Πριν από λίγες μέρες επρόκειτο να διεκπεραιώσω μια υπόθεσή μου σε δημόσιο οργανισμό. Απλή υπόθεση και προς όφελός μου αφού διεκδικούσα ένα ποσόν το οποίο δικαιούμουν. Ωστόσο είχα ένα άγχος. Θεωρητικά, αδικαιολόγητο. Ούτε χρωστούσα, ούτε είχα παρανομήσει σε κάτι, ούτε είχα κάτι να κρύψω. Η ταλαιπωρία και η ασυνεννοησία που υπέθετα ότι θα αντιμετωπίσω ήταν αυτό που με άγχωνε. «Ελα μωρέ, υπερβολική είσαι» μου είπε ένας φίλος την παραμονή της «μεγάλης απόβασης» στις ακτές της γραφειοκρατίας. «Δεν είναι σίγουρο ότι θα ταλαιπωρηθείς. Εξαρτάται από το πού θα πέσεις».

Ο ίδιος δεν θα μπορούσε να είχε πέσει πιο μέσα στην πρόβλεψή του. Τις δύο πρώτες φορές – τρεις χρειάστηκαν για να διεκπεραιωθεί μια υπόθεση που, στην πράξη, ήθελε μια διασταύρωση στοιχείων, μία πληκτρολόγηση στο κομπιούτερ και δύο υπογραφές, δηλαδή 10 λεπτά – έπεσα σε μία κυρία που χωρίς να έχει προφανή διάθεση να με ταλαιπωρήσει, αυτό που της έλεγα τής φαινόταν σαν τη θεωρία του Νας. Ενώ ήταν απολύτως συμβατό και σχετικό με το αντικείμενο της δουλειάς μου. Η τρίτη όμως φορά ήταν η τυχερή μου. Επεσα στον κύριο Γρηγόρη, να ‘ναι καλά. Συνεννοηθήκαμε με λίγες κουβέντες και, πλέον, αναμένω την εκταμίευση του ποσού που δικαιούμαι.

Εκ των υστέρων διαπίστωσα ότι αυτό ακριβώς το «πού θα πέσω» είναι που μου δημιουργούσε το άγχος. Κάτι σαν την αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι. Ή του τζογαδόρου πριν από το κόλπο γκρόσο. Οχι όμως στο καζίνο της Πάρνηθας αλλά της καθημερινότητάς μας. Εχεις, για παράδειγμα, ένα πρόβλημα με την Πολεοδομία; Το κατά πόσο εύκολα ή δύσκολα θα λυθεί δεν εξαρτάται από τη φύση του προβλήματος αλλά από το πού, σε ποιον υπάλληλο δηλαδή, θα πέσεις. Εχεις μια εκκρεμή υπόθεση στα δικαστήρια; Η έκβασή της εξαρτάται από το σε ποιον δικαστή θα πέσεις. Σε σταματάει τροχονόμος για κάποια παράβαση; Εδώ να δούμε πού θα πέσεις. Πας εκτάκτως σε εφημερεύον νοσοκομείο ή καλείς ασθενοφόρο; Πού θα πέσεις είναι το ζήτημα.

Το στοίχημα για τα αυτονόητα

Η ζωή μας «πέντε κρίκοι, ένα τάλιρο», όπως στα παλιά λούνα παρκ, και ανάλογα πού θα πέσει ο καθένας. Σε μαυροδάφνη ή μοσχάτο. Λες και σε αυτή τη χώρα δεν υπάρχουν νόμοι, διατάξεις, κανονισμοί, πρωτόκολλα. Μόνο αυτό το «πού θα πέσεις» που θυμάμαι από παιδάκι. Σαν να βουτάς σε άγνωστα νερά. Ή σαν να περπατάς στους δρόμους της Αθήνας που, αν «πέσεις» σε σπασμένη πλάκα πεζοδρομίου, έπεσες κυριολεκτικά. Μια ρευστότητα ενίοτε εξωτική αλλά, κατά κανόνα, δυσβάσταχτη. Ενα στοίχημα ακόμη και για τα αυτονόητα. Μήπως γι’ αυτό μεγαλουργούν συνήθως οι Ελληνες στο εξωτερικό; Γιατί δεν «πέφτουν»;

Γράψτε το σχόλιο σας