Για πάρα πολλά χρόνια θεωρούσαμε αυτονόητη την επέκταση της παγκοσμιοποίησης. Ηδη από τη δεκαετία του 1990 πολλοί προέβλεπαν έναν κόσμο που θα λειτουργούσε ως ενιαίο παραγωγικό σύστημα. Συνέβαλε σε αυτό η ένταξη στην παγκόσμια αγορά και τις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας της Κίνας αλλά και των πρώην λαϊκών δημοκρατιών. Η συγκρότηση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου συμπύκνωσε συμβολικά τη νέα εποχή και διαμόρφωσε έναν ορατό εχθρό για το πολύμορφο «κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης».

Σύμφωνα με ένα αρκετά απλουστευτικό σχήμα, οι μεταποιητικές βιομηχανίες των «μητροπολιτικών» οικονομικών πόλων αναζητούν να μεταφέρουν παραγωγικές διαδικασίες σε χώρες φτηνού κόστους και επικεντρώνονται στη διοίκηση, στα χρηματοπιστωτικά, στο μάρκετινγκ και στις υπηρεσίες. Αυτό εξηγεί γιατί η Κίνα έγινε το μεγάλο εργοστάσιο του πλανήτη και η απασχόληση στη μεταποίηση στις ΗΠΑ και τη Δυτική Ευρώπη υποχώρησε δραματικά. Βέβαια, το σχήμα αυτό παρέβλεπε ότι η μείωση της απασχόλησης στη μεταποίηση σε χώρες όπως οι ΗΠΑ είχε να κάνει και με τομές στην οργάνωση της εργασίας που αύξησαν την παραγωγικότητα και μείωσαν τους νεκρούς χρόνους.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Να προετοιμαστούμε για έναν κόσμο που αλλάζει

 

Ομως η αλήθεια είναι ότι σε όλη την περίοδο μέχρι το 2008 παρατηρούμε σημαντική αύξηση και του όγκου και της αξίας του παγκόσμιου εμπορίου αγαθών και υπηρεσιών.

 

Η πανδημία αλλάζει τα δεδομένα

Ανεξάρτητα από την πραγματική κλίμακα του φαινομένου της παγκοσμιοποίησης, είναι αλήθεια ότι είχαμε συνηθίσει στην ιδέα ότι μεγάλο μέρος των αναγκαίων προϊόντων παράγεται εκτός συνόρων. Αυτό αναδεικνύει το γεγονός ότι η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας εμπορευμάτων, εξάγοντας το 13,2% του παγκόσμιου εμπορίου αγαθών, και οι ΗΠΑ ο μεγαλύτερος εισαγωγέας, εισάγοντας το 13,4% του παγκόσμιου εμπορίου αγαθών.

Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η εξάρτηση από την Κίνα ως προς συγκεκριμένα προϊόντα. Η «μάχη της μάσκας» στην αρχή της πανδημίας, με τις χώρες να συνειδητοποιούν την εξάρτησή τους από την παραγωγή προστατευτικού εξοπλισμού στην Κίνα, ήταν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, καθώς το 42% του προσωπικού εξοπλισμού που χρησιμοποιείται παγκοσμίως παράγεται στην Κίνα. Οι ΗΠΑ σήμερα εξαρτώνται από την Κίνα για την εισαγωγή του μεγαλύτερου μέρους των απλών αντιβιοτικών και παυσιπόνων αλλά και μεγάλου μέρους άλλων φαρμάκων, καθώς υπάρχουν εκτιμήσεις ότι η Κίνα εξήγαγε πολύ μεγάλο μέρος των αντιβιοτικών, της βιταμίνης C, της ιβουπροφαίνης και της κορτιζόνης που έφτασε στις ΗΠΑ. Η εξάρτηση παίρνει και άλλες μορφές: όπως υπογράμμισε το περιοδικό «Economist», σχεδόν τα μισά φέρετρα που χρησιμοποιούνται στην Ιαπωνία προέρχονται από μια περιοχή της Κίνας.

Η πανδημία αλλάζει σημαντικά τα δεδομένα για το παγκόσμιο εμπόριο. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου εκτιμά ότι το παγκόσμιο εμπόριο αγαθών θα υποχωρήσει ανάμεσα στο -12,9% (αισιόδοξο σενάριο) και το -31,9% (απαισιόδοξο σενάριο). Το πρώτο δεκαήμερο του Μαΐου οι εξαγωγές από τη Νότια Κορέα υποχώρησαν κατά 46% σε σχέση με έναν χρόνο πριν, οι εξαγωγές αυτοκινήτων από το Μεξικό υποχώρησαν τον Απρίλιο κατά 90% και τον Μάιο ακυρώθηκε το 21% των ναύλων εμπορευματοκιβωτίων ανάμεσα στις δύο πλευρές του Ειρηνικού. Η υποχώρηση του εμπορίου και η παγκόσμια ύφεση θα φέρουν και μείωση των ξένων άμεσων επενδύσεων, οι ροές των οποίων εκτιμάται ότι θα υποχωρήσουν κατά 30%-40%.

