Η αναφορά του Αλέξη Τσίπρα κατά τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην ανάγκη «αξιόπιστης και αποφασιστικής πολιτικής αποτροπής και άμυνας» απέναντι στη Ρωσία σηματοδοτεί, σε επίπεδο ρητορικής τουλάχιστον, μια κρίσιμη στροφή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.

Παρότι η Ελλάδα έχει αποδεχτεί το καθεστώς των κυρώσεων κατά της Ρωσίας μετά την όξυνση της ουκρανικής κρίσης, όπως αυτές έχουν αποφασιστεί σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωση, και παρότι έχει συνυπογράψει όλα τα συμπεράσματα συνόδων κορυφής του ΝΑΤΟ αλλά και τις ΕΕ που αναφέρονται αρνητικά στη Ρωσία, η συγκεκριμένη φράση του Αλέξη Τσίπρα σηματοδοτεί μια σημαντική τομή.

Μέχρι τώρα στον επίσημο λόγο της ελληνικής διπλωματίας και κυβέρνησης απουσίαζαν γενικά οι αναφορές στην ανάγκη αποτροπής και άμυνας κατά της Ρωσίας. Η φράση του πρωθυπουργού, που εν πολλοίς αντανακλά τις τρέχουσες εντάσεις στη διεθνή σκηνή, σηματοδοτεί ότι η και η Ελλάδα πλέον θεωρεί ότι η Ρωσία αποτελεί μια απειλή για τη διεθνή ασφάλεια γενικά αλλά και ειδικότερα τις χώρες της Δύσης.

Θα έλεγε κανείς ότι ακόμη και η κριτική και οι κυρώσεις στη Ρωσία για την ουκρανική κρίση αφορούσαν μία συγκεκριμένη περίπτωση και όχι μια γενική τοποθέτηση. Η αναφορά γενικά σε πολιτική αποτροπής και άμυνας σημαίνει ότι πλέον ο Έλληνας πρωθυπουργός προσυπογράφει πλήρως τη λογική ότι η Ρωσία σηματοδοτεί συνολικά μια απειλή για την Ευρώπη και άρα πρέπει το ΝΑΤΟ ως συλλογικός μηχανισμός ασφάλειας να έχει στρατηγική αποτροπής και άμυνας.

Αναρωτιέται κανείς ποια σχέση έχει μια τέτοια τοποθέτηση με π.χ. τις πρόσφατες δηλώσεις του κ. Κοτζιά, μόλις στις 13 Ιουνίου, που αναφερόταν σε «άριστες σχέσεις» ανάμεσα στις δύο χώρες.

Μάλιστα, ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών είχε τονίσει ότι  δύο χώρες θα εργαστούν για την υπέρβαση στερεοτύπων και προκαταλήψεων που υπάρχουν σε σειρά περιφερειακών και διεθνών οργανισμών. Θα υπέθετε κανείς ότι ένα από τα στερεότυπα θα ήταν και αυτό της πάγιας ρωσικής επιθετικότητας.

Ήταν σε εκείνη τη συνάντηση που επαναλήφθηκε η πρόσκληση προς τον κ. Λαβρόφ να επισκεφτεί την Ελλάδα, την οποία και αποδέχτηκε ο Ρώσος ΥΠΕΞ, ενώ τέθηκαν και ζητήματα προετοιμασίας της επίσκεψης του Αλέξη Τσίπρα στη Ρωσία.

Επιπλέον, ένα από τα ζητήματα που τέθηκαν ήταν και η κοινή πεποίθηση για επίλυση του Κυπριακού στη βάση των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας τους ΟΗΕ.

Αντίστοιχα, θα μπορούσε κανείς να εντοπίσει πλήθος ανάλογων δηλώσεων όλο το προηγούμενο διάστημα, συμπεριλαμβανομένων και δηλώσεων της Ρωσικής πλευράς που αναγνώριζε ότι η Ελλάδα δεν έχει υιοθετήσει την επιθετική ρητορική άλλων χωρών. Αυτό είχε φανεί και στην πρόσφατη κρίση με αφορμή την υπόθεση Σκριπάλ, όπου η Ελλάδα απέφυγε να προχωρήσει σε απελάσεις διπλωμάτων.

Βέβαια, την ίδια στιγμή είναι γεγονός ότι πέραν των πάγιων οικονομικών σχέσεων, τα τελευταία χρόνια δεν είχε υπάρξει κάποια μεγάλη οικονομική συμφωνία με τη Ρωσία. Θα μπορούσε  μάλιστα κάποιος να πει ότι υπήρχε υποχώρηση ως προς την πραγματική δυναμική των σχέσεων. Ωστόσο, η ελληνική πλευρά επέμεινε να παρουσιάζει ότι διατηρούνται οι παραδοσιακά καλές σχέσεις.

Μάλιστα το 2016 είχε προκληθεί μεγάλος θόρυβος όταν ο Πάνος Καμμένος δήλωσε στη Βουλή ότι υπήρχε η δυνατότητα για συμπαραγωγή «καλάσνικοφ» στο Αίγιο, υπό την προϋπόθεση της άρσης των κυρώσεων στη Ρωσία που δεν επιτρέπουν τέτοιες συμφωνίες.

Ωστόσο, είναι προφανές ότι παρά τις δημόσιες δηλώσεις, η ελληνική πλευρά είχε αποφασίσει να κάνει και σε αυτό το θέμα μια στροφή.

Αυτό, άλλωστε, αποτυπώνει και η επιλογή επιτάχυνσης της επίλυσης του προβλήματος με το όνομα της πΓΔΜ, που εξαρχής τέθηκε σε άμεση διασύνδεση με την εισδοχή της πΓΔΜ στο ΝΑΤΟ και όχι ως αυτοτελές διμερές ζήτημα, παρότι ήταν γνωστό ότι η Ρωσία ήταν αντίθετη σε κινήσεις που θα τροποποιούσαν τις λεπτές ισορροπίες που υπάρχουν στα Δυτικά Βαλκάνια.

Σε αυτό το φόντο, η απέλαση των Ρώσων διπλωματών και η τρέχουσα επιδείνωση στης ελληνορωσικές σχέσεις δεν είναι το αποτέλεσμα κάποιων συγκυριακών προβλημάτων, αλλά το επακόλουθο μιας συνολικότερης στροφής της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής σε θέσεις πιο κοντά στην αντιρωσική τοποθέτηση άλλων δυτικών δυνάμεων.

Ωστόσο, προβληματισμό προκαλεί το γεγονός ότι μέχρι τώρα αυτή η στροφή δεν έχει παρουσιαστεί και εξηγηθεί ως τέτοια. Δηλαδή, δεν θεώρησαν αναγκαίο ούτε ο πρωθυπουργός, ούτε ο υπουργός Εξωτερικών να εξηγήσουν γιατί μια τέτοια στροφή είναι σήμερα συμφέρουσα ή να δώσουν στοιχεία γιατί ήταν εσφαλμένη η μέχρι τώρα εκτίμηση ότι χρειάζεται επένδυση των ελληνορωσικών σχέσεων.

Ούτε έχουν παρουσιαστεί επιχειρήματα για τον πιθανό αντίκτυπο που μπορεί να έχει μια αντιρωσική στροφή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής σε ζητήματα για τα οποία παραδοσιακά η ελληνική πλευρά στηριζόταν και στη βαρύτητα της ρωσικής στάσης όπως το Κυπριακό.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο