Ο Ερντογάν είναι πολύ στριμωγμένος. Το ερώτημα είναι αν έτσι καθίσταται πιο απρόβλεπτος ή θα υποχρεωθεί σε αναδίπλωση, υπό το φάσμα μιας ιδιότυπης χρεοκοπίας. Τα περιθώρια ελιγμών του, άλλωστε, στενεύουν συν τω χρόνω, με αποτέλεσμα να εγκλωβίζεται σε μέτωπα που είτε άνοιξε ο ίδιος είτε δημιουργήθηκαν παρά τις επιθυμίες του.

Μεταξύ άλλων, επιδιώκει: α) να ικανοποιηθεί στο ενεργειακό παιχνίδι στην Ανατολική Μεσόγειο, διασφαλίζοντας παράλληλα και τους Τουρκοκύπριους, με τις υπόλοιπες δυνάμεις να προχωρούν προσώρας απρόσκοπτα με το ενεργειακό τους πλάνο, β) να βρει τη χρυσή τομή με ΗΠΑ και Ρωσία στη Συρία (με τις πρώτες για την περιοχή ανατολικά του Ευφράτη και ενώ εξακολουθούν να στηρίζουν το κουρδικό στοιχείο, με τη δε δεύτερη να μην κλονιστούν οι δεσμοί τους λόγω Ιντλίμπ, στο οποίο επιχειρούν οι ασαντικές δυνάμεις σε βάρος και συμμάχων της Αγκυρας), γ) να μην επιτρέψει οι ενδυναμωμένες σχέσεις με το Ιράν να πλήξουν περαιτέρω τις αντίστοιχες με τις ΗΠΑ, αν και ελλοχεύει ο κίνδυνος ως μοχλό πίεσης η Ουάσιγκτον να επαναφέρει την υπόθεση της τουρκικής τράπεζας Halkbank, η οποία έχει παραβιάσει τις κυρώσεις σε βάρος του Ιράν, επιβάλλοντας περιορισμούς στην τουρκική οικονομία, δ) να ισορροπήσει ανάμεσα σε Λευκό Οίκο και Κρεμλίνο στο ζήτημα των S-400, όπου μόνο ο Πούτιν μπορεί να προσφέρει διέξοδο στον Ερντογάν, αποδεχόμενος την υπαναχώρησή του ώστε να τον διατηρήσει σε τροχιά ρωσικής επιρροής (εφόσον θα του οφείλει τη διευκόλυνση).

 

Ως προς το τελευταίο, τυχόν προμήθεια των S-400 θα επιταχύνει την προσφυγή της Τουρκίας σε εξωτερική οικονομική βοήθεια (ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα, συνδυασμός των δύο ή και κάτι άλλο προερχόμενο πάντως πρωτίστως από δυτικούς θεσμούς), δεδομένων των αμερικανικών κυρώσεων, ενώ ταυτόχρονα θα καθηλώσει αρκετά προγράμματα της αμυντικής της βιομηχανίας. Σε αυτό το σενάριο, το χειρότερο για τον Ερντογάν είναι πως θα καταρρεύσει ο μύθος της ισχυρής οικονομίας, ενώ η αναγκαστική ενεργοποίηση δυτικών κεφαλαίων θα εξουδετερώσει τις όποιες προσπάθειες αποστασιοποίησης από τη Δύση, που συχνά δαιμονοποιείται από τον ίδιο.

Η Τουρκία φαίνεται πλέον να επενδύει στον Τραμπ, εκτιμώντας ότι η πίεση προέρχεται από ορισμένα κέντρα εξουσίας στην Ουάσιγκτον χωρίς απαραίτητα να απηχεί τις απόψεις του αμερικανού προέδρου, ο οποίος ως πρακτικός πολιτικός μπορεί να διευθετήσει τα προβλήματα απευθείας με τον τούρκο ομόλογό του. Θα φανεί τις επόμενες εβδομάδες κατά πόσο αυτές οι προσδοκίες είναι ευσεβείς πόθοι ή προετοιμάζουν το έδαφος για μια ευρύτερη συνεννόηση.

Εξάλλου, οι ΗΠΑ δεν κρύβουν την έντονη δυσφορία τους απέναντι στον Ερντογάν αλλά και την επιθυμία τους να βρεθεί μια φόρμουλα συμβιβασμού κυρίως στην Ανατολική Μεσόγειο, χωρίς, πάντως, να ξεκαθαρίζουν τους όρους και τον τρόπο που μπορεί να επιτευχθεί. Αυτό επιβεβαιώνει πως βρίσκεται σε εξέλιξη μια συνολική διαπραγμάτευση μεταξύ Ουάσιγκτον – Αγκυρας, την οποία εμείς σε μικρό βαθμό μπορούμε να επηρεάσουμε.

Πρέπει, ωστόσο, αποφεύγοντας να εμπλακούμε άμεσα σε αυτή τη διελκυστίνδα, να υπογραμμίζουμε την προσπάθεια της Τουρκίας να απαξιώσει τον ρόλο των ΗΠΑ στην περιοχή, ιδίως ως προς τη δυνατότητα ή/και αποφασιστικότητά τους να στηρίξουν τους περιφερειακούς τους συμμάχους μέχρι τέλους. Παρά τη σκληρή γλώσσα, ο Ερντογάν αναζητεί διεξόδους, σώζοντας όσο μπορεί τα προσχήματα. Θα διαπιστώσουμε σύντομα αν όσα κάνει είναι «πολύ λίγα, πολύ αργά».

 

Ο δρ Κωνσταντίνος Φίλης είναι γενικός διευθυντής του ΙΔΙΣ και συγγραφέας του βιβλίου «Τουρκία, Ισλάμ, Ερντογάν»