Η μεταγωγή της Γκισλέιν Μάξγουελ σε ομοσπονδιακό σωφρονιστικό camp ελάχιστης ασφαλείας στο Μπράιαν του Τέξας δεν προκάλεσε μόνο πολιτικές εικασίες και νέα ερωτήματα γύρω από την υπόθεση Έπσταϊν. Προκάλεσε και αναστάτωση μέσα στην ίδια τη φυλακή, ανάμεσα σε γυναίκες που εξέτιαν ποινές κυρίως για μη βίαια εγκλήματα και ξαφνικά βρέθηκαν να μοιράζονται την καθημερινότητά τους με μία από τις πιο αναγνωρίσιμες καταδικασμένες κρατούμενες στις ΗΠΑ. Όσες μίλησαν γι’ αυτό, όπως καταγγέλλουν στο CNN, δεν αντιμετώπισαν απλώς δυσφορία από τη διοίκηση. Βρέθηκαν τιμωρημένες, απομακρύνθηκαν από το camp και μεταφέρθηκαν σε αυστηρότερες εγκαταστάσεις.
Μία από αυτές ήταν η Τζούλι Χάουελ, πρώην αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Tarleton State University, η οποία εξέτιε ποινή ενός έτους για υπεξαίρεση σχεδόν 1 εκατ. δολαρίων από το πανεπιστήμιο. Πέρυσι, όταν ρωτήθηκε για την άφιξη της Γκισλέιν Μάξγουελ στη φυλακή της, δεν φανταζόταν ότι μια απάντηση σε δημοσιογράφο θα την έβαζε στο επίκεντρο ενός ακόμη επεισοδίου της υπόθεσης που συνεχίζει να βαραίνει την αμερικανική δημόσια ζωή: της υπόθεσης του Τζέφρι Έπσταϊν.
Όλα ξεκίνησαν τον Αύγουστο, όταν η Χάουελ έλαβε ένα ασυνήθιστο email από τον σύζυγό της. Ένας δημοσιογράφος της Telegraph, ο Κάμερον Χέντερσον, ήθελε να μάθει πώς ένιωθε για το γεγονός ότι η Γκισλέιν Μάξγουελ, συνεργός του Έπσταϊν, είχε μόλις μεταφερθεί στο ομοσπονδιακό camp ελάχιστης ασφαλείας στο Μπράιαν του Τέξας.
Η Χάουελ είχε πολλά να πει. Το ίδιο, όπως υποστηρίζει, και άλλες κρατούμενες. Πριν απαντήσει, συμβουλεύτηκε τον κανονισμό της φυλακής και μίλησε με μία συγκρατούμενή της, προσπαθώντας να επιβεβαιώσει ότι δεν υπήρχε απαγόρευση επικοινωνίας με τον Τύπο. Στη συνέχεια έγραψε τις σκέψεις της σε μήνυμα, το οποίο ο σύζυγός της θα προωθούσε στον δημοσιογράφο.
«Κάθε κρατούμενη από όσες έχω ακούσει είναι αναστατωμένη που βρίσκεται εδώ. Αυτή η εγκατάσταση υποτίθεται ότι φιλοξενεί μη βίαιους παραβάτες. Το trafficking είναι βίαιο έγκλημα. Βοήθησε να εντοπιστούν, να χειραγωγηθούν και να διακινηθούν παιδιά για τον Έπσταϊν», έγραψε η Χάουελ, σύμφωνα με αντίγραφο του email που δόθηκε στο CNN.
Στο ίδιο μήνυμα συνέχιζε: «Έχουμε ακούσει ότι υπάρχουν απειλές κατά της ζωής της και πολλές από εμάς ανησυχούμε για τη δική μας ασφάλεια επειδή βρίσκεται εδώ. Μας έκλεισαν στις μονάδες μας με τα στόρια κατεβασμένα επειδή είναι εδώ, οπότε μας στερεί τη λίγη ελευθερία που έχουμε εδώ μέσα, μόνο και μόνο επειδή συνεργάζεται με τις αρχές».
Ο σύζυγός της προώθησε το μήνυμα. Λίγες ημέρες αργότερα, η Χάουελ βρέθηκε αντιμέτωπη με τις συνέπειες.
