Ο Παύλος Γερουλάνος, άτυπος αρχηγός της αντιπολίτευσης στον Δήμο της Αθήνας, άστραψε και βρόντηξε όταν είδε τα χριστουγεννιάτικα φωτάκια της Λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας. «Είναι σαν να βγάλεις αύριο τους εύζωνες με ροζ φουστανέλες»(!) είπε και πρόσθεσε πως δεν είναι τυχαία η κατακραυγή του κόσμου που σχολιάζει αρνητικά τη συγκεκριμένη παρέμβαση. «Χαλάσαμε κάτι που ήταν καλό. Αν υπήρχε ένα μέρος, ο χριστουγεννιάτικος στολισμός του οποίου δεν αμφισβητήθηκε ποτέ, αυτή ήταν η Βασιλίσσης Σοφίας.

Δεν έχω αντίρρηση να δούμε τα πράγματα πιο προοδευτικά, είμαι ο τελευταίος που πιστεύει ότι πρέπει να μείνουμε μόνο στις παραδοσιακές μορφές τέχνης και στολισμού μιας πόλης, αλλά όταν υπάρχει μια τέτοια κατακραυγή καλά θα κάνουν όλοι οι άνθρωποι που ενεπλάκησαν σε αυτή την απόφαση να ακούσουν τι λέει ο κόσμος» δήλωσε. Ο δήμαρχος Αθηναίων Κώστας Μπακογιάννης σήκωσε το γάντι.

«Ο Δήμος αγόρασε τελευταία φορά χριστουγεννιάτικα φωτάκια το 2003. Το αποτέλεσμα ήταν ότι το κέντρο της πόλης ήταν υποφωτισμένο. Πολύ μεγάλα κομμάτια της Αθήνας ήταν ξεχασμένα, ξεγραμμένα και μένανε σκοτεινά.

Εμείς λοιπόν απευθυνθήκαμε σε εταιρείες, ιδρύματα και σωματεία και ζητήσαμε βοήθεια. Είπαμε «ελάτε, βάλτε πλάτη για να αλλάξουμε την εικόνα της πόλης». Και να το κάνουμε αυτό όσο γίνεται πιο γρήγορα, αλλά και όσο γίνεται και πιο οικονομικά» τόνισε και παρακάλεσε τον κόσμο να περιμένει την ολοκλήρωση του φωτισμού του κέντρου της πρωτεύουσας, δηλώνοντας πως «όταν αυτός ολοκληρωθεί, όπως έχει σχεδιαστεί, θα αλλάξουν τα αρνητικά σχόλια».

Και μετά πήραν φωτιά τα Facebook και τα Τwitter, όπου όλοι κατέθεσαν τη γνώμη τους: γιατί αυτό επιβάλει η εποχή της κανονικότητας. Οχι πια να τσακωνόμαστε για τα πάντα, αλλά να έχουμε γνώμη για όλα.

Αν ήμασταν στο 2012 στρατιές αγανακτισμένων θα πετούσαν πέτρες στα φώτα της Βασιλίσσης Σοφίας και θα περικύκλωναν το Ιδρυμα Ωνάση. Αν ήμασταν στο 2013, «τα ξενόφερτα φωτάκια της Βασιλίσσης Σοφίας θα ήταν λόγος για να ντρέπεται το σάπιο και διεφθαρμένο σύστημα».

Αν ήμασταν στο 2014 κάποιοι θα είχαν αλυσοδεθεί στο κέντρο ζητώντας να αλλάξει ο φωτισμός, ενώ διάφοροι ψεκασμένοι θα ζητούσαν την παραίτηση του Μπακογιάννη (ή το κλείσιμο του Ιδρύματος Ωνάση) καταγγέλλοντας κάποιου τύπου ξεπούλημα σε ξένους «που πάντα ήθελαν να κάνουν τη Βασιλίσσης Σοφίας σαν τα μούτρα τους» – δεν αποκλείω να είχαμε και κατάθεση επερωτήσεων στη Βουλή.

Αν ήμασταν στο 2015 μπορεί να κάναμε ακόμα και δημοψήφισμα για τα φωτάκια – και μετά να κάναμε κωλοτούμπες. Αν ήμασταν στο 2017 κάποιος θα έβαζε έξτρα φόρους για τον χριστουγεννιάτικο φωτισμό ή θα πρότεινε να μη στολιστεί η πόλη, για να μοιραστούν επιδόματα. Αλλά είμαστε στα χρόνια της κανονικότητας κι απλά όλοι φλυαρούν διαδικτυακά: οι πολιτικοί άρχοντες για να τραβήξουν την προσοχή κι όλοι εμείς οι υπόλοιποι απλά γιατί δεν έχουμε τίποτα καλύτερο να κάνουμε. Εχοντας μόλις βγει από μια εποχή που κάθε συζήτηση (ακόμα και η πιο βαρετή…) κατέληγε σε κατάρες και βρισιές, ονομάσαμε «κανονικότητα» τη δυνατότητά μας να συζητάμε διαρκώς για τα πάντα χωρίς τουλάχιστον να βριζόμαστε.

Η Ελλάδα έγινε η πρώτη χώρα που η φλυαρία έγινε συνώνυμο της κανονικότητας – οι κάτοικοί της αποδέχονται ως κανονικό ένα ασταμάτητο μπλα μπλα για τα πάντα: ακόμα και για τα φωτάκια της Βασιλίσσης Σοφίας! Οχι αυτό δεν συμβαίνει γιατί δεν έχουν προβλήματα: εξακολουθούν να έχουν πολλά και σοβαρά. Αλλα επειδή η ωριμότητα αργεί και είναι και δύσκολη, ζήτω η κανονικότητα…

Γράψτε το σχόλιο σας