Δύο νοσοκόμοι χτυπούν το κουδούνι σ’ ένα φτωχικό σπίτι. Ανοίγει ο άνδρας της οικογενείας. «Γεια σας», τον χαιρετάει ο πρώτος νοσοκόμος· «μπορούμε να έχουμε το συκώτι σας;». «Τι πράγμα;», ρωτάει έκπληκτος ο οικογενειάρχης. «Το συκώτι σας», επαναλαμβάνει νηφάλια ο νοσοκόμος· «είναι ένας μεγάλος αδένας στο υπογάστριο. Είναι καφεκόκκινο, κάπως…». «Ναι, ξέρω τι είναι», τον διακόπτει ο οικογενειάρχης, «αλλά το χρειάζομαι αυτή τη στιγμή». «Ελάτε, κύριε», σπρώχνουν τον οικογενειάρχη παράμερα και μπαίνουν στο σπίτι, «μη μας χασομεράτε».

Του παίρνουν βίαια ένα πορτοφόλι με κάρτες και ταυτότητες. Ο πρώτος νοσοκόμος κουνάει ειρωνικά στον οικογενειάρχη μια κάρτα: «Τι έχουμε εδώ; Τι είναι αυτό, λοιπόν;». «Κάρτα δωρητή οργάνων», παραδέχεται ο οικογενειάρχης. «Χρειάζεται να πούμε κι άλλα;», καταλήγει αυτονόητα ο νοσοκόμος. «Οχι, ακούστε», δηλώνει πανικόβλητος ο οικογενειάρχης, «δεν μπορώ να σας το δώσω τώρα. [Η κάρτα] λέει: «Σε περίπτωση θανάτου». Θεέ μου!». «Μέχρι τώρα δεν βγάλαμε από κανέναν το συκώτι και να επέζησε», αποφαίνεται αυτάρεσκα ο πρώτος νοσοκόμος. Ο δεύτερος νοσοκόμος αναλαμβάνει να φέρει εις πέρας την επέμβαση: «Ξαπλώστε εδώ, κύριε· δεν θα πάρει ούτε ένα λεπτό».

Ενόσω ο δεύτερος νοσοκόμος τού βγάζει το συκώτι με μια τεράστια τανάλια και ο οικογενειάρχης τον πιτσιλάει με αίματα σφαδάζοντας από τους πόνους, εμφανίζεται στο δωμάτιο η κυρία του σπιτιού. Δεν δείχνει αναστατωμένη. «Τι συμβαίνει;», ρωτάει ψύχραιμα. «Δωρίζει το συκώτι του, κυρία», απαντάει ο πρώτος νοσοκόμος. «Επειδή έκανε αίτηση για μια από αυτές τις χαζές κάρτες;». «Σωστά, κυρία». «Χαρακτηριστικό εκ μέρους του. Πηγαίνει στη δημόσια βιβλιοθήκη και υπογράφει ό,τι βρει κι έπειτα γυρνάει σπίτι όλο καλές προθέσεις. Δίνει αίμα, βοηθάει στην έρευνα για τα κρυολογήματα κι άλλα παρόμοια». Δείχνει το συκώτι του άνδρα της: «Τι τα κάνετε όλα αυτά, εν πάση περιπτώσει;». «Σώζουν ζωές, κυρία». «Αυτό έλεγε κι εκείνος. «Είναι για το καλό της χώρας», έλεγε. Πιστεύετε πως όλα γίνονται για το καλό της χώρας;».

Μεσολαβεί ένα πέρασμα του έφηβου γιου της οικογενείας – πάλι σαν να μην τρέχει τίποτε – και η σκηνή μεταφέρεται στην κουζίνα, όπου η κυρία του σπιτιού ετοιμάζει τσάι στους νοσοκόμους.

Ο πρώτος νοσοκόμος φαίνεται να τη φλερτάρει διακριτικά. «Συνειδητοποιείτε», της λέει, «πως έπρεπε να είναι νεκρός, σύμφωνα με τους όρους της κάρτας, πριν δώσει το συκώτι του;». «Του το είπα, αλλά δεν με ακούει ποτέ, ο ανόητος». «Αναρωτιόμουν», επιμένει ο νοσοκόμος, «τι σκέπτεστε να κάνετε από τώρα και στο εξής. Θα μείνετε μόνη; Ή, ας πούμε, υπάρχει κάποιος άλλος κάπου στον ορίζοντα;». «Είμαι πολύ μεγάλη για τέτοια», αποκρίνεται η κυρία φιλάρεσκα· «η νεότητά μου έχει περάσει». «Καθόλου· είστε πολύ ελκυστική». «Σίγουρα δεν σκέφτομαι να ξαναπαντρευτώ». «Σίγουρα;». «Σίγουρα». «Μπορούμε να πάρουμε το συκώτι σας τότε;».

 

Το σπαρταριστό απόσπασμα είναι από το «Νόημα της ζωής», την ταινία των Μόντι Πάιθον που συνυπέγραψαν το 1983 ο Τέρι Γκίλιαμ και ο Τέρι Τζόουνς. Ο δεύτερος πέθανε πριν από λίγες μέρες, σε ηλικία 77 χρονών. Στο συγκεκριμένο σκετσάκι ερμήνευε την κυρία του σπιτιού. Γενικώς ερμήνευε γυναίκες αυταρχικές και ηδυπαθείς με έναν απαράμιλλο μπρίο. Οι περισσότεροι θα τον θυμούνται από τη «Ζωή του Μπράιαν» (1979), όπου ερμήνευε τη μητέρα του ομώνυμου ήρωα, καθώς και την αμίμητη ατάκα της όταν το πλήθος τον μπερδεύει με τον αναμενόμενο Μεσσία: «Δεν είναι ο Μεσσίας! Είναι ένα πολύ άτακτο αγόρι!».

