Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι λίγοι πολιτικοί στην παγκόσμια σκηνή κατέχουν καλύτερα την τέχνη της διαχείρισης επισκέψεων ξένων ηγετών από τον Βλαντιμίρ Πούτιν. Και δεν αναφερόμαστε τόσο στη διαχείριση των τελετουργικών πλευρών – σε αυτό η Γαλλία παραμένει αξεπέραστη – όσο στην ευφυή επικοινωνιακή αντιστροφή των πραγμάτων, προς ρωσικό όφελος πάντα αλλά με τρόπο που ο προσκεκλημένος να αισθάνεται ότι τυγχάνει ειδικής μεταχείρισης. Ιδίως μάλιστα όταν ο τελευταίος, επίσης έχει ανάγκη να προβάλει αυτή την εικόνα.

Αυτό αποδείχτηκε περίτρανα στην πρόσφατη επίσκεψη του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στη Μόσχα. Ουσιαστικά, η συνάντηση ήταν μια εσπευσμένη κίνηση του Ερντογάν υπό το βάρος των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι τουρκικές δυνάμεις στην Ιντλίμπ και των επιθέσεων που δέχονται από τις συριακές κυβερνητικές δυνάμεις (που συνεχίζουν δρουν με τη στήριξη των ρωσικών δυνάμεων), προβλήματα που για πολλούς απειλούσαν να οδηγήσουν στη μεγαλύτερη επιδείνωση των διμερών σχέσεων από το 2015. Ωστόσο, η μορφή της συνάντησης περιλάμβανε την επίσκεψη των δύο ηγετών στην αεροπορική έκθεση MAKS, όπου παρουσιάστηκαν τα τελευταία ρωσικά επιτεύγματα, για ορισμένα από τα οποία έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον ο Τούρκος πρόεδρος, όπως π.χ. για τα «αόρατα» αεροσκάφη SU-57, αλλά και διάφορες προσεκτικά υπολογισμένες χειρονομίες όπως αυτή που αφορούσε το πώς ο πρόεδρος Πούτιν κέρασε παγωτό τον Ερντογάν.

Βασικός στόχος των Ρώσων ήταν κατεξοχήν να δείξουν ότι μπορούν να συνεργάζονται με χώρες όπως η Τουρκία που επιθυμούν να έχουν μια σχετικά ανεξάρτητη στάση και να μην προσκολλώνται απόλυτα στον αμερικανικό σχεδιασμό. Επιπλέον, η Ρωσία θέλει διαρκώς να υπενθυμίζει ότι είναι ο πραγματικός εγγυητής οποιασδήποτε διαδικασίας ειρήνευσης στη Συρία. Παράλληλα, προφανώς και ενδιαφέρει τους Ρώσους να συνεχίσουν να πωλούν τα αναπτυγμένα οπλικά συστήματα που διαθέτουν.

Από τη μεριά του ο Ερντογάν, που επίσης έχει δείξει ιδιαίτερη ικανότητα διαχείρισης της εικόνας, δεν επιθυμούσε μόνο να συζητήσει τα προβλήματα που υπάρχουν με τον Πούτιν αλλά και να δείξει ότι η Τουρκία παραμένει μια χώρα που είναι συνομιλητής όλων των πλευρών, ακριβώς στην περίοδο που προσπαθεί να βρει σημεία ισορροπίας και με τις ΗΠΑ.

Άλλωστε, η επίσκεψη Ερντογάν συνέπεσε με την παραλαβή ενός ακόμη τμήματος των πυραυλικών συστοιχιών S-400, δείχνοντας ότι παρά την απειλή των αμερικανικών κυρώσεων CAATSA, Τουρκία επιμένει στην προμήθεια του σχετικού οπλικού συστήματος.

 

Τα προβλήματα της Τουρκίας στη Συρία

Επί της ουσίας τώρα, η Τουρκία αντιμετωπίζει δύο βασικά προβλήματα στη Συρία. Το πρώτο αφορά την κατάσταση ανατολικά του Ευφράτη όπου βρίσκονται οι ζώνες που ελέγχουν οι κουρδικές δυνάμεις πολιτοφυλακής, που εξακολουθούν να έχουν την αμερικανική στήριξη, την ώρα που η Τουρκία θεωρεί ότι διαμορφώνει κίνδυνο διαμόρφωσης κουρδικής οιονεί κρατικής οντότητας. Η Τουρκία έχει ζητήσει να εισβάλει σε αυτή την περιοχή ώστε να εγγυηθεί με τις ένοπλες δυνάμεις της μια ζώνη ασφαλείας αρκετά χιλιόμετρα εντός του συριακού εδάφους. Οι ΗΠΑ έχουν συμφωνήσει στην έννοια της ζώνης ασφαλείας, όμως τη θέλουν να έχει πιο μικρό βάθος και θέλουν επί της ουσίας να έχουν αυτοί την ευθύνη. Γύρω από το ζήτημα αυτό, συνεχίζεται η σχετική διαπραγμάτευση.

Δυτικά του Ευφράτη οι Τούρκοι έχουν το πρόβλημα της Ιντιλίμπ. Η συγκεκριμένη περιοχή αποτελεί αυτή τη στιγμή τη βασική ζώνη στη Συρία όπου υπάρχουν ακόμη ισχυρές δυνάμεις των ένοπλων ισλαμιστικών οργανώσεων που αντιτίθενται σε μια πολιτική λύση και κυρίως την Ταχρίρ Αλ-Σαμ, που αποτελεί μετεξέλιξη της Αλ Κάιντα στη Συρία.

Ταυτόχρονα στην ίδια περιοχή υπάρχουν ακόμη ένοπλες δυνάμεις της συριακής αντιπολίτευσης που υποστηρίζονται από την Τουρκία, όπως το λεγόμενο «Εθνικό Μέτωπο για την Απελευθέρωση» και τις οποίες η Άγκυρα θέλει να τις δει να παίζουν ρόλο στην μεταπολεμική κατάσταση την ίδια ώρα που τις περισσότερες περιπτώσεις η κυβέρνηση Άσαντ δεν κάνει διακρίσεις ανάμεσα σε «μετριοπαθείς» οργανώσεις της αντιπολίτευσης και τζιχαντιστές.

 

 

Το Σεπτέμβριο του 2018 η Τουρκία εξασφάλισε ότι οι συριακές κυβερνητικές δυνάμεις και η Ρωσία δεν θα συνέχιζαν την προσπάθεια στρατιωτικής εκκαθάρισης της περιοχής, αλλά θα αναλάμβανε η ίδια την ευθύνη για την αποκλιμάκωση και την αποστρατιωτικοποίηση της περιοχής. Γι’ αυτό και έχει στρατιωτικές δυνάμεις και παρατηρητήρια. Άλλωστε, η Τουρκία δεν επιθυμούσε μια γρήγορη «εκκαθάριση» της περιοχής καθώς φοβόταν ότι μεγάλης κλίμακας στρατιωτικές επιχειρήσεις των κυβερνητικών δυνάμεων θα δημιουργούσαν ένα κύμα προσφύγων προς την Τουρκία, που ήδη έχει δεχτεί έναν πολύ μεγάλο όγκο προσφύγων από τη Συρία.

Ωστόσο, πραγματικά βήματα προς την αποχώρηση των τζιχαντιστικών οργανώσεων δεν έγιναν, ενώ η Τουρκία κατηγορήθηκε από τη συριακή κυβέρνηση για διευκόλυνση των ομάδων των ανταρτών. Πρόσφατα, υπήρξε μεγάλη ένταση καθώς μια τουρκική αυτοκινητοπομπή δέχτηκε επίθεση και από συριακές κυβερνητικές δυνάμεις, ενώ ως αποτέλεσμα των επιχειρήσεων των συριακών κυβερνητικών δυνάμεων με την υποστήριξη των ρώσων, οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης και των τζιχαντιστών μετακινήθηκαν από την Χαν Σεϊχούν προς το νότιο τμήμα της ζώνης αποκλιμάκωσης, κάτι που εκτός όλων των άλλων, είχε ως αποτέλεσμα να αποκοπεί ένα από τα τουρκικά παρατηρητήρια, που ούτως ή άλλως έχουν αποδειχτεί ιδιαίτερα ευάλωτα.

