Για ποια θέματα τσακωθήκαμε τις τελευταίες, σκάρτες, δεκαπέντε μέρες; Για τα ξεχειλωμένα εσώρουχα των διαδηλωτών, για τον χριστουγεννιάτικο στολισμό της Αθήνας, για τον Σημίτη, τα Εξάρχεια, το Santa Run, τα αρχαία του σταθμού της Βενιζέλου, τον Δημήτρη Ινδαρέ και την αστυνομική βία. Από σήμερα όμως είμαστε σε απόσταση αναπνοής από τα Χριστούγεννα.

Και με τον ίδιο ακριβώς παροξυσμό του θυμικού που μας κάνει να επικεντρωνόμαστε σε στιγμιότυπα, αγνοώντας την ουσία, από τη Ματρόζου στο Κουκάκι, θα βρεθούμε στη στολισμένη Σταδίου της δεκαετίας του 1960, σε κάποιον Αγιο Βασίλη του 1970, σε ένα χριστουγεννιάτικο δένδρο του 1980. Από τα συρτάρια της νοσταλγίας θα βγουν κάτι λουστρινένια παπουτσάκια, φουστανάκια γιορτινά, χνουδωτοί σκούφοι. Θα νομίζουμε ότι μυρίζουμε τους κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα της μάνας μας (δεν ξέρω κανένα παιδί, ούτε της γενιάς μου ούτε των επόμενων, που να του άρεσαν οι κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα), θα θυμηθούμε τα παλιακά στολίδια και το γιορτινό ΜΙΝΙΟΝ.

Ειλικρινά, έως την παραμονή νομίζω ότι θα έχω γκώσει. Κι ας έχω κι εγώ «υπογράψει», εδώ και χρόνια, την άτυπη συνθήκη με τη χριστουγεννιάτικη νοσταλγία. Φέτος λοιπόν λέω να την παραβώ. Και, παραφράζοντας τον Εγγονόπουλο, να «την τσακίσω εγώ τη νοσταλγία μου». Συνειδητοποιώ ότι με στενεύει όσο μεγαλώνω. Πού να χωρέσει στα παιδικά λουστρινάκια μου 41 νούμερο πατούσα και μάλιστα με κότσι ύστερα από τόσα χρόνια τακουνοφορίας; Ο χνουδωτός σκούφος ίσα που θα στέκεται στην κορυφή των – βαμμένων για να καλύπτονται τα λευκά – μαλλιών μου. Για το βελούδινο φουστανάκι, δεν το συζητώ.

Απαραίτητο στον άνθρωπο, δεν λέω, αλλά και εγωκεντρικό πράγμα η νοσταλγία. Μας εγκλωβίζει σε έναν ιδεατό χρόνο, άχρονο και ανύπαρκτο στην πραγματικότητα. Μας κάνει να ξεχνάμε ότι ενώ εμείς αναπολούμε, τα σημερινά παιδιά χαράζουν, με τα δικά τους μέσα, τις συντεταγμένες των δικών τους χριστουγεννιάτικων αναμνήσεων.

Σε αυτήν την under construction νοσταλγία θέλω να αφοσιωθώ φέτος. Να πάρω τα μικρανίψια μου (δυο αγόρια στα οκτώ και στα εφτά τους χρόνια) να τριγυρίσουμε μαζί σε στέκια που δεν έχουν ξαναπάει, να ακούσουμε μουσικές που δεν έχουν ξανακούσει, να κάνουμε σαχλαμάρες, να φάμε περισσότερα γλυκά από όσα τους επιτρέπουν οι σύγχρονοι διατροφικοί γονικοί κανόνες, να πούμε και καμιά «κακιά» λέξη.

Σε κάποια χρόνια τα ανίψια μου θα είναι παλικαράκια. Αλλα θα νομίζω εγώ ότι θα θυμούνται από τις φετινές, τις προηγούμενες, τις επόμενες γιορτές και άλλα θα θυμούνται εκείνα.

Θα ακούσω στα κλεφτά κανένα «Θυμάσαι τότε με τη θεία που…» και θα είναι σαν να με τραβάει από το μανίκι ο στίχος του Σαββόπουλου. «Μα ο χρόνος ο αληθινός είναι ο γιος μας ο μεγάλος κι ο μικρός».

Θα με ρωτάνε για τα Χριστούγεννα στην «παλιά Αθήνα» και θα τους λέω για το Privilege και το Rock ‘n’ Roll όπως μου έλεγαν εμένα για την Αθηναία και το Μοστρού. Αυτή η σκυταλοδρομία της νοσταλγίας όμως δεν είναι η ζωή; Αντε, καλά μας Χριστούγεννα.

Γράψτε το σχόλιο σας