Η ακμή των Μόντι Πάιθον συνέπεσε με τη νιότη της δικής μου γενιάς, τους σημερινούς εξηντάρηδες, και την ταρακούνησε συθέμελα. Στη σειρά ντοκιμαντέρ «The seventies» (με συμπαραγωγό κι ενίοτε σχολιαστή τον Τομ Χανκς) που πρόβαλε πρόσφατα το One Channel, στο επεισόδιο με τον εύγλωττο τίτλο «Οταν η τηλεόραση γίνεται αληθινή», βλέπουμε πόσο οι Μόντι Πάιθον ταρακούνησαν και την αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, πώς το απρόβλεπτο, βλάσφημο, καταλυτικό χιούμορ τους υποχρέωσε ακόμη και τους συντηρητικούς Αμερικανούς να διαχωρίσουν την κωμωδία σε Προ Μόντι Πάιθον και σε Μετά Μόντι Πάιθον εποχή. Περιττό να προσθέσουμε ότι αυτό το είδος κωμωδίας μονάχα στη Μεγάλη Βρετανία, με τη μακραίωνη φλεγματική ανεκτική παράδοση, θα μπορούσε να βρει τον απαραίτητο ζωτικό χρόνο για να επιβιώσει – μολονότι κι εκεί οι αναταράξεις και οι αντιδράσεις, τουλάχιστον στην αρχή, δεν ήταν λίγες.

 

Κι εδώ; Ποια κληρονομιά άφησαν οι Μόντι Πάιθον στη χώρα που βαυκαλίζεται ότι κληροδότησε στην υφήλιο τον Αριστοφάνη; Τα σχετικά πρόσφατα παρατράγουδα με το silly walk στη μαθητική παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου καταδεικνύουν πως μια νέα γενιά, που δεν γνώρισε τους Μόντι Πάιθον από πρώτο χέρι, ούτε σοκαρίστηκε από τα ρηξικέλευθα ήθη που έφεραν στον κόσμο της κωμωδίας, αρκείται σε μια επιδερμική μίμηση και σε μια ακόμη πιο επιδερμική πρόκληση. Μονάχα που αυτή δεν είναι και η χειρότερη δυνατή εξέλιξη.

Πάρετε για παράδειγμα τη σκηνή από το «Νόημα της ζωής» που σας παρέθεσα αναλυτικά στην αρχή. Μπορείτε, φυσικά, να την εντοπίσετε σε άπειρα φίλα προσκείμενα κανάλια του YouTube που ανεβάζουν αποσπάσματα από τις κινηματογραφικές ταινίες τους και τα τηλεοπτικά τους προγράμματα – αλλά γνωρίζετε και πού αλλού; Θυμόμουν μέσες άκρες τη σκηνή με τη «Μεταμόσχευση ζωντανών οργάνων», αλλά για να αποδώσω τους διαλόγους με ακρίβεια, ανέτρεξα σ’ ένα παραθρησκευτικό/παραϊατρικό διαδικτυακό κανάλι, από αυτά που έχουν ξεφυτρώσει σαν μανιτάρια τον τελευταίο καιρό και κινδυνολογούν εναντίον των εμβολίων ή, εν προκειμένω, εναντίον της δωρεάς οργάνων.

 

Ξέρετε κάτι; Η Ελλάδα συγκαταλέγεται ανάμεσα στις τελευταίες χώρες όλης της Ευρώπης, τόσο της Δυτικής όσο και της Ανατολικής, όσον αφορά τους δότες μοσχευμάτων. Για όποιον ψάχνει απεγνωσμένα ένα συμβατό συκώτι, ένα συμβατό πάγκρεας ή μια συμβατή καρδιά προκειμένου να βελτιώσει την καθημερινή ποιότητα της ζωής του ή και απλώς να μην αναχωρήσει για τους επουράνιους λειμώνες, ήδη αποτελεί χλεύη η άρνησή μας να σώσουμε έναν συνάνθρωπό μας όταν δεν θα βρισκόμαστε εμείς πλέον στη ζωή και με αυτόν, τον έμμεσο τρόπο, να παρατείνουμε και τη δική μας «παρουσία» στον πλανήτη.

Ας πούμε όμως ότι και ο εαυτουλιδισμός – ακόμη, όπως εδώ, και ο εαυτουλιδισμός… άνευ αντικειμένου – είναι δικαίωμά μας· σε κανέναν δεν θα επιτρέψουμε να πειράξει την αρτιμέλειά μας, έστω και αν είναι μια μεταθανάτια αρτιμέλεια, ένα πλήρες γεύμα μονάχα για τα σκουλήκια. Από αυτό το σημείο κι έως το να χρησιμοποιούμε ένα απόσπασμα από τους Μόντι Πάιθον προκειμένου να μεταφέρουμε το ακριβώς ανάποδο από το δικό τους μήνυμα είναι μια «διαστροφή» που ούτε από το δικό τους μυαλό ποτέ θα περνούσε.

Γράψτε το σχόλιο σας