Του Πέτρου Ιωαννίδη*

Το βράδυ των εκλογών του Mαΐου 2019, ούτε ο πιο αισιόδοξος οπαδός του ΣΥΡΙΖΑ δεν θα περίμενε ότι ένα μήνα μετά, το ποσοστό του κόμματος θα ξεπερνούσε το 31%. Είχε προηγηθεί μια εκστρατεία επιθετική και με λάθος στόχευση, η οποία οδήγησε σε ένα πολύ αρνητικό αποτέλεσμα που εξέπληξε – μόνο – το επιτελείο του κ. Τσίπρα. Αν και στις 40 μέρες που μεσολάβησαν μέχρι τις εθνικές εκλογές επιχειρήθηκε μια πιο «catch-all» στρατηγική και το «με την Ελλάδα των πολλών», έγινε «όλοι μαζί», εντούτοις αυτό που απέπνεε η καμπάνια ήταν μια αντιπολιτευτική λογική, μια «ψυχοσύνθεση» που ταίριαζε πιο πολύ σε ένα αντιπολιτευόμενο κόμμα και όχι σε κόμμα που βρισκόταν στην εξουσία για σχεδόν 5 χρόνια (Α. Βενετή, Σ. Πουλακιδάκος, «Η Εφημερίδα των Συντακτών», 23/6/2019).

Πού οφείλεται λοιπόν η άνοδος των ποσοστών του ΣΥΡΙΖΑ; Πρώτον, στο εμφατικό αποτέλεσμα των ευρωεκλογών που πυροδότησε αντιδεξιά αντανακλαστικά, δεύτερον, στο ότι παραδοσιακά υπάρχουν αλλαγές στην εκλογική συμπεριφορά μεταξύ εκλογών πρώτης (εθνικές) και δεύτερης (ευρωεκλογές) τάξης και τρίτον, στο ότι ο κ. Τσίπρας το τελευταίο δεκαήμερο «πήρε το παιχνίδι» πάνω του και με μια λιγότερο επιθετική ρητορική (βλέπε συνέντευξη στον Σκάι και συμβολισμός αυτής) κατάφερε να προσελκύσει ψηφοφόρους που δεν ήθελαν το αποτέλεσμα των εκλογών να οδηγήσει στην απόλυτη κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας. Παρ’ όλη την αύξηση των ποσοστών του ΣΥΡΙΖΑ ωστόσο, δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε ότι σχεδόν αντίστοιχη αύξηση σε σχέση με τις ευρωεκλογές είχε και η Νέα Δημοκρατία, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Βεβαίως, το αποτέλεσμα των εθνικών εκλογών καθιστά τον ΣΥΡΙΖΑ κυρίαρχο στον κεντροαριστερό χώρο. Ωστόσο, τους μήνες που ακολούθησαν, με τον ΣΥΡΙΖΑ να είναι πλέον στην αντιπολίτευση, έχουμε παρατηρήσει ότι το κόμμα του κ. Τσίπρα ακολουθεί μια αντιφατική και συχνά μη συνεπή στρατηγική. Από τη μία βλέπουμε τον αρχηγό του να κάνει άνοιγμα στην Κεντροαριστερά με ταυτόχρονη προσχώρηση στον ΣΥΡΙΖΑ εμβληματικών προσώπων των «μνημονιακών» κυβερνήσεων και από την άλλη στελέχη του να ασκούν σφοδρή κριτική σε πρώην πρωθυπουργούς του ΠΑΣΟΚ (Παπανδρέου, Σημίτης). Μια κριτική η οποία είναι σαφώς εντονότερη από εκείνη σε παλαιότερες κυβερνήσεις της ΝΔ (βλέπε Καραμανλής). Μην ξεχνάμε άλλωστε και την πρόσφατη «εμμονική» στήριξη στην υποψηφιότητα Παυλόπουλου, κάτι που δε βοήθησε στην εμπέδωση της «κεντροαριστερής» τοποθέτησης.

Επιπλέον, αντιφάσεις διακρίνουμε και σε άλλα επίπεδα. Οποτε προκύπτει μια θετική είδηση για την οικονομία ο ΣΥΡΙΖΑ σπεύδει να καρπωθεί την έξοδο της χώρας από την κρίση. Την ίδια στιγμή όμως βλέπουμε αντιδράσεις που θυμίζουν εποχές προ του 2015, όπως για παράδειγμα η πρόσφατη δήλωση «δεν υπάρχει ανάπτυξη με παιδιά που λιποθυμούν από την πείνα» ή σκληρές «αντιμνημονιακές» κορώνες στελεχών του. Παράλληλα ακολουθεί μια τακτική του «όχι σε όλα» (ακόμα και σε φιλοπεριβαλλοντικές πολιτικές) και μια σφοδρή κριτική στην κυβέρνηση σε πράγματα που και εκείνος χειρίστηκε αναποτελεσματικά (βλέπε π.χ. κατάσταση σε καταυλισμούς προσφύγων).

Είναι κατανοητό ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αυτή την περίοδο προσπαθεί να κάνει αυτό που γνωρίζει πολύ καλά, δηλαδή σκληρή αντιπολίτευση, ωστόσο η αποτελεσματικότητα μιας τέτοιας προσέγγισης θα μπορούσε να αμφισβητηθεί. Πρώτον, γιατί το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης έχει πλέον κυβερνητικό παρελθόν και μάλιστα πρόσφατο. Το αντι-ΣΥΡΙΖΑ ρεύμα που δημιουργήθηκε στην κοινωνία τα τελευταία χρόνια (Η. Νικολακόπουλος, «Η Εποχή», 22/7/2018, Γ. Μοσχονάς, «Το Βήμα», 28/7/2019) εξακολουθεί να υφίσταται και δεύτερον υπάρχει πλέον στα αριστερά του ένας πολιτικός παίκτης (ΜέΡΑ25)  ο οποίος μπορεί να εκφράσει περισσότερο ειλικρινά τον αντισυστημικό χώρο. Ο ΣΥΡΙΖΑ άλλωστε δεν φαίνεται να λογίζεται ως αντισυστημικό κόμμα πια, όπως το 2012 ή το 2014. Τρίτον, γιατί οι συνθήκες στη χώρα δεν είναι ίδιες με την περίοδο προ του 2015. Οι οικονομικοί δείκτες βελτιώνονται και οι πολίτες είναι περισσότερο αισιόδοξοι από τότε. Επίσης η περίοδος της ισχυρής αποστοίχισης του εκλογικού σώματος (Γ. Μοσχονάς, «Το Βήμα», 9/8/2019) έληξε τον Ιούλιο της περασμένης χρονιάς.

Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι σύμφωνα με το exit poll των εθνικών εκλογών, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχασε μόνο στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα, αλλά παρουσίασε τη μεγαλύτερη πτώση του, σε σχέση με τον Σεπτέμβριο 2015, στους αγρότες, στις νοικοκυρές, στους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα, στους συνταξιούχους και στους αποφοίτους Γυμνασίου/Λυκείου.

Εν κατακλείδι θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι λογικό εν μέρει το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, μετά από τρεις εκλογικές ήττες, να ψάχνει να βρει τον βηματισμό του και την επανατοποθέτησή του στο πολιτικό σκηνικό. Θα πρέπει όμως να αποφασίσει και το με ποιους θέλει να πάει και ποιους να αφήσει, έχοντας κατά νου ότι η κοινωνία δεν έχει μείνει στην προ 2015 περίοδο.

Ο Πέτρος Ιωαννίδης είναι πολιτικός αναλυτής της aboutpeople

Γράψτε το σχόλιο σας