Φωτογραφία της Γκισλέιν Μάξγουελ και του Τζέφρι Έπσταϊν που ήρθε στο φως με τη δημοσιοποίηση των αρχείων Έπσταϊν από το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ
«Είναι παντού στο διαδίκτυο»
Η Χάουελ είχε μόλις ολοκληρώσει ένα πρόγραμμα εκπαίδευσης κουταβιών, σχεδιασμένο να βοηθά στην αποκατάσταση και επανένταξη κρατουμένων, όταν ένας σωφρονιστικός υπάλληλος την πήρε και την οδήγησε στο γραφείο του υπαστυνόμου της φυλακής. Εκεί, όπως είπε, ο αξιωματικός τη ρώτησε αν γνώριζε το όνομα Κάμερον Χέντερσον, του δημοσιογράφου στον οποίο είχε στείλει τις απόψεις της.
Μιλώντας στο CNN στην πρώτη της συνέντευξη μετά την ολοκλήρωση της ποινής της, η Χάουελ, η οποία πλέον βρίσκεται σε καθεστώς επιτήρησης μετά την αποφυλάκισή της, θυμήθηκε τον αξιωματικό να της λέει: «Είναι παντού στο διαδίκτυο διεθνώς». Όπως είπε, εκείνος επαναλάμβανε: «Αυτό είναι πάνω από μένα».
Αφού περίμενε περίπου μία ώρα σε κελί, ήρθε να τη δει η διευθύντρια του camp στο Μπράιαν, Τανίσα Χολ. «Μπήκε μέσα και με ρώτησε τι σκεφτόμουν. Είπε ότι το τηλέφωνό της χτυπούσε όλο το Σαββατοκύριακο, ότι της χάλασα το Σαββατοκύριακο και ότι δεν έπρεπε να τους μιλήσω», είπε η Χάουελ.
Η ίδια ζήτησε συγγνώμη και προσπάθησε να εξηγήσει γιατί η άφιξη της Γκισλέιν Μάξγουελ την είχε αναστατώσει τόσο έντονα. Όπως είπε στη Χολ, η δική της κόρη είχε υπάρξει θύμα sex trafficking. Η Μάξγουελ έχει καταδικαστεί για τη συμμετοχή της, μαζί με τον Έπσταϊν, σε πολυετές σχέδιο στρατολόγησης, χειραγώγησης και σεξουαλικής κακοποίησης ανήλικων κοριτσιών. Η ίδια αρνείται τις κατηγορίες.
Η αντίδραση της Χολ, σύμφωνα με τη Χάουελ, ήταν ψυχρή: «Γύρισε τα μάτια της, τίναξε τα μαλλιά της προς τα πίσω και είπε κάτι σαν “είναι πολύ αργά για συγγνώμες” και έφυγε».
Αργότερα την ίδια ημέρα, η Χάουελ μεταφέρθηκε σε ομοσπονδιακό κέντρο κράτησης στο Χιούστον, όπου κρατούνται άνδρες και γυναίκες διαφορετικών επιπέδων ασφαλείας.
Φωτογραφία της Γκισλέιν Μάξγουελ και του Τζέφρι Έπσταϊν που ήρθε στο φως με τη δημοσιοποίηση των αρχείων Έπσταϊν από το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ
Μια μεταγωγή που άνοιξε νέο κύκλο ερωτημάτων
Η κράτηση της Γκισλέιν Μάξγουελ θεωρείται εξαιρετικά ευαίσθητο θέμα, καθώς κάθε πτυχή της υπόθεσης Έπσταϊν παραμένει υπό στενή δημόσια παρακολούθηση. Οι καταδικασμένοι για σεξουαλικά εγκλήματα δεν είναι συνήθως επιλέξιμοι για κράτηση σε camp ελάχιστης ασφαλείας. Γι’ αυτό και η μεταφορά της Μάξγουελ, το περασμένο καλοκαίρι, από φυλακή χαμηλής ασφαλείας στην Ταλαχάσι της Φλόριντα στο camp του Μπράιαν θεωρήθηκε ιδιαίτερα ασυνήθιστη από συμβούλους φυλακών.
Η μεταγωγή τροφοδότησε εικασίες ότι η κυβέρνηση παρείχε ειδική μεταχείριση στη συνεργό του Έπσταϊν, με αντάλλαγμα να παραμείνει σιωπηλή για την παλαιότερη σχέση του προέδρου των ΗΠΑ με τον Έπσταϊν.
Τα ερωτήματα ενισχύθηκαν όταν η Γκισλέιν Μάξγουελ μίλησε κολακευτικά για τον πρόεδρο των ΗΠΑ στη συνέντευξή της με τον τότε αναπληρωτή γενικό εισαγγελέα Τοντ Μπλανς και είπε ότι δεν είχε ακούσει ποτέ να κάνει κάτι ανάρμοστο. Η Μάξγουελ έχει επίσης αφήσει δημοσίως να εννοηθεί ότι, αν ο πρόεδρος της χορηγούσε χάρη, θα καθάριζε το όνομά του από οποιαδήποτε εμπλοκή στην υπόθεση Έπσταϊν. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ δεν έχει κατηγορηθεί από τις διωκτικές αρχές για ποινικό αδίκημα σχετικό με τον Έπσταϊν, αν και το όνομά του εμφανίζεται πολλές φορές στα αρχεία του υπουργείου Δικαιοσύνης για την υπόθεση.
Στις 9 Φεβρουαρίου 2026, η Γκισλέιν Μάξγουελ, φυλακισμένη συνεργός του χρηματιστή και καταδικασμένου σεξουαλικού παραβάτη Τζέφρι Έπσταϊν, εμφανίστηκε μέσω κλειστής βιντεοκατάθεσης ενώπιον της Επιτροπής Εποπτείας της Βουλής των Αντιπροσώπων στην Ουάσινγκτον.
Εκπρόσωπος του Ομοσπονδιακού Γραφείου Φυλακών των ΗΠΑ (BOP) δήλωσε στο CNN ότι η υπηρεσία δεν συζητά λεπτομέρειες που αφορούν συγκεκριμένους κρατούμενους και ότι είναι «δεσμευμένη στη διατήρηση των υψηλότερων προτύπων ακεραιότητας, αμεροληψίας και επαγγελματισμού» στη λειτουργία των εγκαταστάσεών της. Το προσωπικό του BOP, πρόσθεσε, απαγορεύεται να παρέχει «προνομιακή μεταχείριση σε οποιονδήποτε κρατούμενο», ενώ όσοι παραβιάζουν τον κανόνα αντιμετωπίζουν πειθαρχικές κυρώσεις.
Για το αν οι κρατούμενοι μπορούν να επικοινωνούν με δημοσιογράφους, ο εκπρόσωπος παρέπεμψε σε υπόμνημα του BOP και είπε ότι αυτό επιτρέπεται με προηγούμενη έγκριση.
Φωτογραφία της Γκισλέιν Μάξγουελ και του Τζέφρι Έπσταϊν που ήρθε στο φως με τη δημοσιοποίηση των αρχείων Έπσταϊν από το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ
Οι τιμωρίες μετά τις δηλώσεις
Η Χάουελ τιμωρήθηκε επισήμως για διατάραξη της τάξης, κατάχρηση αλληλογραφίας και επικοινωνία με το κοινό χωρίς άδεια, σύμφωνα με αναφορά περιστατικού του Ομοσπονδιακού Γραφείου Φυλακών με ημερομηνία 7 Αυγούστου, όπως μεταδίδει το CNN. Στην αναφορά αναφερόταν ότι όσα είχε μεταφέρει στο βρετανικό μέσο «δημοσιεύθηκαν σε ειδησεογραφικά μέσα σε όλο τον κόσμο» και περιείχαν «ευαίσθητες πληροφορίες που αφορούσαν τις επιχειρήσεις ασφαλείας του FPC Bryan και πληροφορίες για κρατούμενους υψηλού προφίλ».
Η Χάουελ παρέμεινε περίπου τρεις μήνες στο ομοσπονδιακό κέντρο κράτησης στο Χιούστον. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε σε δομή μεταβατικής φιλοξενίας. Αφέθηκε ελεύθερη από την κράτηση του BOP πριν από μερικές εβδομάδες και μίλησε πρόσφατα στο CNN.
Όπως είπε, όσο βρισκόταν στο Χιούστον, έφτασαν εκεί και άλλες πρώην κρατούμενες από το camp του Μπράιαν, οι οποίες της ανέφεραν ότι είχαν επίσης απομακρυνθεί από τη φυλακή ελάχιστης ασφαλείας επειδή μίλησαν για τη Γκισλέιν Μάξγουελ.
Μία από αυτές τις πρώην κρατούμενες μίλησε στο CNN υπό τον όρο της ανωνυμίας, επειδή εξακολουθεί να βρίσκεται υπό την εποπτεία του BOP και φοβάται νέα τιμωρία. Η γυναίκα αυτή, επίσης καταδικασμένη για οικονομικά εγκλήματα, βρισκόταν στο Μπράιαν για αρκετούς μήνες την ίδια περίοδο με τη Γκισλέιν Μάξγουελ. Όπως είπε, η διευθύντρια της φυλακής κατέστησε από την αρχή σαφές ότι δεν θα ανεχόταν σχόλια για την καταδικασμένη για sex trafficking ανηλίκων.
«Κάποια στον κοιτώνα μου έκανε ένα σχόλιο: “Αυτό συμβαίνει όταν φέρνεις μια παιδόφιλη σε camp”. Και η διευθύντρια άρχισε να ουρλιάζει: “Μην το ξαναπείς ποτέ αυτό. Δεν θέλω να σε ξανακούσω να το λες”», θυμήθηκε η πρώην κρατούμενη.
Η ίδια και άλλες γυναίκες στο camp παρατήρησαν, όπως είπαν, και την ασυνήθιστη μεταχείριση της Γκισλέιν Μάξγουελ. Τα γεύματα και το νερό της παραδίδονταν, συνοδευόταν από ένοπλους φρουρούς και είχε πρόσβαση σε χώρους όπως το παρεκκλήσι για ιδιωτικές επισκέψεις. Το CNN είχε μεταδώσει και στο παρελθόν ορισμένα από τα άτυπα προνόμια που φέρεται να απολάμβανε, μεταξύ των οποίων και απεριόριστη πρόσβαση σε χαρτί υγείας.
Η ανώνυμη πρώην κρατούμενη είπε ότι τον Σεπτέμβριο μίλησε με δημοσιογράφο για την παρουσία της Γκισλέιν Μάξγουελ. Επειδή γνώριζε τι είχε συμβεί στη Χάουελ, απέφυγε, όπως είπε, να ασκήσει κριτική. Ανέφερε ότι είχε δει τη Μάξγουελ να προσπαθεί να βοηθήσει άλλες κρατούμενες με τις υποθέσεις τους και είπε επίσης ότι είχε δει αρκετούς ομοσπονδιακούς αστυνομικούς στο camp μετά την άφιξή της. Δεν πίστευε ότι αποκάλυπτε ευαίσθητες πληροφορίες.
Περίπου μία ώρα μετά το τηλεφώνημα, την κάλεσαν στο γραφείο του υπαστυνόμου. Στον δρόμο, συνάντησε τη διευθύντρια. «Με σταμάτησαν για να ακούσω τη διευθύντρια να μου ουρλιάζει μπροστά στον χώρο της κεντρικής καφετέριας», είπε. «Της είπα ότι δεν μιλούσα για τη δική της δουλειά, μιλούσα εκ μέρους μου. Και ουσιαστικά με εξευτέλισε εκεί, λέγοντάς μου ότι έθετα σε κίνδυνο την ασφάλεια του προσωπικού της και ότι παρενέβαινα σε έρευνα του FBI, για την οποία δεν ήξερα τίποτα».
Και αυτή η κρατούμενη τιμωρήθηκε για επικοινωνία με το κοινό χωρίς άδεια, σύμφωνα με αντίγραφο της αναφοράς που δόθηκε στο CNN, και μεταφέρθηκε στο ομοσπονδιακό κέντρο κράτησης στο Χιούστον. Τους επόμενους μήνες υπέβαλε πολλές αιτήσεις διοικητικής προσφυγής, την επίσημη διαδικασία παραπόνων των κρατουμένων στο BOP, αλλά, σύμφωνα με έγγραφα που είδε το CNN, τα αιτήματά της απορρίφθηκαν επανειλημμένα.
Φωτογραφία της Γκισλέιν Μάξγουελ και του Τζέφρι Έπσταϊν που ήρθε στο φως με τη δημοσιοποίηση των αρχείων Έπσταϊν από το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ
«Η πιο ασυνήθιστη υπόθεση»
Η διήμερη συνάντηση του Τοντ Μπλανς με τη Γκισλέιν Μάξγουελ τον περασμένο Ιούλιο θεωρήθηκε επίσης εξαιρετικά ασυνήθιστη, καθώς ένας τόσο υψηλόβαθμος αξιωματούχος του υπουργείου Δικαιοσύνης δεν συναντά συνήθως καταδικασμένο σεξουαλικό παραβάτη για να τον ανακρίνει απευθείας. Ο τότε αναπληρωτής γενικός εισαγγελέας υπερασπίστηκε τη μεταγωγή της από τη Φλόριντα στο Τέξας, επικαλούμενος «πολλές απειλές κατά της ζωής της», χωρίς να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες.
Σύμβουλοι φυλακών που μίλησαν στο CNN είπαν ότι, με βάση τα εγκλήματα για τα οποία έχει καταδικαστεί η Γκισλέιν Μάξγουελ, η μεταφορά της σε camp ελάχιστης ασφαλείας ήταν σαφώς εκτός του συνηθισμένου.
«Η πιο ασυνήθιστη υπόθεση που υπήρξε ποτέ, τελεία», είπε η Χόλι Κούλμαν, η οποία εργάζεται με κρατούμενους για οικονομικά εγκλήματα στην Pink Lady Prison Consultants. «Δεν έχει ξανασυμβεί ποτέ κρατούμενος να μεταφέρεται από ομοσπονδιακό σωφρονιστικό ίδρυμα σε camp με τις συγκεκριμένες κατηγορίες που έχει εκείνη. Τελεία».
Για τις τιμωρίες της Χάουελ και άλλων κρατουμένων, ο Σαμ Μάνγκελ, σύμβουλος ομοσπονδιακών φυλακών με πελάτες στο camp του Μπράιαν, είπε ότι οι κρατούμενοι «απολύτως μπορούν να μιλούν στον Τύπο», αρκεί να γνωρίζουν ότι οι επικοινωνίες τους παρακολουθούνται. Κατά την άποψή του, η τιμωρία κρατουμένου επειδή μίλησε σε δημοσιογράφο «σίγουρα δεν είναι» συνηθισμένη.
Η Κούλμαν, πάντως, σημείωσε ότι οι κρατούμενοι θα πρέπει πρώτα να παίρνουν άδεια από τον διευθυντή της φυλακής για να μιλήσουν σε δημοσιογράφο, παραπέμποντας στη διατύπωση της ανακοίνωσης του BOP, σύμφωνα με την οποία ο διευθυντής συνήθως εγκρίνει ή απορρίπτει αιτήματα συνέντευξης.
Η συνεργάτιδα του Τζέφρι Έπσταϊν, Γκισλέιν Μάξγουελ, κάθεται καθώς ανακοινώνεται η ετυμηγορία ενοχής στη δίκη της για σεξουαλική κακοποίηση, σε δικαστικό σκίτσο στη Νέα Υόρκη, ΗΠΑ, 29 Δεκεμβρίου 2021. REUTERS/Jane Rosenberg / Φωτογραφίες της ημέρας TPX
Ο Μάνγκελ πρόσθεσε ότι οι τιμωρίες αυτές δείχνουν πόσο εύθραυστα είναι στην πράξη τα δικαιώματα των ομοσπονδιακών κρατουμένων. «Είναι ένα πολύ τιμωρητικό περιβάλλον και οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι έχουν 100% περιθώριο να αποφασίσουν, για οποιονδήποτε λόγο, ότι κάποιος δεν πρέπει να βρίσκεται εκεί ή ότι θα μπορούσε δυνητικά να προκαλεί πρόβλημα», είπε. «Είναι απλώς πιο εύκολο για το προσωπικό να τους απομακρύνει και να τους στείλει κάπου αλλού, αντί να πρέπει να το διαχειριστεί. Νομίζω ότι αυτό βλέπουμε εδώ».
Η Χάουελ, από την πλευρά της, λέει ότι είναι χαρούμενη που βρίσκεται ξανά με την οικογένειά της και προσπαθεί να προσαρμοστεί στη ζωή μετά τη φυλακή. Πρόσφατα υιοθέτησε το παιδί της κόρης της, το οποίο συνελήφθη όταν η κόρη της ήταν θύμα sex trafficking. Θεωρεί τον εαυτό της τυχερό που είχε τη στήριξη της οικογένειας και του δικηγόρου της, κάτι που πολλές πρώην συγκρατούμενές της δεν έχουν.
«Υπάρχουν γυναίκες εκεί μέσα που κυριολεκτικά δεν έχουν κανέναν. Δεν έχουν οικογενειακή στήριξη. Δεν ξέρουν πώς να υπερασπιστούν τον εαυτό τους», είπε. «Το κάνουν τόσο δύσκολο, νομίζω, ώστε να μην μπαίνεις καν στη διαδικασία να το προσπαθήσεις. Αλλά αν δεν ξέρεις καν ότι είναι δυνατό, τότε απλώς κάθεσαι εκεί».