Διάφοροι παράγοντες οδηγούν σε αυτή την κατάσταση: η παγκόσμια ύφεση και τα περιοριστικά μέτρα μειώνουν τη ζήτηση για εισαγωγές. Επειτα η πανδημία επηρεάζει τις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας. Οταν ξέσπασε η πανδημία στην Κίνα με επίκεντρο την Ουχάν, αυτό επηρέασε τις 51.000 εταιρείες παγκοσμίως που προμηθεύονταν αγαθά από εκεί. Αργότερα ήταν τα έκτακτα μέτρα σε βιομηχανικές μονάδες στη Δυτική Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική που εξαιτίας του lockdown ακύρωναν παραγγελίες που επίσης περιόριζαν τη ζήτηση για κινεζικά ή άλλα προϊόντα και οδηγούσαν σε υποχώρηση του παγκόσμιου εμπορίου. Σε αυτό προστίθενται και πολιτικές επιλογές που έκαναν κυβερνήσεις ως προς την απαγόρευση εξαγωγών κρίσιμων προϊόντων.

 

Η κρίση δεν ξεκίνησε τώρα

Ομως θα ήταν λάθος να δούμε την αναστροφή της τάσης για παγκοσμιοποίηση ως αποτέλεσμα κυρίως της πανδημίας. Ηδη μετά την κρίση του 2008 η δυναμική του παγκόσμιου εμπορίου είχε υποχωρήσει.

Είτε πάρουμε το ποσοστό των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών ως προς το παγκόσμιο ΑΕΠ είτε τον δείκτη ανοικτότητας εμπορίου, που υπολογίζει τον λόγο των παγκόσμιων εξαγωγών και εισαγωγών προς το παγκόσμιο ΑΕΠ, θα διαπιστώσουμε ότι η «κορυφή» της παγκοσμιοποίησης ήταν το 2008 και ότι ουδέποτε η παγκόσμια οικονομία επέστρεψε στα ίδια επίπεδα.

Κατ’ αρχάς, υπάρχει μια υποχώρηση ως προς τη συμβολή των παγκόσμιων αλυσίδων αξίας στο παγκόσμιο εμπόριο σε αντίθεση με τη ραγδαία αύξηση έως το 2008. Η Κίνα μπορεί να είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας, αλλά οι μεταρρυθμίσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος στην εποχή του Σι Τζινπίνγκ δίνουν μεγάλο βάρος και στην τόνωση και στο βάθεμα της εσωτερικής ζήτησης. Το 2008 το ποσοστό των εξαγωγών στο ΑΕΠ της Κίνας ήταν 31%, το 2019 ήταν 17%.

 

Επειτα έχουμε τον εμπορικό πόλεμο που έχουν κηρύξει οι ΗΠΑ, κυρίως απέναντι στην Κίνα αλλά και απέναντι σε άλλους ανταγωνιστές, που εντάχθηκε σε μια συνολικότερη αναδίπλωση των ΗΠΑ στην εποχή Τραμπ. Η αποχώρηση των ΗΠΑ από τη Δια-Ειρηνική Εταιρική Σχέση (Trans-Pacific Partnership) και το πάγωμα των διαπραγματεύσεων για τη Διατλαντική Συμφωνία Εμπορίου και Επενδύσεων (TTIP) αυτό ανέδειξαν.

Ηδη πριν από την πανδημία – και παρότι είχαν αποφευχθεί τα χειρότερα – οι ΗΠΑ είχαν επιστρέψει στα υψηλότερα επίπεδα δασμών από το 1993 και τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Κίνα προσανατολίζονταν στη μεγαλύτερη αποσύνδεση των τεχνολογικών βιομηχανιών τους. Εδώ και καιρό μία από τις κεντρικές αιχμές της αμερικανικής διπλωματίας ήταν να αποτρέψει άλλες χώρες από το να χρησιμοποιήσουν την τεχνολογία της κινεζικής Huawei για τα δίκτυα κινητής τηλεφωνίας 5G.

 

Οι χώρες διεκδικούν την επανεγκατάσταση επιχειρήσεων

Η συγκυρία της πανδημίας έφερε στο προσκήνιο και μια άλλη τάση. Την προσπάθεια των χωρών να πείσουν επιχειρήσεις να επιστρέψουν μέρος των παραγωγικών δραστηριοτήτων τους. Αυτή, άλλωστε, ήταν και μία από τις αιχμές της ρητορικής του προέδρου Τραμπ όλο το προηγούμενο διάστημα.

Δεν είναι τυχαίο ότι η αμερικανική κυβέρνηση κατέβαλε το προηγούμενο διάστημα μεγάλες προσπάθειες για να πείσει την Intel και την Taiwan Semiconductor Manufacturing Company, δύο κορυφαίες εταιρείες στη βιομηχανία ημιαγωγών, να φτιάξουν νέα εργοστάσια τσιπ στις ΗΠΑ, ενώ οι περισσότερες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στις ΗΠΑ υποστηρίζουν πολιτικές που παραπέμπουν περισσότερο στον προστατευτισμό.

Στη Γαλλία, ήδη από τα τέλη Απριλίου ο υπουργός Οικονομικών Μπρουνό Λε Μερ υπογράμμιζε ότι κομβική πλευρά του συνολικού σχεδίου επανεκκίνησης της γαλλικής οικονομίας είναι και η επιστροφή των αλυσίδων αξίας, μέσα από μια φορολογική πολιτική που θα καθιστά τη Γαλλία πρόσφορο προορισμό για την εκ νέου εγκατάσταση παραγωγικών δραστηριοτήτων.

Ενδεικτικό, και το θυμωμένο τηλεφώνημα του Εμανουέλ Μακρόν στις 13 Μαΐου στον Σερζ Βαϊνμπέργκ, πρόεδρο του ΔΣ της Sanofi, της μεγάλης γαλλικής πολυεθνικής του φαρμάκου, με αφορμή δηλώσεις του Πολ Χάντσον, CEO της εταιρείας, ο οποίος είχε διαβεβαιώσει ότι οι ΗΠΑ «θα έχουν προτεραιότητα» στη διανομή του μελλοντικού εμβολίου επειδή «είχαν αναλάβει το ρίσκο να χρηματοδοτήσουν τις έρευνες πιο πριν από τους άλλους, ήδη από τον Φεβρουάριο». Η δήλωση θεωρήθηκε απαράδεκτη από τον γάλλο πρόεδρο, δεδομένου ότι η Sanofi απολαύει 150 εκατομμυρίων ευρώ ετήσιων φοροελαφρύνσεων για να μπορεί να χρηματοδοτεί τις έρευνές της επί της γαλλικής επικράτειας.

Αλλες χώρες προσπαθούν να διεκδικήσουν μερίδιο από την προσπάθεια επιχειρήσεων να μην εξαρτώνται από εγκαταστάσεις κυρίως στην Κίνα. Η Ινδία προσπαθεί να παρουσιαστεί ως πόλος έλξης επενδύσεων, η Ιαπωνία έχει προσφέρει κίνητρα συνολικού ύψους 2,2 δισεκατομμυρίων δολαρίων και ανάλογες πρωτοβουλίες παίρνει και η Νότια Κορέα.

 

Ενας κόσμος πιο κατακερματισμένος

Ολα αυτά συγκλίνουν σε έναν κόσμο πιο κατακερματισμένο. Ενας υψηλός βαθμός παγκόσμιων ροών θα συνεχίσει, όμως όλο και περισσότερο η έμφαση θα είναι σε περισσότερο περιφερειακές συγκεντρώσεις της οικονομικής δραστηριότητας γύρω από τους βασικούς πόλους. Ηδη τα στατιστικά στοιχεία καταγράφουν, για παράδειγμα, υποχώρηση της εξάρτησης των ΗΠΑ από εισαγωγές από την Κίνα και μεγαλύτερη έμφαση σε εισαγωγές από τη Βόρεια Αμερική, ιδίως για προϊόντα που σχετίζονται με τη Βόρεια Αμερική. Ομως και αυτή η τάση είναι αντιφατική: σε άλλα προϊόντα η υποχώρηση της ζήτησης από την Κίνα καλύφθηκε από άλλες χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας.

Πολλά βέβαια θα εξαρτηθούν και από την κλίμακα και διάρκεια της παγκόσμιας ύφεσης και τις αλλαγές σε οικονομικές και καταναλωτικές συμπεριφορές που θα αφήσει. Αρκετοί πάντως υπογραμμίζουν ότι όλα αυτά είναι απλώς μια πρόγευση των μεγάλων πληγμάτων στην παγκοσμιοποίηση που θα φέρουν η κλιμάκωση της κλιματικής καταστροφής και οι αλλαγές στις συμπεριφορές και τις μετακινήσεις που θα καταστούν επιτακτικές εξαιτίας της.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΝΕΑ

Γράψτε το σχόλιο σας