πραγματικός του ρόλος.

«Οι αστυνομικοί δημιούργησαν μια ιστορία για να εξηγήσουν τα τραύματά του. Τότε το παιδί ανέφερε το περιστατικό. Ό,τι και αν είχε συμβεί, έπρεπε να καλύψουμε ο ένας τον άλλο», γράφει.

Όπως σημειώνει, οι αστυνομικοί πνίγονταν στη δουλειά, εξαιτίας τόσο της γραφειοκρατίας όσο και των αμέτρητων υποθέσεων, εργάζονταν σε χώρους που ήταν σε άθλια κατάσταση, οδηγούσαν διαλυμένα αυτοκίνητα και συχνά αναγκάζονταν να αγοράσουν απαραίτητο εξοπλισμό με δικά τους έξοδα, πράγματα που οδηγούσαν σε υψηλά επίπεδα κατάθλιψης.

Το 2019, 59 αστυνομικοί αυτοκτόνησαν, σημειώνοντας αύξηση 60% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά.

Το βιβλίο του Γκεντρότ κυκλοφορεί τη στιγμή που η γαλλική αστυνομία αντιμετωπίζει πολλαπλές επικρίσεις. Η συχνή και συχνά αναίτια χρήση δακρυγόνων και πλαστικών σφαιρών κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων των «κίτρινων γιλέκων» που διήρκεσαν περισσότερο από ένα χρόνο έχει επικριθεί ευρέως. Ο θάνατος του Τζορτζ Φλόιντ στις ΗΠΑ ξύπλησε το θυμό των Γάλλων για τον θάνατο του Ανταμά Τραορέ το 2016, ενώ βρισκόταν υπό κράτηση. Φέτος τον Ιανουάριο, ο 42χρονος Σέντρικ Σουβιά πέθανε από καρδιακή ανακοπή, η οποία φέρεται να προέκυψε από ασφυξία που του προκάλεσαν οι αστυνομικοί που τον συνέλαβαν.

«Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να πω τι συνέβαινε στο συγκεκριμένο αστυνομικό τμήμα ενώ εργαζόμουν εκεί. Δεν μπορώ να μιλήσω για άλλα τμήματα ή για την αστυνομία εν γένει. Αυτό το βιβλίο αφορά αποκλειστικά στα γεγονότα της περιόδου που εργάστηκα ως αστυνομικός», υπογραμμίζει ο Γκεντρότ.

«Όλοι ξέρουν ότι υπάρχει πρόβλημα, ότι η δουλειά στην αστυνομία δεν είναι ευχάριστη, και είναι καιρός να γίνει κάτι για αυτό. Ίσως το βιβλίο αλλάξει μερικά πράγματα».

«Όπως λέει ο Μοντεσκιέ: Δώσε δύναμη σε έναν άντρα, και θα τη χρησιμοποιήσει. Η αστυνομία έχει δύναμη. Η στολή δίνει δύναμη. Κι εκείνοι τη χρησιμοποιούν».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο