Μπάρμπαρα, Μπρούνα, Ροσέλα, Λαρίσα, Λορένα, Τζίνα, Βιβιάνα, Μαρία-Αντζελα, Αλεσάντρα, Μαρίσα, Σουσάνα. Εντεκα γυναίκες που δολοφονήθηκαν ενώ η Ιταλία ήταν σε καραντίνα. Ομως για εκείνες το σπίτι που προσέφερε προστασία για τους περισσότερους αποδείχθηκε μοιραία παγίδα. Δολοφονήθηκαν από συζύγους, συντρόφους, πατέρες, αδελφούς, ακόμα και από τα παιδιά τους, σε ένα τρομακτικό κρεσέντο οικογενειακής βίας.

Εντεκα γυναικοκτονίες μέσα σε έντεκα εβδομάδες. Η τελευταία, μπροστά στα μάτια τριών παιδιών: η Σούζι μαχαιρώθηκε από τον σύζυγό της, λίγο αφότου του είπε: «Αύριο θα πάμε στον δικηγόρο για το διαζύγιο, να το θυμάσαι». Από τους δολοφόνους, κάποιοι αυτοκτόνησαν, οι υπόλοιποι κατέληξαν με χειροπέδες. Τα περιοριστικά μέτρα δεν έχουν αρθεί ακόμα πλήρως στην Ιταλία, όμως ένα πράγμα είναι ξεκάθαρο: για τις γυναίκες η καραντίνα βάφτηκε με αίμα.

Κι όμως τα σημάδια ήταν εκεί από την αρχή, παρατηρεί η ιταλική εφημερίδα «Repubblica». Οι ειδικοί προειδοποίησαν για τις δύσκολες συνθήκες της αναγκαστικής συνύπαρξης, για καταστάσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε εκρήξεις θυμού και βίας. Ετσι κι έγινε. Ενώ στη διάρκεια αυτών των δύο μηνών καραντίνας στην Ιταλία όλα τα εγκλήματα μειώθηκαν κατά 66%, ο αριθμός των γυναικοκτονιών παρέμεινε, δραματικά, «σταθερός».

Η κατάσταση σε όλες τις χώρες είναι παρόμοια. Στη Βρετανία, όμως, δείχνει να είναι ακόμα χειρότερη. Ο αριθμός των γυναικών που δολοφονήθηκαν από συγγενείς ή συντρόφους στις πρώτες τρεις εβδομάδες των περιοριστικών μέτρων στη Βρετανία τριπλασιάστηκε, σε σύγκριση με την ίδια περίοδο την τελευταία δεκαετία, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία. Μέσα στις τρεις εβδομάδες μετά τις 23 Μαρτίου, οπότε και ζητήθηκε από τους Βρετανούς να παραμείνουν σπίτια τους προκειμένου να περιορισθεί η εξάπλωση του κορωνοϊού, 14 γυναίκες δολοφονήθηκαν από άνδρες – ο μεγαλύτερος αριθμός εδώ και 10 χρόνια, σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα.

Ομως είναι τα στοιχεία που λείπουν, εκείνα που προκαλούν τη μεγαλύτερη ανησυχία όχι μόνο στην Ιταλία αλλά και σε πολλές άλλες χώρες. Στην Αργεντινή, για παράδειγμα, oκτώ γυναίκες δολοφονήθηκαν από συζύγους ή συντρόφους τις τελευταίες εβδομάδες, αλλά οι Αρχές πιο πολύ ανησυχούν για το πέπλο σιωπής που έχει απλωθεί, για το ότι λιγότερες γυναίκες καλούν για βοήθεια στις ειδικές γραμμές – επειδή ο βασανιστής τους έμεινε μέσα στο σπίτι και εκείνες δεν μπορούσαν να κουνηθούν, ούτε να φύγουν.

Παγίδα η καραντίνα

«Την περασμένη εβδομάδα μού τηλεφώνησε μια φίλη κλαίγοντας», γράφει στους «Financial Times» η Τζίλιαν Τετ. «Είχε ρωτήσει το πρωί τον άνδρα της για κάποια χρήματα του σπιτιού κι εκείνος έγινε έξαλλος, τη χτύπησε επανειλημμένα και την πέταξε στον τοίχο. «Τι να κάνω;», μου είπε ψιθυριστά, καθώς το σπίτι είναι μικρό και υπήρχε κίνδυνος ο άνδρας της να την ακούσει. Οπως μου είπε, έχουν ξανασυμβεί τέτοιες σκηνές και θέλει να φύγει από το σπίτι μαζί με τα παιδιά. Φοβάται όμως ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατο στη διάρκεια της καραντίνας. Και δεν θέλει να καταγγείλει τον άνδρα της στην αστυνομία γιατί μπορεί να χάσει τη δουλειά του και να αφήσει την οικογένεια χωρίς εισοδήματα. «Ο κορωνοϊός μάς παγίδευσε στην κόλαση», είπε, εκφράζοντας την απόγνωσή της επειδή οι κυβερνήσεις επέβαλαν καραντίνα χωρίς να προστατεύσουν τις ευάλωτες οικογένειες».

Στοιχεία από όλο τον κόσμο δείχνουν ότι ο εγκλεισμός έχει οδηγήσει σε αύξηση της οικιακής βίας. Στη Βρετανία, οι κλήσεις στην ειδική τηλεφωνική γραμμή έχουν αυξηθεί κατά 49% και είναι πλέον 400 την ημέρα. Ανάλογα είναι τα στοιχεία από την Ευρώπη, τις ΗΠΑ και πολλές ακόμη χώρες, γεγονός που έκανε τον γενικό γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών Αντόνιο Γκουτέρες να ζητήσει από τις κυβερνήσεις να θέσουν στην πρώτη γραμμή την ασφάλεια των γυναικών. Στην Ελλάδα, τους πρώτους μήνες του 2020 μετράμε πέντε γυναικοκτονίες, στην πλειονότητά τους από συζύγους, με πρόσφατες τις δύο τελευταίες γυναικοκτονίες, από το χέρι μάλιστα συζύγου αστυνομικού, ενός δημόσιου λειτουργού, επιφορτισμένου με την προάσπιση και την υπεράσπιση της ασφάλειας και της προστασίας των πολιτών.

Στην Ιταλία, η υπουργός Εσωτερικών Λουτσιάνα Λαμοργκέζε είχε ζητήσει από τις αρχές Μαρτίου από την αστυνομία να έχει τον νου της για υποθέσεις οικογενειακής βίας, επειδή φάνηκε πως λιγότερες γυναίκες είχαν την ευκαιρία να ζητήσουν βοήθεια ή προστασία. Στη διάρκεια της καραντίνας, τα τηλεφωνήματα για βοήθεια μειώθηκαν κατά 50%. «Μέσα στα σπίτια», λέει η εισαγγελέας της Ρώμης Πάολα ντι Νίκολα, «συνέβη το αδιανόητο. Μια γυναίκα που τη χτυπούσε ο σύζυγός της μία φορά την εβδομάδα όταν έπινε, έφθασε να ξυλοκοπείται κάθε μέρα, και μάλιστα μπροστά στα παιδιά, χωρίς έλεος. Και σήμερα πρέπει να αναρωτηθούμε τι πήγε λάθος και να βρούμε τους τρόπους εκείνους που θα εμποδίσουν αυτή την κατάσταση να επαναληφθεί».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο