Χαμηλότερος είναι ο μέσος όρος των επιδόσεων των Ελλήνων μαθητών  από ό,τι των μαθητών των περισσότερων ανεπτυγμένων χωρών, σύμφωνα με στοιχεία της έρευνας PISA 2015 του ΟΟΣΑ που παρουσιάσει η διαΝΕΟσις.

Τα στοιχεία της έρευνας είναι αποκαρδιωτικά: η χώρα μας έχει πολύ λιγότερους μαθητές υψηλών επιδόσεων από ό,τι συγκρίσιμες χώρες. Επιπλέον, ένα τεράστιο ποσοστό των μαθητών μας δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν ούτε στα βασικά.

Από την Ελλάδα συμμετείχαν 5.532 μαθητές ηλικίας από 15 ετών και τριών μηνών μέχρι 16 ετών και δύο μηνών, από 212 δημόσια και ιδιωτικά σχολεία όλης της χώρας

Μια ομάδα ερευνητών με την επιμέλεια της Επίκουρης Καθηγήτριας του Χαροκόπειου Πανεπιστημίου Χρύσας Σοφιανοπούλου, που επανήλθε ως εθνική συντονίστρια του PISA στη χώρα, αναδεικνύει τους παράγοντες που σχετίζονται περισσότερο με τις χαμηλές επιδόσεις των μαθητών καταλήγοντας σε σημαντικά συμπεράσματα.

Πώς τα πάνε οι Έλληνες μαθητές;

Τα ευρήματα για τους μαθητές της χώρας μας δεν είναι ενθαρρυντικά. Στην κατανόηση κειμένου ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ ήταν επίσης 493 μονάδες. Οι Έλληνες μαθητές εκεί πήραν 467.

Ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ στα μαθηματικά, δε, ήταν 490 μονάδες -οι Έλληνες στα μαθηματικά πήραν 454.

Αυτές οι χαμηλές επιδόσεις είναι, επιπλέον, διαχρονικές.

Για παράδειγμα, στο γράφημα για τις φυσικές επιστήμες το 2015 οι μαθητές όλων των χωρών του ΟΟΣΑ βαθμολογήθηκαν κατά μέσο όρο με 493 μονάδες. Οι Έλληνες μαθητές πήραν κατά μέσο όρο 455 μονάδες.

Σε σχέση με την έρευνα του 2006, το ποσοστό επίδοσης στις φυσικές επιστήμες παραμένει χαμηλό και μάλιστα έχει μειωθεί με τον καιρό.

Η σύγκριση με τις άλλες χώρες

Ανάλογα με το σκορ που συγκεντρώσουν, οι χώρες χωρίζονται σε επίπεδα επιγραμματισμού  – με τη βαθμίδα 6 να θεωρείται καλύτερη και την 1 να θεωρείται η χειρότερη.

Η χώρα μας, σύμφωνα με τον μέσο όρο της επίδοσης των μαθητών της και στα τρία θέματα της εξέτασης, κατατάσσεται στο επίπεδο 2. Πρόκειται για το βασικό επίπεδο επιγραμματισμού.

Ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των μαθητών της όμως βρίσκεται στην βαθμίδα 1 (που χωρίζεται στις υποκατηγορίες 1a και 1b) ή και κάτω από αυτήν.

Αυτοί είναι οι μαθητές που δεν έχουν επαρκείς γνώσεις και ικανότητες για να ανταπεξέλθουν στα θέματα της αξιολόγησης του προγράμματος και, κατ’ επέκταση, σε πολλές από τις απαιτήσεις των σύγχρονων κοινωνιών.

Δείτε για παράδειγμα τον πίνακα για τα μαθηματικά:

Οι επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών είναι αντίστοιχη με αυτήν των μαθητών στη Χιλή, στη Σλοβακία και στη Βουλγαρία.

Βεβαίως, οι Έλληνες 15χρονοι δεν είναι οι χειρότεροι μαθητές του κόσμου – κάθε άλλο.

Μαθητές από την Κύπρο, τη Ρουμανία, τη Μολδαβία, την Αλβανία, την Τουρκία, το Μαυροβούνιο, το Κόσοβο και τη Βόρεια Μακεδονία τα πηγαίνουν χειρότερα από τους δικούς μας σε όλα τα θέματα.

Ωστόσο, οι μαθητές από όλες τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες τα πηγαίνουν καλύτερα.

Σπανίζουν οι πολύ καλοί μαθητές

Όπως γίνεται προφανές, το ποσοστό των «πολύ καλών» στη χώρα μας είναι πάρα πολύ χαμηλό.

