Η βομβιστική επίθεση στον Σκάι είναι σαφές ότι είναι έργο μιας ομάδας που έχει την επιχειρησιακή ικανότητα να οργανώνει χτυπήματα αρκετά μεγάλης κλίμακας.

Αυτό έρχεται να μας θυμίσει ότι στην Ελλάδα παρά τις εξαρθρώσεις μεγάλων οργανώσεων, είτε μιλάμε για τις οργανώσεις που ξεκίνησαν τη δεκαετία του 1970 είτε για τις οργανώσεις που προέκυψαν στη δεκαετία του 2000, εξακολουθεί να υπάρχει ζήτημα ένοπλης πολιτικής βίας.

Αποδεικνύεται έτσι ότι παρά την ύπαρξη ενός πολύ πιο αυστηρού νομικού πλαισίου εδώ και αρκετά χρόνια και παρά την αναμφισβήτητη αναβάθμιση των τεχνολογικών και επιχειρησιακών δυνατοτήτων της Αντιτρομοκρατίκής Υπηρεσίας και τη συνεργασία της με ξένες υπηρεσίες, εξακολουθεί να αναπαράγεται αυτού του είδους η πρακτική.

Αυτό κάνει την Ελλάδα αρκετά διαφορετική από χώρες της Δυτικής Ευρώπης, που μπορεί να αντιμετωπίζουν το πρόβλημα της «τζιχαντιστικής» τρομοκρατίας και της δράσης του Ισλαμικού Κράτους, όμως εδώ και δεκαετίες δεν έχει να αντιμετωπίσει σοβαρό πρόβλημα αναρχικής ή ακροαριστερής τρομοκρατικής δράσης.

Προφανώς και σε αυτό συνετέλεσε η αλλαγή των κοινωνιών και η συνειδητοποίηση ότι ένας ιστορικός κύκλος είχε κλείσει και μια τέτοια δράση γινόταν πλέον εκ των πραγμάτων αλυσιτελής.

Όμως, στην Ελλάδα αποδεικνύεται εκ των πραγμάτων ότι εξακολουθούν να υπάρχουν άνθρωποι που είναι έτοιμοι να κάνουν τέτοιες επιλογές.

Η ελληνική ιδιαιτερότητα

Οι λόγοι που τα πράγματα είναι διαφορετικά στην Ελλάδα αφορούν την ιδιαιτερότητα των κοινωνικών και πολιτικών εξελίξεων.

Ειδικά η συγκυρία της κρίσης, σε όλη της τη διάρκεια από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 2000 και μετά έδωσε ξανά έντονα συγκρουσιακό χαρακτήρα και στην πολιτική αντιπαράθεση και στην κοινωνική διεκδίκηση.

Εκ του αποτελέσματος προκύπτει ότι σε αυτό το έδαφος νέες γενιές εμφανίστηκαν που θέλησαν να κάνουν το βήμα από την μαχητική διεκδίκηση στην ένοπλη δράση.

Γι’ αυτό το λόγο και κάποιες φορές η συζήτηση που γίνεται περί «ανομίας» είναι κάπως παραπλανητική γιατί δεν εντοπίζει την ουσία του ζητήματος που είναι ακριβώς ότι σε συνθήκες μιας «μπλοκαρισμένης» δημοκρατικής διαδικασίας δημιουργείται το έδαφος και για μια ακραία πολωτική σύλληψη της πολιτικής αντιπαράθεσης και για το πέρασμα στην τρομοκρατική δράση.

Η αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού, που δεν μπορεί να περιορίζεται απλώς στην εξέλιξη του θεσμικού πλαισίου (που επί της ουσίας είναι ήδη δρακόντειο) ούτε να οδηγεί σε επικίνδυνες ατραπούς «επέκτασης» της έννοιας της τρομοκρατίας σε άλλες παραβατικές πρακτικές, απαιτεί στην πραγματικότητα μια ευρύτερη συνεννόηση των πολιτικών δυνάμεων και μια άλλη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών.

Η στοχοποίηση του Τύπου

Ο Τύπος δεν είναι η πρώτη φορά που βρέθηκε στο στόχαστρο τρομοκρατικών χτυπημάτων. Από τη δολοφονία Μομφεράτου μέχρι την επίθεση στο Mega υπάρχουν αρκετά παραδείγματα. Αντίστοιχα, μπορεί κανείς να δει στην Ευρώπη τον τρόπο που στη Γερμανία η Bild είχε αποτελέσει στόχο των τρομοκρατών (και ταυτόχρονα η ίδια διεξήγαγε τη δική της «αντιτρομοκρατική εκστρατεία»).

Άλλωστε, στα μάτια των θιασωτών της ένοπλης πάλης,  τα ΜΜΕ αποτελούν ιδεολογικούς μηχανισμούς και άρα τμήμα του κυρίαρχου «συνασπισμού εξουσίας» και κατά συνέπεια μπορούν να αποτελέσουν νόμιμους στόχους.

Όμως, στην ελληνική περίπτωση τα τελευταία χρόνια έχουμε μια συνολικότερη στοχοποίηση του Τύπου.

Αν κανείς παρατηρήσει την αντιπαράθεση ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις θα δει πολύ συχνά μια πολεμική που αφορά τα ΜΜΕ που θεωρούνται ότι πρόσκεινται σε αυτές.

Για παράδειγμα, τα τελευταία χρόνια ο ΣΥΡΙΖΑ επέμεινε ιδιαίτερα σε μια ρητορική που θεωρούσε ότι όλα τα αντιπολιτευόμενα ΜΜΕ δεν εκφράζουν απλώς αντίθετη άποψη από την κυβερνητική, αλλά εντάσσονται σε ένα οργανωμένο πολιτικό σχέδιο για την υπονόμευση της.

Αντίστοιχα, πολλές φορές και η αντιπολίτευση στοχοποίησε ΜΜΕ που εξέφραζαν υποτίθεται φιλοκυβερνητικές απόψεις. Το παράδειγμα π.χ. των πολεμικών γύρω από την ΕΡΤ είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό.

Το πρόβλημα με αυτή την ιδιαίτερη πόλωση και στοχοποίηση του Τύπου και των ΜΜΕ είναι ότι διαμορφώνεται μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα που εμπλέκει άμεσα στα ΜΜΕ στην πολιτική αντιπαράθεση, αντιμετωπίζοντάς τα ως «προκεχωρημένα φυλάκια» ως προς τις κυβερνητικές πολιτικές και τα πολιτικά σχέδια.

Όμως, αυτό βοηθάει όσους ενστερνίζονται την επικίνδυνη άποψη περί της δυνατότητας άσκησης πολιτικής μέσω της βίας να θεωρήσουν ότι τα ΜΜΕ και οι λειτουργοί του Τύπου μπορούν να αποτελέσουν «νόμιμους στόχους» της τρομοκρατικής δράσης.

Ας μην ξεχνάμε ότι βασικό στοιχείο των όρων με τους οποίους επιλέγουν τέτοιες οργανώσεις τους «στόχους» τους, είναι ακριβώς και το εάν θεωρούν ότι θα έχουν ένα κλίμα νομιμοποίησης για αυτές τις επιλογές τους.

Θωράκιση της δημοκρατίας σημαίνει αντιμετώπιση της κρίσης της δημοκρατίας

Όσο ισχύει η φράση ότι η «δημοκρατία δεν τρομοκρατείται» άλλο τόσο ισχύει και ότι η δημοκρατία πρέπει να θωρακιστεί. Μόνο που θωράκιση της δημοκρατίας δεν μπορεί να σημαίνει απλώς ένα πιο αυταρχικό πλαίσιο, ιδίως όταν η υπερβολική ενίσχυση των κατασταλτικών μηχανισμών δεν έχει αποδώσει πάντα τα αναμενόμενο.

Θωρακισμένη δημοκρατία δεν σημαίνει σιδερόφραχτη δημοκρατία, αλλά δημοκρατία που λειτουργεί. Σημαίνει ότι υπάρχει ενεργή πολιτική διαδικασία και δεν υπάρχει η αίσθηση ότι έχουμε να κάνουμε με μια επίφαση. Σημαίνει θεσμούς που να λογοδοτούν. Σημαίνει ότι σπάει η διάχυτη αίσθηση περί του ατιμώρητου της διαπλοκής και της διαφθοράς. Σημαίνει πολιτικές που να λαμβάνουν υπόψη τους ότι οι άνθρωποι δεν είναι απλώς στατιστικές παράμετροι.

Όλα αυτά δείχνουν πόσο επείγουσα είναι η αναμέτρηση με την υπαρκτή κρίση της δημοκρατίας στις σύγχρονες κοινωνίες.

Μια τέτοια δημοκρατία δεν έχει να φοβηθεί τίποτα αλλά και ταυτόχρονα δεν αφήνει πραγματικά περιθώρια σε κανένα να θεωρήσει ότι η βία μπορεί να αποτελέσει πολιτική πρακτική.

 

 

Γράψτε το σχόλιο σας