Ασκώ, όπως έλεγε ο Εζρα Πάουντ, το μίζερο επάγγελμα της κριτικής για πενήντα χρόνια, και μάλιστα στις ίδιες φιλόξενες και ιστορικές εφημερίδες του εκδοτικού συγκροτήματος που ίδρυσε ο δάσκαλος από την Κρήτη Δημήτρης Λαμπράκης το 1922, λίγο πριν από την Καταστροφή, όταν είχε απορριφθεί από τον ελληνικό λαό στις κάλπες ο μέγας Ελευθέριος Βενιζέλος, για να βοηθήσει η έκδοση φιλικών στο κόμμα του εφημερίδων σαν ανάχωμα στον σωρό από κοτρόνες που είχαν ανυψώσει οι Αθηναίοι στο Ανάθεμα εναντίον του, για να τον ευχαριστήσουν προφανώς για την αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης το 1907 και τους ένδοξους Βαλκανικούς Πολέμους που διπλασίασαν την Ελλάδα, ενώ ανοίγονταν προοπτικές να αναδειχθούν ο πολιτισμός και ο πλούτος της Μικράς Ασίας ώστε να υπάρξει συνέχεια της παράδοσης του Ηράκλειτου, του Ηρόδοτου, του Αλέξανδρου.

Ημουν λοιπόν ευτυχής σ’ αυτά τα ιστορικά έντυπα να συναντήσω – εκτός των άλλων σημαντικών προσώπων που προκάλεσαν και ενέπνευσαν ή αντιστάθηκαν στις απόψεις μου – στα ηνία του χάρτινου άρματος (συχνά δρεπανηφόρου) τον Ανδρέα Δημάκο, διευθυντή στο «Βήμα», που είχε μεταφράσει ήδη από το 1930 στα ελληνικά Εζρα Πάουντ. Θα μείνω μόνο στους απελθόντες από τη ζωή ανθρώπους που σημάδεψαν τον νεοελληνικό πολιτισμό και την πολιτική περιπέτεια. Ο Λέων Καραπαναγιώτης, διευθυντής στο «Βήμα» και στα «ΝΕΑ», εκείνος με μετέθεσε εκεί, όταν το ημερήσιο «Βήμα» διέκοψε την έκδοσή του. Ο Καραπαναγιώτης με σπουδές εξαίσιες στο Παρίσι έφερε στις εφημερίδες μια σπάνια ενημέρωση όχι μόνο στην πολιτική και οικονομική ζωή του γνωστού κόσμου, αλλά και στα πολιτιστικά τολμηρά ανοίγματα της μεταπολεμικής εποχής. Σημειώνω εδώ πως ήδη το 1955 στις σελίδες του αριστερού έξοχου περιοδικού «Επιθεώρηση Τέχνης» δημοσιεύτηκε μετάφρασή του από τα ρωσικά Ωδής του Μαγιακόφσκι.

Διαδέχτηκα το 1971 στη στήλη της θεατρικής κριτικής του «Βήματος» με ένθερμη υπόδειξή του τον Αγγελο Τερζάκη και λίγο αργότερα ως επιφυλλιδογράφος εναλλασσόμουν στην καθημερινή υποσελίδια επιφυλλίδα με τον Δημαρά, τον Βενέζη, τον Ι. Κακριδή, τον Ανδρόνικο, τον Μαρωνίτη. Τι σχολείο και τι υπέροχη πρόκληση.

Οταν αργότερα πέρασα στα «ΝΕΑ» ως κριτικός λογοτεχνίας, ήταν πριν φύγει αιφνίδια από τη ζωή ο Βαρίκας (αυτόν διαδέχτηκα στη θεατρική κριτική στη νέα εφημερίδα). Εικαστική κριτική η Ελένη Βακαλό, μουσικός κριτικός ο Λεωτσάκος. Κι εγώ νεότερος και πάντα μαθητευόμενος θεατρικός κριτικός.

Ο αείμνηστος διευθυντής Γιάννης Καψής με έριξε στα βαθιά και μου ζήτησε καθημερινό πολιτιστικό σχόλιο των 150 λέξεων. Για δύο χρόνια δημοσιεύτηκαν γύρω στα 800 σχόλια που τα εξέδωσα με το ψευδώνυμο που υπέγραφα «Πλάγιες ερωτήσεις του Πορφύριου».

Υστερα ήλθαν οι επιφυλλίδες των «ΝΕΩΝ» σ’ αυτή τη θέση που τώρα πια αριθμούν 35 χρόνια εβδομαδιαίως, 1.200 λέξεων. Δεν γράφω αυτά τα βιογραφικά στοιχεία παρά για έναν λόγο που ελπίζω να εκτιμηθεί.

Η κριτική, η όποια κριτική, στη δική μου περίπτωση του θεάτρου, της εκπαίδευσης, της γλώσσας και των θεμελιωδών ηθών, καθώς και η ανάλυση σημαντικών για την ιστορία του πνεύματος κειμένων αντιμετώπιζαν συνεχώς δρώσες πνευματικές προσωπικότητες με τις δημιουργίες τους και τα κείμενά τους ή και τις δημόσιες δράσεις τους.

Εκκίνησα με δύο παραδοχές που τελικά είναι μία: «Η κριτική είναι δημόσια ανάληψη ευθύνης» (Κάντιος) και «Κριτική είναι τεκμήρια, λογικά και πραγματολογικά». Δεν γνωρίζω έως τώρα (πάντα με τρώει η αγωνία) αν έγινα αποδεκτός μ’ αυτά τα προαπαιτούμενα.

Ενα άλλο θέμα, κυρίως στην κριτική θεάτρου, ήταν το φοβερό ερώτημα: Για ποιον γράφω; Ποιον ενδιαφέρουν αυτά που γράφω;

Εφτασα στο επηρμένο συμπέρασμα πως δεν μπορώ να γραδάρω τους αναγνώστες που με χρειάζονται, έστω και για να με απορρίψουν. Παρόλο που ως εκπαιδευτικός (στη Μέση και στην Ανώτατη Εκπαίδευση 40 χρόνια) γνώριζα ότι δεν ξέρει από θέατρο ο απόφοιτος Λυκείου στην Ελλάδα. Δυστυχώς χρειάστηκε να μάθω πως δεν ήξερε και ο πρωτοετής της Θεατρολογίας! Αποφάσισα λοιπόν να ανοίξω έναν διάλογο με τους παράγοντες του θεάτρου και των συγκεκριμένων παραστάσεων που έβλεπα: συγγραφείς, μεταφραστές, σκηνοθέτες, εικαστικούς, μουσικούς, χορογράφους και βέβαια ηθοποιούς. Είχα στην εποχή κατά την οποία ξεκίνησα απέναντι στη θέση που μου δινόταν για να παρακολουθήσω μια παράσταση: τον Αισχύλο, τον Σαίξπηρ, τον Μολιέρο, τον Ιψεν, τον Τσέχοφ, τον Μπρεχτ, τον Αρθουρ Μίλερ, τον Λόρκα, τον Μισίμα, τον Ζενέ, τον Ντίρενματ, τον Μπέκετ και βέβαια τον Ξενόπουλο, τον Τερζάκη, τον Καμπανέλλη, τον Μάτεσι αλλά και τον Ψαθά, την επιθεώρηση, το μιούζικαλ, το θέατρο για παιδιά. Για καθέναν από αυτούς τους συγγραφείς και τα είδη (τραγωδία, κωμωδία, φάρσα, σάτιρα, παραβολή) χρειάζεται ειδική σκευή και ειδικός αναπνευστήρας. Πέρα από τις γενικές αρχές τού τι είναι υποκριτική, ρυθμός, ήθος, ύφος, σχολή, χειρονομημένος λόγος κ.τ.λ.

Και κάτι άλλο άτεγκτο ως ερώτημα. Με ποιο πρότυπο κρίνεται μια παράσταση ή μια ερμηνεία ρόλου; Βλέπεις π.χ. έναν Αμλετ στην Αθήνα και κρίνεις τον πρωταγωνιστή με κριτήριο απόλυτης εκτίμησης (προσωπικής ή εξ αναγνώσεων) ή με κριτήριο τα επιτεύγματα μεγάλων ερμηνευτών του παρελθόντος, π.χ. του Λόρενς Ολίβιε, του Σμοκτουνόφσκι; Δεν θα ήταν τουλάχιστον ανέντιμο αν, κρίνοντας ένα έργο ποιητικό του Σικελιανού ή του Καζαντζάκη, δήλωνες ότι δεν έφτασε σε επίπεδα Σοφοκλή ή Τ.Σ. Ελιοτ;

Οταν η τύχη και η ζωή σε έχουν προικίσει με μια πείρα απόλαυσης δεκάδων ερμηνειών του Αμλετ, ξένων και ντόπιων πρωταγωνιστών, πώς κρίνεις τον τελευταίο που μοχθεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις ενός αισθητικού και ιδεολογικού θηρίου; Με απλά λόγια, πού βάζεις τον πήχη; Σε μια ιδανική δικής σου έμπνευσης ερμηνεία ή στο κατά πόσο η ερμηνεία που κρίνεις ξεπέρασε ή υπολείπεται συγκεκριμένων ερμηνειών που αποτέλεσαν αναγνωρισμένους σταθμούς στην ενσάρκωση του ρόλου;

Ή πάλι διαγράφεις ιδανικές ερμηνείες και ιστορικές και αντιμετωπίζεις έναν ηθοποιό ως αυτόνομο και ανεξάρτητο από συγκρίσεις πρότυπο;

Κάθε ηθοποιός έχει τα οικοδομικά του υλικά για να χτίσει έναν ρόλο: σώμα, κίνηση, φωνή, νεύρα και συναισθήματα. Με τα υλικά που έχεις στη διάθεσή σου χτίζεις Παρθενώνα, Πυραμίδα του Χέοπος, Αγια-Σοφιά και Παναγία των Παρισίων.

Μ’ αυτά λοιπόν τα κριτήρια, κάθε φορά σε ειδικές, βολικές για την ερμηνεία συνθήκες, χτίζονται και οι ρόλοι αλλά και η κριτική. Καθείς και τα όπλα του, που λέει ο Ελύτης.

Οταν ξεκίνησα αυτή την περιπέτεια, είχα να κρίνω θηρία υποκριτικά, σκηνοθετικά, μουσικά, εικαστικά και βέβαια συγγραφικά.

Ξέρετε τι είναι να είσαι ο πρώτος κριτικός που γράφει και εκτιμά έναν καινούργιο συγγραφέα, όπως π.χ. ο Διαλεγμένος, και η γνώμη σου να σε εκθέτει ανεπανόρθωτα στον χρόνο; Οσο περισσότερες φορές επαληθεύεται τόσο ενισχύει το κριτικό σου κύρος.

Ο κ. Κόινερ, ο μέσος άνθρωπος του έξοχου έργου του Μπρεχτ, ρωτήθηκε παραμονές Πρωτοχρονιάς τι σκοπεύει να κάνει τη χρονιά που έρχεται. Απάντησε: «Το επόμενο λάθος μου»!

Οταν ο αείμνηστος Τερζάκης με συνέστησε σ’ αυτόν τον φιλόξενο οίκο της δημόσιας ανάληψης ευθύνης της γνώμης σου, δεν πίστευα πως θα είχα το σχεδόν παγκόσμιο προνόμιο να ασκώ κριτική στις ίδιες σελίδες αδιαλείπτως κάθε εβδομάδα επί περίπου 50 (παρά λίγους μήνες) χρόνια. Και χαίρομαι όταν φοιτητές μου γίναν συνάδελφοι και μάλιστα με θεωρητικά εφόδια που τους επιτρέπουν να κρίνουν με ιστορικά τεκμήρια και γνώση της ιδιαιτερότητας των μορφών και των ειδών. Η Ματίνα Καλτάκη («Καθημερινή») και ο Γρηγόρης Ιωαννίδης («Εφημερίδα των Συντακτών») με ενθουσιάζουν συχνά και μάλιστα και κυρίως όταν με επιχειρήματα διαφωνούμε!

Γράψτε το σχόλιο σας