Στη χώρα μας μόνο το 0,9% των μαθητών κατόρθωσαν να βρεθούν στις δύο ανώτερες βαθμίδες και στα τρία θέματα που εξετάστηκαν.

Πολύ υψηλό το ποσοστό των χαμηλών επιδόσεων

Από την άλλη, το ποσοστό των μαθητών πολύ χαμηλών επιδόσεων στη χώρα μας είναι πάρα πολύ υψηλό.

Το 32,7% των μαθητών στις φυσικές επιστήμες, το 27,3% στην κατανόηση κειμένου και το 35,8% στα μαθηματικά δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν ούτε στα πιο απλά προβλήματα.

Ένας στους πέντε Έλληνες μαθητές είναι στην κατώτατη κατηγορία και στα τρία γνωστικά αντικείμενα.

Διαφορές ανάμεσα στα δημόσια και τα ιδιωτικά σχολεία

Ένα αναμενόμενο αποτέλεσμα έχει να κάνει με τη διαφορά στις επιδόσεις παιδιών που πηγαίνουν σε δημόσια και ιδιωτικά σχολεία.

Το δείγμα των Ελλήνων μαθητών που συμμετέχουν στην έρευνα είναι αντιπροσωπευτικό του γενικού πληθυσμού, οπότε η συντριπτική πλειοψηφία των παιδιών (το 95%) προέρχονταν από δημόσια σχολεία, και έτσι οι επιδόσεις τους ήταν πολύ κοντά στον γενικό μέσο όρο: βαθμός 452 στις φυσικές επιστήμες.

Οι μαθητές όμως που προέρχονταν από ιδιωτικά σχολεία πήραν στο ίδιο μάθημα κατά μέσο όρο 520. Πρόκειται για μεγάλη διαφορά, της τάξης των 68 μονάδων.

Επιπλέον, το 9,2% των Ελλήνων μαθητών ιδιωτικών σχολείων πετυχαίνουν εξαιρετικά υψηλή επίδοση στις φυσικές επιστήμες, δηλαδή κατατάσσονται στις βαθμίδες 5 και 6. Μόνο το 1,84% των μαθητών των δημοσίων κατατάσσονται σε αυτές τις βαθμίδες.

Το εκπαιδευτικό σύστημα δεν δίνει ευκαιρίες στους μη προνομιούχους

Η κατάταξη σε προνομιούχους και μη προνομιούχους και η διαφορά στις επιδόσεις μεταξύ των δύο δεν προκαλεί έκπληξη.

Αυτό που είναι αποκαρδιωτικό είναι ότι μη προνομιούχοι μαθητές με καλές επιδόσεις (αποκαλούνται «ανθεκτικοί» στην έρευνα) δεν κερδίζουν ευκαιρίες από το εκπαιδευτικό σύστημα για μία βελτίωση της ζωής τους.

Το ποσοστό, λοιπόν, των ανθεκτικών στην Ελλάδα είναι 18%, ενώ στις χώρες του ΟΟΣΑ ανέρχεται στο 29%.

Ενδεικτικά, άλλα στοιχεία αυτής της ανισότητας:

  • Μαθητές που είχαν λάβει προσχολική αγωγή για πολλά χρόνια πριν ξεκινήσουν το σχολείο πετυχαίνουν καλύτερες επιδόσεις από τον μέσο όρο ή από αυτούς που είχαν λιγότερα χρόνια προσχολικής αγωγής.
  • Το 9,2% των Ελλήνων μαθητών ιδιωτικών σχολείων πετυχαίνουν εξαιρετικά υψηλή επίδοση στις φυσικές επιστήμες. Μόνο το 1,8% των μαθητών των δημοσίων πετυχαίνουν αντίστοιχες επιδόσεις.
  • Οι μισοί «μη προνομιούχοι» ως προς το οικονομικό, κοινωνικό και πολιτισμικό τους υπόβαθρο μαθητές πετυχαίνουν πολύ κακή επίδοση και κατατάσσονται στην κατώτερη κατηγορία κατάταξης.
  • Το 47% των Ελλήνων μαθητών λαμβάνει κάποιας μορφής εξωσχολική πρόσθετη διδασκαλία στα μαθήματα φυσικών επιστημών. Οι μισοί από αυτούς κάνουν ιδιαίτερα, οι υπόλοιποι κάνουν μαθήματα σε ολιγομελείς ή πολυμελείς ομάδες. Η παρακολούθηση εξωσχολικών μαθημάτων φαίνεται ότι δεν σχετίζεται με τις επιδόσεις των μαθητών στην PISA. Ίσα ίσα, μαθητές που κάνουν φροντιστήριο σε ομάδες άνω των 8 ατόμων τα πηγαίνουν χειρότερα στις φυσικές επιστήμες και από τον μέσο όρο και από τα παιδιά που δεν πηγαίνουν καθόλου φροντιστήριο.
  • Οι μαθητές που δηλώνουν ότι χρησιμοποιούν ελάχιστα ή καθόλου το ίντερνετ εκτός σχολείου τα πηγαίνουν χειρότερα από ό,τι ο μέσος όρος.
  • Αντίθετα, τα παιδιά που δηλώνουν ότι χρησιμοποιούν το ίντερνετ από μισή έως τέσσερις ώρες την ημέρα εκτός σχολείου, τα πηγαίνουν καλύτερα από τον μέσο όρο.

