Ξέρω, ο κόσμος καίγεται – αλλά είναι ώρα να πούμε δυο τρία πράγματα για αυτό που λέμε πολιτισμό, για χώρους και θεσμούς δηλαδή στόχος των οποίων είναι η αισθητική και η πνευματική καλλιέργεια. Οι κυβερνήσεις του Αλέξη Τσίπρα χρησιμοποίησαν τον πολιτισμό για δημόσιες σχέσεις, για να βολέψουν δικούς τους ή για να προωθήσουν λόγους που θεωρούνταν ευρύτερα αριστεροί. Οι πολιτιστικοί θεσμοί έφεραν σε αμηχανία τη νέα κυβέρνηση, η οποία δεν ήξερε τι να κάνει, ακόμα δεν έχει σαφή εικόνα. Η επιλογή της Λίνας Μενδώνη έχει στόχο την αρχαιότητα, πρόσωπα και θεσμούς γύρω απ’ αυτή, αλλά μια κανονική χώρα, ακόμα και η Ελλάδα, δεν είναι δυνατόν να κινείται κυρίως γύρω από την κληρονομιά της αρχαιότητας, γύρω από έναν εθνικό φολκλορισμό.

Εκτός από τα διάφορα αρχαιολογικά μουσεία, ποιοι είναι οι περίφημοι πολιτιστικοί θεσμοί που επιδοτούνται ή ελέγχονται από το ελληνικό κράτος; Το Εθνικό Θέατρο και το ΚΘΒΕ, το Μέγαρο Μουσικής, η (σκανδαλωδώς εκτός πολιτιστικού γίγνεθαι) Εθνική Πινακοθήκη, η Εθνική Λυρική Σκηνή, η Εθνική Βιβλιοθήκη, το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, μερικά φεστιβάλ κ.λπ.

Εξι μήνες μετά τη νίκη της ΝΔ στις εκλογές του 2019, η νέα κυβέρνηση έχει παρέμβει σχεδόν σε όλους τους οργανισμούς – με εξαίρεση το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και το Κέντρο Κινηματογράφου. Η παρέμβασή της είναι διαχειριστική. Αλλαξε κάποια παλιά διοικητικά συμβούλια με νέα, δίνει τη δυνατότητα σε καινούργιες ομάδες διαχείρισης να κάνουν μια δουλειά δεδομένων προδιαγραφών – και είναι εμφανής ο ανταγωνισμός διαφόρων στις δημόσιες σχέσεις για θέσεις εξουσίας.

Αλλά μήπως όλα είναι πολύ γραφειοκρατικά για να είναι πολύ ωραία; Μήπως δηλαδή το ζητούμενο για τους πολιτιστικούς θεσμούς δεν μπορεί να είναι απλώς η διαχείριση; Μήπως λείπουν οι βαθείς γνώστες της παγκόσμιας αγοράς του πολιτισμού που θα μπορούσαν να εμπνεύσουν τον διάλογο με την εγχώρια αγορά – κερδίζοντας κοινά ευρύτερα των μυημένων; Δεν θέλω να ακούγομαι ισοπεδωτικός. Η ηγεσία της Λυρικής Σκηνής, ο Σταύρος Ζουμπουλάκης στην Εθνική Βιβλιοθήκη, ο Ορέστης Ανδρεαδάκης στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης κάνουν σπουδαίο έργο. Κι οι νέες διοικήσεις παλαιών θεσμών θα κριθούν.

Εχω όμως πάντα στο μυαλό μου το παράδειγμα του Γιώργου Λούκου. Ηρθε στο Φεστιβάλ Αθηνών και το άλλαξε, χωρίς πομπώδεις διακηρύξεις το μετέτρεψε σε περιοχή διαλόγου μιας παγκόσμιας αγοράς των αναπαραστατικών κυρίως τεχνών. Και ταυτόχρονα, το έθεσε στο κέντρο της ζωής της πρωτεύουσας, πετυχαίνοντας να προσελκύσει κυρίως τους νέους. Την ίδια στιγμή, επιχείρησε να αλλάξει την Επίδαυρο, από χώρο έκθεσης αναγνώσεων του αρχαίου δράματος σε επίκεντρο μιας παγκόσμιας θεατρικής σκηνής του υψηλού – στην οποία συμμετέχουν ισότιμα οι Ελληνες. Ο Λούκος διώχτηκε συκοφαντημένος από την ηγεσία στο υπουργείο Πολιτισμού του Αριστείδη Μπαλτά και το Φεστιβάλ αμέσως εξαχνώθηκε – μετατράπηκε σε διαχειριστική έκθεση παραστάσεων που κάπως κάπου έχουν συζητηθεί. Διαβάζω μάλιστα στον Μικροπολιτικό ότι ένας από τους διώκτες του επιδιώκει σήμερα διευθυντική θέση.

Λυπάμαι που η νέα ηγεσία του υπουργείου Πολιτισμού δεν είχε την ευστροφία να αποκαταστήσει τον Λούκο. Οχι επειδή ο ίδιος έχει ανάγκη την αποκατάστασή του. Αλλά επειδή η χώρα έχει ανάγκη το παράδειγμά του: τη βαθιά γνώση και το πάθος. Αυτό που λείπει από τη γραφειοκρατική συγκρότηση των θεσμών του πολιτισμού.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο