Κανένας δεν περίμενε ότι θα ήταν μια εύκολη διαδικασία. Η επιλογή της Τουρκίας να εισβάλει στην βορειοανατολική Συρία, μπορεί να επιτάχυνε εξελίξεις στην περιοχή, άμεσα ή έμμεσα, από την μερική τροποποίηση της στάσης των Κούρδων, έως την επίσπευση της εκτέλεσης του Αλ Μπαγκντάντι, όμως ταυτόχρονα διαμόρφωσε νέες δυσκολίες και νέα πεδία αντιπαραθέσεων.

Άλλωστε, εξαρχής ήταν εμφανές ότι η όποια αμερικανική αλλά και ρωσική ανοχή στην ιδέα της «ζώνης ασφαλείας» που διεκδικούσε η Τουρκία, δεν σήμαινε και συναίνεση ούτε σε μια γενικευμένη επίθεση ενάντια στο κουρδικό στοιχείο με στόχο τη συντριβή του, ούτε σε μόνιμη τουρκική παρουσία, ούτε στα αρχικά μεγαλεπήβολα σχέδια για αλλαγή της πληθυσμιακής σύνθεσης της περιοχής.

Την ίδια στιγμή η Τουρκία γνώριζε καλά ότι η υλοποίηση του σχεδιασμού της στην περιοχή προϋπέθετε την ανοχή αλλά και την εγγύηση με έναν τρόπο της Ρωσίας, την ίδια ώρα που ο συνολικός σχεδιασμός της τελευταίας για την πορεία προς μια πολιτική λύση με εδαφική και πολιτική ακεραιότητα της Συρίας διαμόρφωνε και το ίδιο το όριο της τουρκικής κίνησης.

Εάν προσθέσουμε σε αυτό το γεγονός ότι δεν μιλάμε μόνο για τις ρωσικές δυνάμεις αλλά και για τις συριακές κυβερνητικές δυνάμεις, αυτό μπορεί να εξηγήσει την περιπλοκότητα της κατάστασης. Καθόλου τυχαία, είχαμε ήδη περιστατικά αψιμαχιών ανάμεσα στις τουρκικές και στις συριακές κυβερνητικές δυνάμεις κοντά στη Ρας αλ-Άιν.

Η ίδια η Τουρκία προσπαθεί διαρκώς να δικαιολογήσει την πίεσή της για μεγαλύτερες στρατιωτικές επιχειρήσεις και σε μεγαλύτερη έκταση μέσα από την διαρκή αναφορά στην παρουσία κούρδων ενόπλων εντός της ζώνης από την οποία θα έπρεπε να είχαν αποχωρήσει. Ενώ η Ρωσία ανακοίνωσε στις 29 Οκτωβρίου ότι η αποχώρηση των κουρδικών δυνάμεων είχε ολοκληρωθεί, ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επέμεινε ότι «η Ρωσίας μας ενημέρωσε ότι 34.000 τρομοκράτες του YPG έχουν υποχωρήσει 30 χιλιόμετρα νότια των συνόρων μας, με 3.600 τεμάχια βαρέος οπλισμού. Όμως, τα δικά μας ευρήματα δείχνουν ότι η εφαρμογή της συμφωνίας δεν είναι πλήρης».

Την ίδια στιγμή πάντως η Τουρκία επιβεβαίωσε την πρόθεση να ξεκινήσει την 1 Νοεμβρίου τις κοινές περιπολίες που προβλέπει η συμφωνία Πούτιν – Ερντογάν. Οι κοινές στρατιωτικές περιπολίες αφορούν μια περιοχή σε βάθος επτά χιλιομέτρων από τα σύνορα και γύρω από περιοχές όπως η Μάνμπιτζ και η Άιν Αλ Αράμπ.

Το ερώτημα της μετεγκατάστασης προσφύγων

Η Τουρκία σε διάφορες περιπτώσεις επέμεινε ότι επιθυμούσε τη διαμόρφωση της ζώνης ασφαλείας και για να μεταφέρει πρόσφυγες που βρίσκονται στο έδαφός της. Αυτό έχει να κάνει και με το γεγονός ότι μέσα σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, διαμορφώνεται αρνητικό κλίμα για τους πρόσφυγες, ιδίως στα αστικά κέντρα (όπου όμως έχει και τη μεγαλύτερη εκλογική αιμορραγία το κυβερνών AKP). Έχει, όμως, και να κάνει και με σκέψεις αλλαγής της τοπικής πληθυσμιακής σύνθεσης ώστε να υποβαθμιστεί ακόμη περισσότερο η παρουσία του κουρδικού στοιχείου.

