Το πολιτικό «δώρο» της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ προς τον Βενιαμίν Νετανιάχου, μέσα από την δήλωση του Μάικ Πομπέο ότι οι ΗΠΑ δεν θεωρούν πια τους ισραηλινούς εποικισμούς στην κατεχόμενη Δυτική Όχθη ασύμβατους με το διεθνές δίκαιο, δήλωση που ήρθε μετά από κινήσεις όπως η μεταφορά της πρωτεύουσας των ΗΠΑ στην Ιερουσαλήμ, δεν μπόρεσε να αντισταθμίσει το μεγάλο πλήγμα που δέχτηκε ο βετεράνος πολιτικός του Λικούντ.

Την Πέμπτη 21 Νοεμβρίου ο Γενικός Εισαγγελέας του Ισραήλ Αβιχάι Μάντελμπλιτ ανακοίνωσε την απαγγελία κατηγοριών κατά του πρωθυπουργού του Ισραήλ. Όλες οι κατηγορίες αφορούν τον τρόπο με τον οποίο προχωρούσε σε ευνοϊκή μεταχείριση επιχειρηματιών με αντάλλαγμα θετική δημοσιότητα για τον Νετανιάχου.

Η πιο σοβαρά υπόθεση αφορά την κατηγορία ότι ο Νετανιάχου παρείχε ευνοϊκή ρυθμιστική μεταχείριση, που αναλογούσε σε αξία πολλών εκατομμυρίων δολαρίων, στην εταιρεία στην οποία ανήκει η ιστοσελίδα Walla, μια από τις μεγαλύτερες ενημερωτικές ιστοσελίδες του Ισραήλ, παράλληλα με αυστηρή μεταχείριση των ανταγωνιστών της. Εδώ οι κατηγορίες είναι για απάτη, απιστία αλλά και δωροδοκία. Η τελευταία αποτελεί την κορυφαία κατηγορία διαφθοράς σε βάρος πολιτικού.

Οι άλλες δύο υποθέσεις αφορούν κατηγορίες για απάτη και απιστία. Στην πρώτη ο Νετανιάχου κατηγορείται ότι έλαβε από τον ισραηλινής καταγωγής παραγωγό του Χόλιγουντ Άρνον Μίλτσαν και τον αυστραλό δισεκατομμυριούχο Τζέιμς Πάρκερ δώρα πολλών χιλιάδων δολαρίων, συμπεριλαμβανομένων πούρων και σαμπάνιας. Σε αντάλλαγμα, ο Νετανιάχου είχε διευκολύνει τον Μίλτσαν σε σχέση με μια αίτηση μίζας, μια φοροαπαλλαγή και μια συγχώνευση επιχειρήσεων.  Στην άλλη ο Νετανιάχου κατηγορείται ότι αποπειράθηκε (χωρίς να κάνει και πράξη) να εξασφαλίσει ευνοϊκή μεταχείριση  υποσχόμενος στον εκδότη της μεγάλης εφημερίδας Γεντιότ Αχρονότ ότι θα ασκούσε πίεση σε ανταγωνιστική εφημερίδα για να περιορίσει την κυκλοφορία της.

Ο ίδιος ο Νετανιάχου έχει αρνηθεί κάθε κατηγορία σε βάρος του και έχει υποστηρίξει ότι όλα αυτά αποτελούν μια συνωμοσία της ισραηλινής αριστεράς για να τον απομακρύνει από την εξουσία.

Πάντως δεν είναι η πρώτη δίωξη εναντίον πολιτικού που διετέλεσε πρωθυπουργός του Ισραήλ. Ο πρώην πρωθυπουργός Εχούντ Όλμερτ καταδικάστηκε το 2014 για δωροδοκία και απάτη που αφορούσε την περίοδο που ήταν δήμαρχος Ιερουσαλήμ και υπουργός Εμπορίου και εξέτισε 16 από τους 27 μήνες της καταδίκης του. Όμως, στην περίπτωση του Όλμερτ η δίωξη ήρθε μετά το τέλος της πρωθυπουργικής θητείας του, ενώ στην περίπτωση του Νετανιάχου έχουμε την πρώτη δίωξη εν ενεργεία πρωθυπουργού.

Η πολιτική κρίση βαθαίνει

Όλα αυτά έρχονται σε μια στιγμή όπου το Ισραήλ παραμένει σε βαθιά πολιτική κρίση. Θυμίζουμε ότι η κυβέρνηση Νετανιάχου βρέθηκε αντιμέτωπη με μια σημαντική εσωτερική κρίση, που ήρθε σε συνέχεια της ρήξης με τον Αβίγκντορ Λίμπερμαν και την αντιπαράθεση για θέματα όπως η στρατιωτική θητεία των υπερ-Ορθόδοξων. Έτσι προκηρύχθηκαν πρόωρες εκλογές για τις 9 Απριλίου αντί για τις 5 Νοεμβρίου που ήταν η κανονική ημερομηνία.

Ωστόσο οι εκλογές δεν επέτρεψαν να βγει ένας σαφής συσχετισμός. Το Λικούντ εξέλεξε τον ίδιο αριθμό βουλευτών με τον συνασπισμό του οποίου ηγήθηκε ο πρώην αρχηγός του ισραηλινού γενικού επιτελείο Μπένι Γκαντς. Ο Νετανιάχου πήρε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, όμως δεν μπόρεσε να διαμορφώσει μια συμμαχία ικανή να μπορεί σχηματίσει κυβέρνηση. Στις 29 Μαΐου η Κνεσέτ υπερψήφισε πρόταση διάλυσης και νέες εκλογές ορίστηκαν για τις 17 Σεπτεμβρίου.

