Μοιάζει με την αντίστροφη μέτρηση ενός μπρα ντε φερ. Από τη μία αυτοί που άλλοτε θα ήταν απλώς οι «εκδρομείς του Πάσχα» – καραβάνια από υπερφορτωμένα αυτοκίνητα που θα εγκατέλειπαν τα αστικά κέντρα για να ποτίσουν τις μυρωδιές της άνοιξης με πολλή ή περισσότερη τσίκνα. Και από την άλλη η πολιτεία που, τουλάχιστον δια του υφυπουργού Πολιτικής Προστασίας, καταγγέλλει τους επίδοξους εκδρομείς για ανευθυνότητα και αντικοινωνική συμπεριφορά. Ποιος θα νικήσει; Εκείνοι που σκέφτηκαν να αλλάξουν ακόμη και τα στοιχεία τους στην Εφορία για να εξασφαλίσουν τη μετακίνησή τους; Ή εκείνος που «μαλώνει» κάθε μέρα στις έξι το απόγευμα τους πολίτες; Θα νικήσει η πανουργία; Ή θα κατατροπωθεί από την επίπληξη;

Ο χρόνος έχει αρχίσει να μετράει ανάποδα. Αυτό δεν είναι μόνο ένα μπρα ντε φερ. Είναι και το τελευταίο κρας τεστ για μια χώρα που έως τώρα τα έχει πάει σχεδόν ανέλπιστα καλά ακριβώς επειδή ανησύχησε νωρίτερα και περισσότερο σε σχέση με άλλους. Επειδή αυτό που τότε μπορεί να φαινόταν υπερβολή στη Βρετανία του Μπόρις Τζόνσον ή ακόμη και στην Ισπανία του Πέδρο Σάντσεθ αποδείχθηκε τελικά πως ήταν σωφροσύνη.  Το ερώτημα της υπερβολής όμως μπορεί να ανανεώνεται συνεχώς. Μπορεί να ανανεώνεται κάθε μέρα που περνάει και με κάθε δήλωση που ακούγεται. Είναι, ας πούμε, υπερβολικός ο Νίκος Χαρδαλιάς όταν μέμφεται εκείνους που μπαίνουν στον πειρασμό να ταξιδέψουν στα χωριά τους ως ανεύθυνους; Θα είχε τον χαρακτήρα της αντικοινωνικής συμπεριφοράς μια μικρή απόδραση;

Η απάντηση θα ήταν πλέον προφανής ακόμη και για τον Μπόρις Τζόνσον. Ούτε η ύπαιθρος ούτε τα λίγα σπίτια προστατεύουν από την πανδημία – κι ο αδιάψευστος μάρτυρας είναι τα χωριά στη Βόρεια Ελλάδα που μπήκαν σε καραντίνα. Ο κίνδυνος της διασποράς θα γίνει επομένως ακόμη μεγαλύτερος εάν τα λίγα σπίτια φορτωθούν με πολλούς επισκέπτες. Ακόμη χειρότερα για τους επίδοξους εκδρομείς, οι τοπικές υποδομές δεν βοηθούν. Το σήμα του συστήματος υγείας στην περιφέρεια είναι πιο ασθενές σε σχέση με τα μεγάλα αστικά κέντρα. Οι ελλείψεις είναι μεγαλύτερες, τα μέσα φτωχότερα, η ανθρώπινη ζωή πιο απροστάτευτη. Μπορεί να παραβλέψει κανείς αυτή την πραγματικότητα στο όνομα του λίπους που στάζει από τη σούβλα; Αξίζει να ρισκάρει κανείς τις ζωές των άλλων για λίγο υπαίθριο κοκορέτσι;

Δεν θα ήταν ανάγκη να φτάσει κανείς στην εντατική ως παθών για να απαντήσει. Δεν θα ήταν ανάγκη εάν δεν έμοιαζε αναγκαία η σχολή Χαρδαλιά για την αποτροπή μιας εξόδου που διαφορετικά μπορεί να είχε μαζικά χαρακτηριστικά. Εάν δεν υπήρχε η υποψία πως για την αποτροπή δεν αρκεί η απλή έκκληση και πως χρειάζεται ένας ύφος που όταν δεν το διακονεί ένας πάτερ φαμίλιας αλλά ένας φορέας της εξουσίας φλερτάρει τόσο με τον αυταρχισμό όσο και με την κατάχρηση.

Ο Χαρδαλιάς διακονεί αυτό το ύφος με μια αμετανόητη επιμονή. Συντηρεί το κοντράστ με τον μειλίχια φιλοσοφημένο Σωτήρη Τσιόδρα σαν να πρέπει για κάθε ενδεχόμενο να πέσει και η ράβδος εκτός από τον λόγο. Με τους πανούργους να ετοιμάζονται για την έξοδό τους, δεν μοιάζει υπερβολικό – τίποτε δεν μοιάζει υπερβολικό σε αυτές τις συνθήκες και αυτές τις εποχές. Οταν όμως η εποχή ξαναγίνει κανονική; Τότε δεν θα ήταν καθόλου υπερβολικό να πει ο Χαρδαλιάς πως υποχρεώθηκε από τις συνθήκες να υπερβάλει. Κι έπειτα, να κλείσει τη σχολή του.

Γράψτε το σχόλιο σας