Άλλωστε, η Τουρκία εν μέρει το δοκίμασε στην περιοχή του Αφρίν, αφού πρώτα πίεσε για την απομάκρυνση μέρους του κουρδικού πληθυσμού. Μάλιστα, έχουν ήδη υπάρξει καταγγελίες ότι η Τουρκία υποχρέωσε πρόσφυγες να επαναπατριστούν στην περιοχή της Ιντλίμπ ή ότι υποχρεώθηκαν να υπογράψουν αιτήσεις επαναπατρισμού.

Όμως, η ζώνη που είναι πραγματικά υπό τουρκικό έλεγχο είναι αρκετά μικρή και την ίδια ώρα ο αριθμός των προσφύγων που προέρχονται από την βορειοανατολική Συρία είναι σχετικά μικρός και αφορά περίπου 300.000 έως 400.000 από τα συνολικά 3,6 εκατομμύρια Σύριους πρόσφυγες που βρίσκονται στην Τουρκία.

Παρότι η Τουρκία δοκιμάζει να κατοχυρώσει με διάφορους τρόπους την παρουσία της σε περιοχές της Συρίας, π.χ. με το άνοιγμα παραρτήματος του Πανεπιστημίου της Γκαζιαντέπ στα περίχωρα του Χαλεπιού, όμως μεσοπρόθεσμα μια διαδικασία ενοποίησης της Συρίας δεν θα μπορεί να συνδυαστεί με κινήσεις όπως οι αλλαγές πληθυσμιακής σύνθεσης ή η διαμόρφωση περιοχών με «ειδικό καθεστώς».

Τα πρώτα βήματα της Συνταγματικής Επιτροπής

Σε αυτό το πλαίσιο έχει μεγάλη σημασία ότι ξεκίνησε στη Γενεύη η πρώτη σύνοδος της Συνταγματικής Επιτροπής. Αυτή αποτελεί ένα από τα βασικά επιτεύγματα της «διαδικασίας της Αστάνα», δηλαδή της ειρηνευτικής πρωτοβουλίας στην οποία συμμετέχουν η Ρωσία, το Ιράν και η Τουρκία, και βρίσκεται και υπό την αιγίδα του ΟΗΕ και του επίσημου απεσταλμένου του ΟΗΕ για τη Συρία Γκέιρ Πέντερσον.

Στη Συνταγματική Επιτροπή συμμετέχουν η συριακή κυβέρνηση, η αντιπολίτευση και εκπρόσωποι της κοινωνίας των πολιτών, με συμμετοχή και κούρδων πολιτικών, όχι όμως του YPG, και σκοπός είναι να διαμορφωθεί ένα νέο σύνταγμα για τη μεταπολεμική Συρία.

Η παρουσία των υπουργών Εξωτερικών της Ρωσίας, του Ιράν και της Τουρκίας, που επιβεβαίωσαν την επιμονή τους στην κυριαρχία, την ενότητα και την εδαφική ακεραιότητα της Συρίας, ήρθε να υπογραμμίσει το ρόλο εγγυητών της διαδικασίας που διεκδικούν.

Την ίδια στιγμή η ίδια η διαδικασία δεν θα είναι εύκολη. Παρά τον έντονο συμβολισμό που έχει το γεγονός ότι των συζητήσεων συμπροεδρεύουν ο εκπρόσωπος της αντιπολίτευσης Χάντι αλ Μπάχρα και ο εκπρόσωπος της κυβέρνησης Αχμάντ Κουζμπάρι, εντούτοις η απόσταση ανάμεσα στις δύο πλευρές είναι υπαρκτή.

Για παράδειγμα η αντιπολίτευση προσβλέπει σε σημαντικές πολιτικές αλλαγές, την ώρα που η συριακή κυβέρνηση υποστηρίζει ότι κατά βάση υπάρχει ένα σύγχρονο σύνταγμα, που όμως μπορεί να βελτιωθεί. Μένει να δούμε εάν θα μπορέσει η διαδικασία, στην οποία έχει επενδύσει ιδιαίτερα και η Ρωσία, που πρότεινε άλλωστε και τη σύγκλιση της επιτροπής, να έχει όντως απτά αποτελέσματα.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο