Πριν από λίγα βράδια, μια παρέα φίλων βρεθήκαμε σε ένα άτυπο εορταστικό ραντεβού το οποίο επαναλαμβάνεται τα τελευταία χρόνια. Ηλικιακά, καλύπταμε μια γκάμα που, ως προς τη χρονολογία γέννησης, ξεκινούσε από το τέλος της δεκαετίας του 1940 και τέλειωνε στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Δεν υπήρξαμε όλοι μεταξύ μας κολλητοί.

Διασταυρωνόμασταν σε ξέφρενες διακοπές, σε μυθικά (λόγω της νιότης μας) ξενύχτια που διαρκούσαν… κάμποσα 24ωρα, σε ταξίδια, σε κλαμπ και λοιπά στέκια. Εχουμε δηλαδή κοινές συναναστροφές, κοινές εμπειρίες, κοινές αναμνήσεις. Κάποια στιγμή ωστόσο αναρωτηθήκαμε ποιο είναι το πνεύμα που μας συνδέει. Τα χαρακτηριστικά της συγκολλητικής μας ύλης. Και τότε συνειδητοποιήσαμε ότι είμαστε όλοι baby boomers.

Διεθνώς ο όρος αναφέρεται στα παιδιά που γεννήθηκαν ανάμεσα στο 1946 και το 1964, ορίζει την πρώτη μεταπολεμική γενιά και πήρε το όνομά του από την έκρηξη του αριθμού των γεννήσεων που ακολούθησε το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Παρά τις διαφορές – κυρίως χρονικές – από τόπο σε τόπο, μοιάζει να υπάρχει ένα νήμα που ενώνει αυτήν τη γενιά στις δυτικές χώρες, κάτι που θα μπορούσε να είναι ο σπόρος της μετέπειτα αποκαλούμενης παγκοσμιοποίησης. Λίγο πιο νωρίς λίγο πιο αργά, ανάλογα με τη χώρα, οι baby boomers είναι τα παιδιά της κατανάλωσης. Οχι μόνο αγαθών αλλά και τεχνών, ιδεών, επαναστάσεων, ανατροπής ρόλων και στερεοτύπων στην οικογένεια, την εργασία, την κοινωνία, τον έρωτα.

Κάποιος από την παρέα το είπε με μια δόση υπερηφάνειας που καλοάρεσε σε όλους μας. «Είμαστε η πιο ευτυχής γενιά του 20ου αιώνα και ξεχάστε το ότι θα υπάρξει ευτυχέστερη τις επόμενες δεκαετίες».

Ετσι είναι. Η πρώτη γενιά, ύστερα από αρκετές, που δεν γνώρισε πόλεμο και μεγάλωσε συντονισμένη με την αλματώδη παγκόσμια ανάπτυξη. Ζήσαμε πολύ καλύτερα από τους γονείς μας αλλά και πολύ πιο εύκολα από τα παιδιά μας. Κολυμπήσαμε στον αφρό της σεξουαλικής επανάστασης και προλάβαμε να χαρούμε τον έρωτα πριν από την επιδημία του AIDS.

Στην Ελλάδα, βέβαια, η χούντα ανέστειλε την εξέλιξη αλλά αυτό έκανε πιο εντυπωσιακό το εφέ της Μεταπολίτευσης. Ηταν όντως συναρπαστικό να ζεις τη νιότη σου στην Ελλάδα του 1980. Οι κοινωνικές τάξεις έτειναν στο να αφομοιωθούν, μπορούσαμε να κάνουμε, χωρίς ιδιαίτερη εξειδίκευση, το κέφι μας επάγγελμα, βγάζαμε περισσότερα χρήματα από τους γονείς μας και κολλούσαμε από κίνηση στην Πατησίων στις δύο μετά τα μεσάνυχτα Πέμπτης.

Σιγά σιγά όμως η υπερηφάνεια άρχισε να κατασταλάζει σε μελαγχολία. Αναρωτηθήκαμε αν ήμασταν ευτυχείς ή απλά τυχεροί επειδή καβαλήσαμε το κύμα της Ιστορίας.

Επειδή η εποχή μας έδινε τις λύσεις – ή, έστω, τις δυνατότητές τους – πριν καν βιώσουμε το πρόβλημα. Και μας πρόσφερε την πολυτέλεια να επιλέξουμε την ηλικία ενηλικίωσής μας. Ευφορούμενοι από μια αειφόρα εφηβεία, μήπως τελικά εμείς οι baby boomers είμαστε και λίγο τζάμπα μάγκες σε σχέση με όσα αντιμετώπισαν οι γονείς μας και αντιμετωπίζουν ή έχουν να αντιμετωπίσουν τα παιδιά μας;

Γράψτε το σχόλιο σας