Ο μάρτυρας Ευάγγελος Βασιλάκος καταθέτοντας ενώπιον του Εφέτη-΄Ανακριτή κατάθεσε τα ακόλουθα πράγματα για τον πρώην πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη :

« Η προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι ο κ. Σημίτης γνώριζε και γνωρίζει τις παράνομες πληρωμές στην προμήθεια του C41, ιδίως προς τον τότε Υπουργό Άμυνας κ, Παπαντωνίου. Είναι αφέλεια να θεωρεί κανείς ότι οι πρωθυπουργοί της χώρας δεν γνωρίζουν για το αν δωροδοκούνται οι Υπουργοί Άμυνας τους..» . Και παρακάτω : «Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω, αν ο κ. Σημίτης έχει δωροδοκηθεί για τη συγκεκριμένη προμήθεια, αλλά θεωρώ αδύνατο να μην έχει ενημερωθεί για τις παράνομες πληρωμές της σύμβασης  C41 από τον Χριστοφοράκο».

Κατόπιν των ανωτέρω το κρίσιμο ερώτημα το οποίο τίθεται είναι το εξής : Επιτρέπει άραγε η Ποινική μας Δικονομία τις προσωπικές αξιολογήσεις των μαρτύρων ( από τις οποίες ανακύπτει ενδεχόμενα η δωροδοκία ενός πολιτικού προσώπου);

Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι η εξής: Ο οδηγός για το περιεχόμενο της κατάθεσης ενός μάρτυρα είναι τα άρθρα 223,224 και 225 του Κώδικα της Ποινικής Δικονομίας .

Σύμφωνα με αυτές τις διατάξεις ο μάρτυρας καταρχήν είναι απαραίτητο να καταθέτει πράγματα τα οποία γνωρίζει «εξ ιδίας αντιλήψεως». Υπό αυτήν την έννοια ο ανωτέρω μάρτυρας Βασιλάκος θα έπρεπε να καταθέσει : «Μετέφερα το πακέτο με τα χρήματα ( της δωροδοκίας) στον τάδε Πρωθυπουργό και του το παρέδωσα ιδιοχείρως ή στον Χ συνεργάτη του»!

Αν όμως ένας μάρτυρας καταθέτει πράγματα τα οποία άκουσε από άλλους , τότε είναι υποχρεωμένος να κατονομάζει ταυτόχρονα και εκείνους από τους οποίους τα άκουσε! Διαφορετικά η κατάθεσή του δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν.

Τέλος υπάρχει η πιθανότητα να εμφανιστεί και το εξής ενδεχόμενο : Δηλαδή ένας μάρτυρας να συμπεραίνει απλώς ότι κάποιοι Υπουργοί ή ένας πρωθυπουργός δωροδοκήθηκαν. Δηλαδή να εκφράζει μια καθαρά προσωπική κρίση.

Σε αυτήν την περίπτωση το άρθρο 223 του ΚΠΔ απαγορεύει ευθέως τις προσωπικές κρίσεις των μαρτύρων (εκτός αν είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με τα πραγματικά γεγονότα τα οποία καταθέτουν).

Ενόψει όλων των ανωτέρω είναι σαφές, ότι η παραπάνω μαρτυρική κατάθεση του μάρτυρα Βασιλάκου είναι «δικονομικά ανυπόστατη» και δεν θα έπρεπε καν να συνταχθεί και να αξιολογηθεί ( γιατί εκφράζει τις στενές προσωπικές αξιολογήσεις ενός μάρτυρα , χωρίς να υπάρχουν τα αναγκαία πραγματικά γεγονότα).

Υπό αυτήν την έννοια περαιτέρω η ανωτέρω μαρτυρική κατάθεση , η οποία «ενοχοποιεί» αόριστα τον πρώην πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη, δεν θα έπρεπε καν να αποσταλεί στην Ελληνική Βουλή, ως «δικονομικά ανυπόστατη»!

Και για να προλάβω ορισμένες άλλες ενστάσεις –πολιτικού χαρακτήρα- αναφέρω και τις ακόλουθες παραδοχές.

Καταρχήν, όπως αναρωτιόταν και ο Πιέρ Λασκούμ σε ένα περίφημο  βιβλίο του (« Διαφθορά, 2003»):

Είναι απαραίτητο να καταπολεμηθεί η διαφθορά των οικονομικών μεγιστάνων και των πολιτικών παραγόντων ( ώστε να μην υπάρχει η εντύπωση στην κοινωνία ότι επικρατεί μια «κουλτούρα ατιμωρησίας» έναντι των υψηλών κρατικών αξιωματούχων μιας χώρας);

Η απάντηση είναι σίγουρα ναι, έστω και εάν η ποινική εκκαθάριση των υποθέσεων διαφθοράς των πολιτικών ελίτ – διεθνώς- παρουσιάζει μια δομική δυσχέρεια. Δηλαδή οι δικαστικές διώξεις καταλήγουν πολύ γρήγορα σε αδιέξοδο , λόγω ελλείψεως αποδεικτικών ευρημάτων.

Και ο Πιέρ Λασκούμ αναφέρει χαρακτηριστικά, ότι μόνο ο Γάλλος βιομήχανος  Σ. Ντασό έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για δωροδοκία πολιτικών προσώπων.

Όμως  αυτό δεν σημαίνει από την άλλη πλευρά, ότι είναι δυνατό να χρησιμοποιείται η Ποινική Δικονομία ως όχημα για το «ξεκαθάρισμα λογαριασμών» μεταξύ πολιτικών αντιπάλων!

Και έχω την εντύπωση, ότι αυτό γίνεται στην προκείμενη περίπτωση. Με άλλα λόγια «ενοχοποιείται» ένας πρώην πρωθυπουργός με μία μαρτυρική κατάθεση η οποία είναι δικονομικά ανυπόστατη.

Και αυτό είναι κακό και για το Κράτος Δικαίου και για τη χώρα, γιατί φθείρεται ανεπανόρθωτα και ο θεσμός του πρωθυπουργού!

 

Ο Γρηγόρης Καλφέλης είναι Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ (kalfelis@law.auth.gr)