Την περασμένη Δευτέρα συμπληρώθηκαν τρία χρόνια από το αποτυχημένο πραξικόπημα στην Τουρκία. Ενα γεγονός που έμελλε να αλλάξει τον ρου της Ιστορίας. Το καθεστώς έγινε προεδροκεντρικό με τη συγκέντρωση υπερεξουσιών σε ένα πρόσωπο, η – έτσι και αλλιώς – ισχνή διάκριση των τριών εξουσιών κατέστη έτι προβληματικότερη, οι διώξεις σε βάρος όσων συνδέονταν (ή φερόταν να συνδέονται) με το δίκτυο Γκιουλέν πήραν τη μορφή χιονοστιβάδας, το κράτος δικαίου αποδομήθηκε πλήρως και η δαιμονοποίηση αντιπάλων του καθεστώτος έγινε καθημερινότητα. Τα δίκτυα ενημέρωσης ελέγχονται κατά 90% από το σύστημα Ερντογάν, οι Κούρδοι μετατράπηκαν εκ νέου – όπως στα χρόνια των κεμαλιστών – στην κυριότερη εγχώρια απειλή (μετά τον Γκιουλέν), πολιτικοί αντίπαλοι του προέδρου, όπως ο χαρισματικός Ντεμιρτάς, φυλακίστηκαν, ενώ οι εκκαθαρίσεις στη δημόσια διοίκηση συνεχίζονται αμείωτες. Οι υπουργοί, με εξαίρεση τους Σοϊλού (Εσωτερικών), Ακάρ (Αμυνας), ίσως και τον Αλμπαϊράκ (Οικονομικών), μοιάζουν διακοσμητικοί, ενώ στο νέο οργανόγραμμα δεν υπάρχει πρωθυπουργός.

Η οριακή επικράτηση Ερντογάν στο δημοψήφισμα του 2017, κατόπιν της, κατά πολλούς, απρόσμενης συμμαχίας με τον εθνικιστή Μπαχτσελί, και εν συνεχεία η σχέση πολιτικής εξάρτησης που αναπτύχθηκε μεταξύ του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης και του αντίστοιχου Εθνικιστικής Δράσης άλλαξε τους εγχώριους συσχετισμούς. Ταυτόχρονα όμως, συνδυαστικά με την αυταρχικότητα του καθεστώτος, δημιουργήθηκε η ανάγκη συσπείρωσης της αντιπολίτευσης, η οποία ναι μεν δεν έγινε κατορθωτή στις προεδρικές εκλογές του 2018, αλλά επιτεύχθηκε στις αυτοδιοικητικές εκλογές του 2019, με αποτέλεσμα την απώλεια του προπυργίου των ισλαμιστών, της Κωνσταντινούπολης, αλλά και άλλων μεγάλων πόλεων, όπως της πρωτεύουσας Αγκυρας. Σήμερα τα αυτοδύναμα ποσοστά του κυβερνητικού σχηματισμού μοιάζουν με μακρινό παρελθόν, υποχρεώνοντας τον Ερντογάν στη σύναψη συμμαχιών, ενώ η μέχρι πρότινος κατακερματισμένη αντιπολίτευση οικοδομεί την αυτοπεποίθησή της. Η εμφατική ήττα του στην Κωνσταντινούπολη έφερε στην επιφάνεια τον Ιμάμογλου, έναν πολιτικό τοπικής εμβέλειας ο οποίος απέκτησε εθνικό εκτόπισμα. Ισως αυτός να είναι εκ των λόγων που ο Ερντογάν θα βολευόταν από την πρόωρη προσφυγή στις κάλπες, αρκετά πριν από το 2023.

Πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό; Αν ο Αλί Μπαμπατζάν, πρώην συνοδοιπόρος του Ερντογάν, που πρόσφατα αποχώρησε από το AKP μιλώντας για απώλεια της επαφής με την πραγματικότητα και κυρίως αδυναμία του κόμματος να αφουγκραστεί τις ανάγκες της νέας γενιάς, προχωρήσει στην ίδρυση κόμματος (με ή χωρίς τον Γκιουλ). Σε αυτή την περίπτωση, αρκετοί βουλευτές του AKP – κάποιοι εκτιμούν άνω των 50 – θα μπορούσαν να προσχωρήσουν στον νέο σχηματισμό, ανατρέποντας την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Λόγω της φύσης του νέου Συντάγματος, οι κοινοβουλευτικές εκλογές θα διεξάγονταν ταυτόχρονα με τις προεδρικές. Το αρνητικό για τον Ερντογάν είναι πως ενδεχόμενο άνοιγμα ενός νέου εκλογικού κύκλου θα αποτελείωνε την οικονομία. Το θετικό όμως είναι ότι, ως έχει σήμερα η κατάσταση, πιθανότατα δεν θα είχε αντίπαλο τον Ιμάμογλου, με επακόλουθο η αντιπολίτευση να αναζητούσε ένα πρόσωπο ανταγωνιστικό προς τον πρόεδρο. Θα μπορούσαν οι δυνάμεις της να στοιχηθούν πίσω από τον Μπαμπατζάν και θα έφτανε ο τελευταίος μέχρι αυτού του σημείου αμφισβήτησης του Ερντογάν;

Πέραν των σεναρίων, υπάρχει και η αδήριτη πραγματικότητα. Βάσει αυτής, το καθεστώς Ερντογάν βρίσκεται σε φάση αναδίπλωσης και το επόμενο χρονικό διάστημα είναι κρίσιμο για την αποσαφήνιση της εγχώριας κατάστασης: Θα εξακολουθεί να βρίσκεται στα νύχια του Μπαχτσελί και πόσο επηρεάζεται η πολιτική του από τις απόψεις του συγκατοίκου του στην εξουσία; Θα αντεπεξέλθει στις δοκιμασίες της τουρκικής οικονομίας και με ποιον τρόπο και θα καταφέρει να αποφύγει την αναζήτηση χρηματοδοτικής βοήθειας από το εξωτερικό; Πώς θα επιχειρήσει να αντιστρέψει το κλίμα, τοποθετώντας απέναντί του το πιο δυναμικό κομμάτι της τουρκικής κοινωνίας (έστω και αν δεν είναι πλειοψηφικό) και έχοντας απεμπολήσει την εμπνευσμένη σχέση του με σημαντικό μέρος της νεολαίας;

Εν τέλει, ο Ερντογάν μοιάζει να έχασε μια μοναδική ευκαιρία που του πρόσφερε η έκβαση του πραξικοπήματος, εφόσον αντί να κινηθεί ενωτικά και συσπειρωτικά, έχοντας το πάνω χέρι, εισήλθε σε (παρατεταμένη) φάση ανασφάλειας, στρεφόμενος εναντίον δικαίων και αδίκων, στιγματίζοντας τους αντιπάλους του ως «τρομοκράτες» ή «συνεργάτες τρομοκρατών». Ετσι έχασε τα εναπομείναντα ερείσματά του σε όσους πίστεψαν στον αρχικά μεταρρυθμιστή και φιλελεύθερο για τα τουρκικά πρότυπα ηγέτη και του απέμεινε η στήριξη μιας ολιγαρχικής οικονομικής ελίτ και των πιο οπισθοδρομικών κοινωνικών στρωμάτων, που του οφείλουν την επαναφορά τους από τον αποκλεισμό που είχαν υποστεί στα χρόνια των κοσμικών. Οι αδιαμφισβήτητες ικανότητες του μεγαλύτερου μεταπολεμικά τούρκου πολιτικού εξασθενούν προϊόντος του χρόνου, αλλά οπωσδήποτε δεν έχει πει την τελευταία του λέξη.

 

Ο δρ. Κωνσταντίνος Φίλης είναι δενικός διευθυντής ΙΔΙΣ.
Μόλις κυκλοφόρησε η 3η έκδοση του βιβλίου του «Τουρκία,
Ισλάμ, Ερντογάν».