Τι λένε οι διευθυντές

Η διαφορά αυτή ανάμεσα στα δημόσια και τα ιδιωτικά σχολεία φαίνεται και στις μαρτυρίες των διευθυντών σχολείων που περιλαμβάνει η έρευνα.

Οι διευθυντές των ελληνικών σχολείων, λοιπόν, θεωρούν πως τα βασικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα σχολεία τους στη διδασκαλία των φυσικών επιστημών είναι η απουσία επικουρικού προσωπικού στα εργαστήρια του σχολείου και η επάρκεια του εργαστηριακού υλικού.

Ωστόσο, ενώ οι διευθυντές του 24% των μαθητών ιδιωτικών σχολείων δηλώνουν ότι έχουν επαρκές επικουρικό προσωπικό στα εργαστήρια του σχολείου, το αντίστοιχο ποσοστό στα δημόσια είναι 1,3%. Οι διευθυντές του 31% των μαθητών των δημοσίων επισημαίνουν ότι δαπανώνται χρήματα για τον εκσυγχρονισμό του εξοπλισμού τους -αλλά το ποσοστό στα ιδιωτικά είναι 95,5%.

Ποια θέματα αναδεικνύονται ως σημαντικά προβλήματα του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος;

Από τα παραπάνω στοιχεία, είναι φανερό ότι οι οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες μεταφέρονται στο εκπαιδευτικό σύστημα και αποτυπώνονται στις γνώσεις και τις ικανότητες των μαθητών.

Ένα άλλο πρόβλημα είναι αυτό των υποδομών στα σχολεία. Για παράδειγμα, στη χώρα μας το 2015 αντιστοιχούσε ένας υπολογιστής ανά 4 μαθητές.

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία που προκύπτουν από την έρευνα για τα ελληνικά σχολεία, ωστόσο, είναι ο βαθμός αυτονομίας τους, ο οποίος προκύπτει από μια σειρά απαντήσεων των διευθυντών για θέματα από το αν το σχολείο ορίζει το ίδιο τον μισθό των καθηγητών, μέχρι το περιεχόμενο της διδακτικής ύλης.

Τα ελληνικά σχολεία έχουν το μικρότερο βαθμό αυτονομίας από όλα τα υπόλοιπα σχολεία που συμμετέχουν στο πρόγραμμα PISA.

Ποιοι παράγοντες σχετίζονται με την επίδοση των μαθητών;

Πέρα από τις οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες, οι παράγοντες που έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον και ως προς την σχέση τους με τις επιδόσεις των μαθητών είναι, βεβαίως, το κοινωνικό, οικονομικό και το πολιτισμικό επίπεδο της οικογένειάς τους

Εδώ αξίζει να αναφερθούν μερικά βασικά συμπεράσματα που προκύπτουν από τις απαντήσεις των μαθητών στις επιμέρους ερωτήσεις αυτού του δείκτη.

Πρώτον, υπάρχουν σαφείς (και αναμενόμενες) διαφορές στις απαντήσεις μαθητών δημόσιων και ιδιωτικών σχολείων όσον αφορά τα αντικείμενα που υπάρχουν στο σπίτι τους και το ανώτατο μορφωτικό επίπεδο των γονέων τους (το 40,2% των μαθητών δημόσιων σχολείων έχουν έστω και έναν γονέα με πανεπιστημιακό τίτλο -στους μαθητές ιδιωτικών σχολείων το ποσοστό είναι 85,5%).