Ουσιαστικά, αποδείχτηκε ότι οι κυβερνητικές δυνάμεις μπορούσαν να κινηθούν στην ευρύτερη περιοχή χωρίς να μπορούν οι τουρκικές δυνάμεις να τις εμποδίσουν, την ώρα που οι τελευταίες αποδείχτηκε ότι δεν μπόρεσαν να επιβάλουν την υποχώρηση των τζιχαντιστών κατά 20 χιλιόμετρα από την ασφαλή ζώνη ούτε να αποτρέψουν τις επιθέσεις τους εναντίον της ρωσικής αεροπορικής βάσης στο Χμεϊμίμ.

 

Οι δυσκολίες σε σχέση με την Ιντλίμπ

Ήταν αυτή η δύσκολη περίσταση που οδήγησε τον Ερντογάν να επιδιώξει τη συνάντηση με τον Πούτιν σε μια προσπάθεια η Τουρκία να μη βρεθεί σε δυσμενέστερη θέση και ο Πούτιν δεν έχασε την ευκαιρία να δείξει ότι η Ρωσία παραμένει μια δύναμη που μπορεί να εγγυάται και πλευρές των τουρκικών συμφερόντων στην περιοχή.

Βέβαια αυτό δεν σημαίνει ότι ικανοποίησε τα τουρκικά αιτήματα. Αυτό που φαίνεται ότι προτείνει είναι η Τουρκία να αποκτήσει το δικαίωμα για μια ζώνη ασφαλείας, ώστε να αποφύγει ένα νέο κύμα προσφύγων από τις επιχειρήσεις στην Ιντλίμπ, κατά αναλογία με τα όσα συμβαίνουν στην Αφρίν και τη ζώνη της «Ασπίδας του Ευφράτη», με αντάλλαγμα όμως οι συριακές κυβερνητικές δυνάμεις να αποκτήσουν κρίσιμες θέσεις και να μπορέσουν να ανοίξουν ξανά οι αυτοκινητόδρομοι Μ4 και Μ5 που ενώνουν το Χαλέπι και την ανατολική Συρία με τη Δαμασκό και τη Λαττάκεια . Δεν είναι τυχαίο ότι ο Πούτιν δήλωσε και τη στήριξή του στην προσπάθεια που κάνει η Τουρκία με τις ΗΠΑ ώστε να αποκτήσει μια ζώνη ασφαλείας κατά μήκος των συριακών συνόρων έναντι των κουρδικών δυνάμεων.

Όλα αυτά βέβαια σημαίνουν ότι θα πρέπει για άλλη μια φορά ομάδες ειδικών από τις ένοπλες δυνάμεις και τις υπηρεσίες πληροφοριών Ρωσίας και Τουρκίας να κάνουν περίπλοκες προσαρμογές στις ισχύουσες προβλέψεις για την περιοχή της Ιντλίμπ, ώστε να αποφευχθούν επιπλέον εντάσεις, εν αναμονή της ουσιαστικής συζήτησης για το μέλλον των εξελίξεων στη Συρία που θα γίνει στο πλαίσιο της «διαδικασίας της Αστάνα», δηλαδή τη συνεννόηση ανάμεσα σε Ρωσία, Ιράν και Τουρκία για τα ζητήματα της Συρίας, με τη συνάντηση Πούτιν, Ρουχάνι και Ερντογάν στην Κωνσταντινούπολη στις 16 Σεπτεμβρίου.