Προ ημερών το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έκρινε ότι η καταδίκη για δυσφήμηση δύο αντρών, οι οποίοι άσκησαν κριτική εναντίον πολιτικών προσώπων στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, συνιστά παραβίαση του δικαιώματός τους στην ελευθερία της έκφρασης (άρθρο 10 ΕΣΔΑ).

 

Η ιστορία ξεκίνησε στην Πορτογαλία τον Μάρτιο του 2011, όταν ο δημοσιογράφος Antunes Emídio έγραψε ένα άρθρο στην εφημερίδα O Mirante και ανέφερε ότι ο R.B., υφυπουργός Γεωργίας, Δασών και Περιφερειακής Ανάπτυξης ήταν ο πιο «ηλίθιος πολιτικός που γνωρίζω». Ακολούθησε μήνυση του υπουργού και ο δημοσιογράφος καταδικάστηκε από το πορτογαλικό δικαστήριο. Σε άλλη μια περίπτωση ένας ιατρός και διευθύνων σύμβουλος μιας κλινικής, σε ανοικτή του επιστολή σε τοπική εφημερίδα επέκρινε τον δήμαρχο της πόλης του και αναφέρθηκε σε υποτιθέμενη «έλλειψη χαρακτήρα και ειλικρίνειας και στη δειλία του». ακολούθησε και εδώ μήνυση και καταδίκη.

Ήρθε όμως το ΕΔΔΑ και έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, οι απόψεις για τις οποίες καταδικάστηκαν οι προσφεύγοντες έλαβαν χώρα πλαίσιο των συζητήσεων επί θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος και ο περιορισμός της ελευθερίας της έκφρασής τους δεν ήταν σε καμία περίπτωση αναλογικός.

 

Μπορεί να αποτελέσει η απόφαση και οδηγό – πιλότο για όσα λέγονται και γράφονται στην Ελλάδα; Προφανώς, αλλά εδώ το πρόβλημα είναι ότι οι πολιτικοί δεν επιλέγουν να ξεκαθαρίσουν τη θέση τους με πολιτικές δηλώσεις, αλλά προτιμούν εξώδικα, μηνύσεις και αγωγές.

 

Μια από τις βασικές αρχές στα ΜΜΕ, είναι ότι η δημοσιογραφία ασκείται με πληροφορίες και όχι με τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις. Η ιστορία των αγωγών πολιτικών σε δημοσιογράφους πρέπει κάποια στιγμή να τελειώσει. Δεν πάει άλλο. Η εκάστοτε εξουσία πρέπει να υπόκειται στην κριτική.

 

Από την άλλη πλευρά μια άλλη βασική αρχή είναι ότι ένα δημοσιογραφικό κείμενο περιέχει δυο στοιχεία: α) τα πραγματικά περιστατικά και β) τις κρίσεις. Εάν για το πρώτο στοιχείο αναφέρονται ψεύδη ή ανύπαρκτα γεγονότα, τότε υπάρχει η επανόρθωση επί του περιστατικού και όχι επί του προσώπου. Για το δεύτερο στοιχείο η κρίση αποτελεί την πεμπτουσία του δημοσιογραφικού λόγου. Αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα του δημοσιογράφου να ασκεί κριτική και να προβαίνει σε κρίσεις.

 

Εάν οι κρίσεις είναι υβριστικές τότε υπάρχει ο ποινικός κώδικας και η ποινική δικονομία. Κάθε ΜΜΕ οφείλει να ασκεί αυστηρή κριτική στην εκάστοτε εξουσία, η οποία δεν πρέπει να έχει αλλεργία.

 

Εξάλλου, αρέσει δεν αρέσει, οι δημοσιογράφοι οφείλουν να αξιολογούν και να θέτουν την αξιολόγησή τους υπό την κρίση των αναγνωστών τους, των ακροατών ή των τηλεθεατών τους. Εάν οι κρίσεις είναι υβριστικές τότε υπάρχει η ποινική διαδικασία. Δεν ανακαλύπτουμε την πυρίτιδα με τα προαναφερόμενα, καθώς είναι κανόνες άτυποι που ισχύουν σε όλες τις δυτικές κοινωνίες.

 

Αυτή είναι η σχέση μεταξύ δημοσιογράφων και πολιτικών και το αντίστροφο. Μόνο στην Ελλάδα υπάρχει αυτό το κυνηγητό και ο μπαμπούλας κατά των δημοσιογράφων. Μόνο να δει κανείς τι γίνεται σε άλλες χώρες θα καταλάβει.

 

Απλά στην Ελλάδα οι πολιτικοί κάνουν κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης τους, καθώς έχουν αυξημένη εξουσία και επιρροή και αγνοούν ότι τα όρια της ελευθεροτυπίας ,τουλάχιστον σε ότι αφορά την πολιτική δραστηριότητα, δεν ορίζονται με δικαστικές αποφάσεις.

 

Ήρθε η ώρα να αλλάξει άμεσα η κείμενη νομοθεσία που δημιουργεί βιομηχανία αγωγών. Η ελευθερία του λόγου πάνω απ’ όλα.

 

Πριν χρόνια ένας ο συντηρητικός πρώην Πρωθυπουργός της Βρετανίας Τζον Μέιτζορ είπε: «όποιος ενοχλείται από τα ΜΜΕ δεν κάνει για την πολιτική, γιατί είναι σαν τους ναυτικούς που τους ενοχλεί η τρικυμία της θάλασσας».