Δεύτερον, το ποσοστό των γονέων με υψηλή μόρφωση είναι μεγαλύτερο στις αστικές περιοχές. Ωστόσο, όπως αναφέρει η έρευνα, στη χώρα μας υπάρχει μια σημαντική αύξηση σε σχέση με προηγούμενες έρευνες στο μορφωτικό επίπεδο

Είναι ευχαριστημένοι οι μαθητές;

Τo 16,7% των Ελλήνων μαθητών δηλώνουν πως έχουν υποστεί κάποιας μορφής bullying κατά τη διάρκεια του τελευταίου μήνα (ποσοστό λίγο μικρότερο από το Μ.Ο. των χωρών του ΟΟΣΑ, που είναι στο 18,7%) ενώ το 4,3% δηλώνουν πως έχουν δεχτεί σωματική βία τον τελευταίο μήνα στο σχολείο (ακριβώς ίδιο ποσοστό με το Μ.Ο. του ΟΟΣΑ).

Το 26,2% το μαθητών δηλώνουν “πολύ ικανοποιημένοι” από τη ζωή τους (Μ.Ο, ΟΟΣΑ: 34,1%) ενώ το 14,7% δηλώνουν “καθόλου ικανοποιημένοι” (Μ.Ο. ΟΟΣΑ: 11,8%).

Το 73% θεωρεί σημαντικά όσα μαθαίνει στα μαθήματα φυσικών επιστημών, το 65% δηλώνουν ότι διασκεδάζουν να μαθαίνουν θέματα των φυσικών επιστημών, και το 62% θεωρεί ότι αυτά θα τους βοηθήσουν στην ανεύρεση εργασίας στο μέλλον.

Ωστόσο, το 85,4% λένε ότι δεν περνούν αρκετό χρόνο στο εργαστήριο κάνοντας πειράματα, ενώ ένα 70,3% λένε πως δεν γίνεται συζήτηση στην τάξη για τα πειράματα που πρόκειται να διεξαχθούν.

To προφίλ της καλής μαθήτριας στην Ελλάδα – Σπανίζει εξαιρετικά

To προφίλ της Ελληνίδας μαθήτριας που πετυχαίνει εξαιρετικά καλές επιδόσεις (εντελώς σχηματικά, καθώς οι διαφορές ανάμεσα στα φύλα δεν είναι στατιστικά σημαντικές) είναι το εξής:

  • Είναι μαθήτρια από αστική περιοχή, με μορφωμένους γονείς και υψηλό κοινωνικό-οικονομικό-πολιτισμικό επίπεδο.
  • Πήγε σε προνήπιο και παιδικό σταθμό από πολύ μικρή ηλικία, και στο σχολείο απολαμβάνει τα μαθήματα που έχουν σχέση με τις φυσικές επιστήμες, οι οποίες την ενδιαφέρουν πολύ.
  • Είναι πολύ ευαίσθητη για τα περιβαλλοντικά θέματα, αλλά δεν είναι αισιόδοξη και ανησυχεί πολύ για το μέλλον του πλανήτη.
  • Πηγαίνει σε ιδιωτικό σχολείο, που έχει καλό εξοπλισμό και δασκάλους που προσαρμόζονται ευκολότερα ανάλογα με τις ανάγκες της διδασκαλίας.
  • Δεν πάει φροντιστήριο.
  • Ανήκει σε μια ισχνή μειοψηφία.

Διαβάστε εδώ ολόκληρη τη μελέτη

Λίγα λόγια για το PISA

Η διεθνής εκπαιδευτική έρευνα PISA (“Programme for International Student Assessment”) διενεργείται κάθε τρία χρόνια στις 35 χώρες-μέλη του ΟΟΣΑ και σε δεκάδες άλλες χώρες-εταίρους (το 2015 ήταν 37).

Έχει ως σκοπό να αξιολογήσει το αν και κατά πόσο μαθητές που πλησιάζουν προς το τέλος της υποχρεωτικής εκπαίδευσής τους έχουν αποκτήσει τις γνώσεις και τις ικανότητες για να συμμετάσχουν αποτελεσματικά στις σύγχρονες κοινωνίες και να αντεπεξέλθουν στις ανάγκες της εποχής.

Η χώρα μας συμμετέχει στο πρόγραμμα από το 2000 -από τότε δηλαδή που ξεκίνησε ο θεσμός.

Σε αυτήν την παγκόσμια αξιολόγηση των μαθητών με κοινά θέματα και κοινή μεθοδολογία (στα μαθηματικά, στην κατανόηση κειμένου, στις φυσικές επιστήμες και σε άλλα θέματα) το 2015 συμμετείχαν περίπου 5.500 15χρονοι μαθητές από όλη την Ελλάδα.

Γράψτε το σχόλιο σας