Οι εκλογές και πάλι οδήγησαν σε δυσκολία σχηματισμού κυβέρνησης. Ο συνασπισμός του οποίου ηγείται ο Μπένι Γκαντς πήρε μια έδρα παραπάνω από το Λικούντ αλλά και πάλι το πρόβλημα ήταν η διαμόρφωση κυβερνητικού συνασπισμού. Παρά το πλήθος συνεννοήσεων και επαφών μεταξύ των διαφορετικών κομμάτων, ο Νετανιάχου δεν μπόρεσε να σχηματίσει κυβέρνηση και επέστρεψε την εντολή στις 22 Οκτωβρίου. Με τη σειρά του ούτε ο Μπένι Γκαντς μπόρεσε να διαμορφώσει κυβέρνηση που θα είχε πλειοψηφία στη Βουλή και επέστρεψε και αυτός την εντολή στις 21 Νοεμβρίου.

Αυτό σήμανε την εκκίνηση μιας περιόδου 21 ημερών όπου οποιοδήποτε μέλος της Κνεσέτ μπορεί να διεκδικήσει την πρωθυπουργία αρκεί να έχει την πλειοψηφία των 61 ψήφων.

Η παρατεταμένη αυτή κοινοβουλευτική κρίση αντανακλά τις πολλαπλές διαιρέσεις της ισραηλινής κοινωνίας, σε πείσμα μιας εικόνας «εθνικής ενότητας» που συχνά προβάλλεται. Καταρχάς δεν είναι χωρίς σημασία ότι βασική παράμετρος των δυσκολιών στην εκλογική αριθμητική είναι οι 13 έδρες που έλαβε η Ενιαία Λίστα, που εκπροσωπεί τους Παλαιστινίους που είναι πολίτες του Ισραήλ. Η συμμετοχή τους θα διαμόρφωνε πλειοψηφία εναντίον του Νετανιάχου, όμως το μεγαλύτερο μέρος των υπόλοιπων κομμάτων ήταν από δύσπιστο έως εχθρικό σε μια τέτοια ιδέα. Από την άλλη, η ειδική βαρύτητα των θρησκευτικών κομμάτων διαμορφώνει ρήγματα εντός της ισραηλινής δεξιάς, όπως φάνηκε από τη ρήξη ανάμεσα στον Νετανιάχου και τον Λίμπερμαν, παρότι ο τελευταίος παραδοσιακά είχε σκληρή γραμμή στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας. Και βέβαια η επίσημη ανακοίνωση των κατηγοριών σε βάρος του Νετανιάχου ακύρωσε το ενδεχόμενο κυβέρνησης εθνικής ενότητας.

Ο Νετανιάχου επιμένει

Ο Νετανιάχου ακόμη και μετά τις σε βάρος του κατηγορίες επιμένει στην ίδια κατεύθυνση, αρνούμενος ουσιαστικά να αναγνωρίσει τις κατηγορίες και εξαπολύοντας ολομέτωπη επίθεση κατά του δικαστικού συστήματος.

Υπό κανονικές συνθήκες ο Νετανιάχου έχει ένα περιθώριο να ζητήσει από την Κνεσέτ να του αναγνωρίσει ασυλία. Ωστόσο, με τη χώρα να μην έχει μπορέσει εδώ και μήνες να σχηματίσει κυβέρνηση, δεν υπάρχει και βουλή που να λειτουργεί κανονικά ώστε να συζητήσει τυχόν τέτοιο αίτημα. Ως αποτέλεσμα η όλη διαδικασία απλώς θα καθυστερεί μέχρις ότου υπάρξει κυβέρνηση και βουλή σε κανονική λειτουργία, άρα μάλλον μετά τις επόμενες εκλογές.

Ούτως ή άλλως, ο Νετανιάχου αναμένεται να εκμεταλλευτεί προεκλογικά τη δίωξη παρουσιάζοντα τον εαυτό του ως θύμα μιας συνωμοσίας και επιδιώκοντας έτσι να ενισχύσει τη θέση του. Εντός του Λικούντ υπάρχουν φωνές που έχουν θέσει θέμα ηγεσίας, όπως αυτή του Γκιντόν Σαρ, όμως δεν είναι δεδομένο ότι ο Νετανιάχου θα επιλέξει να αφήσει την αρχηγία σε αυτή τη φάση, πιστεύοντας ότι για άλλη μια φορά θα μπορέσει να αποδείξει ότι είναι ο πραγματικός κυρίαρχος του πολιτικού παιχνιδιού.

Αντίθετα, δείχνει αποφασισμένος να πάει να δώσει και την εκλογική μάχη προβάλλοντα το δικό του πρόγραμμα, κεντρική θέση στο οποίο έχει η επίσημη προσάρτηση της κοιλάδας του Ιορδάνη (που είναι τμήμα της κατεχόμενης Δυτικής Όχθης) από το Ισραήλ, κίνηση που έχει καταδικαστεί από τις αραβικές χώρες.

Εύλογο είναι επίσης να αναμένουμε ότι ο Νετανιάχου θα δοκιμάσει να επενδύσει ιδιαίτερα στα εθνικιστικά αντανακλαστικά του ακροατηρίου του και να διεκδικήσει να επιβεβαιώσει το ρόλο του ως του πολιτικού που εγγυάται την ασφάλεια του Ισραήλ. Ακόμη και όταν αυτό το κάνει επιλέγοντας επιθετικές κινήσεις όπως αυτές που αφορούσαν τη δολοφονία, με αεροπορικές επιθέσεις, στελεχών της Ισλαμικής Τζιχάντ στη Γάζα και τη Δαμασκό.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο