Όταν το αφεντικό σου είναι ψυχάκιας, λυσσάρα ή βαρεμένος, η παραίτηση δεν είναι επιλογή. Με τη βοήθεια λίγων ποτών παραπάνω και με κάποιες συμβουλές από έναν πρώην κατάδικο αμφίβολης αξιοπιστίας, τρεις φίλοι βάζουν σε εφαρμογή ένα πολύπλοκο σχέδιο για να απαλλάξουν τον κόσμο από τα αφεντικά τους… μια για πάντα! Ο Νικ (Τζέισον Μπέιτερμαν) δουλεύει […]
Όταν το αφεντικό σου είναι ψυχάκιας, λυσσάρα ή βαρεμένος, η παραίτηση δεν είναι επιλογή. Με τη βοήθεια λίγων ποτών παραπάνω και με κάποιες συμβουλές από έναν πρώην κατάδικο αμφίβολης αξιοπιστίας, τρεις φίλοι βάζουν σε εφαρμογή ένα πολύπλοκο σχέδιο για να απαλλάξουν τον κόσμο από τα αφεντικά τους… μια για πάντα!
Ο Νικ (Τζέισον Μπέιτερμαν) δουλεύει δώδεκα ώρες την ημέρα και…(διαβάστε την υπόθεση)
«Αυτά τα καθάρματα, θα πεθάνουν ούτως ή άλλως. Απλά θα επιταχύνουμε τη φυσική διαδικασία.» Κερτ
«Σχεδόν όλοι μας έχουμε πέσει πάνω σε κάποιο πολύ κακό αφεντικό, κάποια στιγμή στη ζωή μας, κάποιον που μας έχει κάνει τη ζωή μαρτύριο,» λέει ο σκηνοθέτης Σεθ Γκόρντον. «Όλοι γνωρίζουμε ότι είναι δελεαστικό να φαντασιώνεσαι το πόσο καλύτερα θα ήταν τα πράγματα, αν έβγαιναν από τη μέση. Αυτή λοιπόν είναι η ιστορία τριών αντρών που αποφασίζουν να το κάνουν πραγματικότητα. Ωστόσο, η κατάσταση δεν εξελίσσεται ακριβώς όπως θα ήθελαν.» Αν και το να συγκρουστούν με τους βασανιστές τους φαίνεται λίγο ακραίο στην αρχή, σύντομα αποδεικνύεται ότι για τον ένα ή τον άλλο λόγο, αυτοί οι τρεις ταλαιπωρημένοι υπάλληλοι δεν έχουν άλλη επιλογή. Και δεν είναι ότι έχουν στο αίμα τους τη βία – για την ακρίβεια, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Ο Γκόρντον πιστεύει ότι οι πρωταγωνιστές της ταινίας, τους οποίους ενσαρκώνουν οι Τζέισον Μπέιτερμαν, Τσάρλι Ντέι και Τζέισον Σουντέικις, είναι «μέσοι, συνηθισμένοι υπάλληλοι. Δεν είναι κακοί τύποι – πραγματικά δεν είναι. Κάνουν ότι καλύτερο μπορούν, αλλά είναι παγιδευμένοι και έχουν πέσει θύματα των αφεντικών τους, με τρόπους που είναι πραγματικά ειδεχθείς και σκληροί, μέχρι που δεν μπορούν να το αντέξουν άλλο αυτό.»
Βδομάδα μπαίνει, βδομάδα βγαίνει, οι από χρόνια φίλοι Νικ, Ντέιλ και Κερτ συναντιούνται για να πιουν μερικά ποτά, να πουν τα βάσανά τους και να συζητήσουν, για τα όσα τραβούν από τους προϊσταμένους τους: τον Χάρκεν, το υπερ-συγκεντρωτικό αφεντικό του Νικ, που ενσαρκώνει ο Κέβιν Σπέισι; τον Πέλιτ, τον αναίσθητο κληρονόμο της εταιρείας του πατέρα του και βασανιστή του Κερτ, που ενσαρκώνει ο Κόλιν Φάρελ, και την Τζούλια Χάρις, την οδοντίατρο – αρπακτικό, που παίζει η Τζένιφερ Άνιστον, σε ένα ρόλο, στον οποίο δεν την έχει ξαναδεί το κοινό. Πάνω στη συζήτηση και τα ποτά, οι τρεις φίλοι καταλήγουν στο να σκέφτονται το πόσο καλύτερες θα ήταν οι ζωές τους και οι καριέρες τους αν τα μισητά αφεντικά τους έβγαιναν από τη μέση. Πόσο καλύτερα θα ήταν αν τους έβρισκαν μία μέρα πεθαμένους. Πόσο πολύ θα τους άξιζε να πεθάνουν…Και αυτό δεν είναι και πολύ δύσκολο. Ή τουλάχιστον έτσι πιστεύουν.
Το πρόβλημα είναι, ότι πέρα από το θυμό τους, τις στιγμιαίες φαντασιώσεις τους και τις περιορισμένες γνώσεις που έχουν από τα αμέτρητα επεισόδια “Law & Order” που έχουν παρακολουθήσει, ότι στην πραγματικότητα δεν έχουν τα προσόντα, την εμπειρία και σίγουρα δεν είναι ικανοί για να δολοφονήσουν τα αφεντικά τους. «Είναι εντελώς ανίκανοι,» λέει ο Γκόρντον, γεγονός που τους ωθεί να επιστρατεύσουν -σε τιμή ευκαιρίας – τον πρώην κατάδικο Motherf****r Τζόουνς, τον οποίο παίζει ο Τζέιμι Φοξ. Από αυτό το σημείο και μετά, «ξεκινά μία ιστορία όπου το ένα γεγονός πυροδοτεί το άλλο, και η οποία εξελίσσεται όλο και γρηγορότερα και πιο τρελά, μέχρι εκεί που δεν υπάρχει σημείο επιστροφής,» εξηγεί ο σκηνοθέτης, που αναφέρει ότι το σενάριο της ταινίας Αφεντικά για Σκότωματον έκανε να γελάσει μέχρι δακρύων.
Ακόμα και αν ο μέσος θεατής δεν μπορεί να ταυτιστεί με μία ιστορία που αναφέρεται σε ένα σχέδιο δολοφονίας, όσο κακοσχεδιασμένο και αν είναι αυτό, οι δημιουργοί της ταινίας αισθάνθηκαν ότι η απογοήτευση που ωθεί αυτούς τους τρεις υπαλληλίσκους στα άκρα είναι ένα ασφαλές στοίχημα.
Ο παραγωγός Μπρετ Ράτνερ, που σχεδίασε την ταινία Αφεντικά για Σκότωμα σε συνεργασία με τον Τζέι Στερν σημειώνει, «Και μόνο ο τίτλος της ταινίας, τα λέει όλα. Προκαλούσε την αντίδραση όλων όσοι τον άκουγαν. Δεν θέλουμε να παραδεχτούμε ότι εκείνοι για τους οποίους δουλεύουμε είναι τραγικά αφεντικά. Πάντα αναφερόμαστε σε προηγούμενα αφεντικά, ή σε ιστορίες φίλων μας που έχουν κακούς εργοδότες. Όλοι μας όμως έχουμε τέτοιες κακές εμπειρίες που μπορούμε να θυμηθούμε, και γι’ αυτό ακριβώς η ταινία είναι τόσο διασκεδαστική.»
«Καθώς συζητούσα για την ταινία, ανακάλυψα ότι πολλοί περισσότεροι άνθρωποι, απ΄ όσους αρχικά φανταζόμουν, θα ήθελαν να σκοτώσουν το αφεντικό τους,» λέει ο Τζέισον Σουντέικις, που υποδύεται τον χαλαρό Κερτ. Σε αυτό το πλαίσιο, η ταινία Αφεντικά για Σκότωμα είναι μία ιστορία εκπλήρωσης μίας επιθυμίας που πολλοί από εμάς έχουμε, το να βγάλουμε δηλαδή από τη μέση το αφεντικό μας, επιθυμία την οποία ο Νικ, ο Ντέιλ και ο Κερτ προσπαθούν να κάνουν πραγματικότητα, παίρνοντας πολλά ρίσκα και κάνοντας μία σειρά από χαζά λάθη.
«Μας κάνουν τη δουλειά,» λέει ο παραγωγός Τζέι Στερν. «Πολλοί ζούμε δύσκολες στιγμές, και αρκετοί από εμάς είμαστε ευγνώμονες και μόνο που έχουμε μία δουλειά. Την ίδια στιγμή, αν κάποιος σε πιέζει ή σε εκμεταλλεύεται σκέφτεσαι, ‘Υπάρχει πραγματικά λόγος να το ανέχομαι αυτό;’ Πρέπει πραγματικά να μιλάω σε αυτόν τον τρελό; Πιστεύω ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που δεν θέλουν απαραιτήτως να σκοτώσουν το αφεντικό τους, αλλά δεν θα τους πείραζε να το δούνε κρεμασμένο στο δρόμο, την ώρα της κυκλοφοριακής αιχμής. Όταν αυτοί οι τύποι αποφασίζουν να πάρουν εκδίκηση με τον πιο ακραίο τρόπο, στην αρχή φαίνεται ότι τα πράγματα είναι σοβαρά, αλλά τα θαλασσώνουν τόσο άσχημα, που στην πορεία δεν είναι απλά μία ταινία που αφηγείται την ιστορία τριών υπαλλήλων που θέλουν να ξεφορτωθούν τα αφεντικά τους. Είναι περισσότερο μία οργιώδης και ξεκαρδιστική περιπέτεια στην οποία μπλέκονται και η οποία τους ξεπερνά.»
Παίζοντας τον πολιορκημένο Νικ, ο Τζέισον Μπέιτμανκαταλήγει: «Οι τύπου αυτοί δεν είναι στα καλά τους και ελπίζω να μην υπάρχουν πολλοί σαν και αυτούς εκεί έξω. Απλά θέλουμε να κάνουμε το κοινό να γελάσει. Αν το κοινό μπορέσει να ταυτιστεί με τα προβλήματά τους, αυτό είναι καλό. Αλλά δεν θα συμβούλευα κανένα να δοκιμάσει να κάνει τα ίδια.»
«Οι άνθρωποι θέλουν απλά να πηγαίνουν στη δουλειά τους, να τους φέρονται με σεβασμό και μετά να γυρίζουν σπίτι τους. Είναι πολύ να τα ζητάει κάποιος αυτά;» αναρωτιέται ο σεναριογράφος Μάικλ Μάρκοβιτς. Ο Μάρκοβιτς αποκαλύπτει επίσης ότι εμπνεύστηκε για την ταινία από τις δικές του εργασιακές εμπειρίες.
Πήρα την εκδίκησή μου γράφοντας αυτήν την ιστορία.»Αυτό που πρέπει να έχει το κοινό στο μυαλό του, πριν κάνει αυστηρές κρίσεις, είναι ότι «αυτοί οι τύποι παλεύουν για την αξιοπρέπειά τους. Πρέπει να κάνουν αυτό που νομίζουν σωστό, για να σηκώσουν το ανάστημά τους και να φανούν πραγματικοί άνδρες,» λέει ο σεναριογράφος Τζον Φράνσις Ντέιλι. «Σίγουρα υπάρχουν καταλληλότερες ταινίες να δει κάποιος αν θέλει να συγκινηθεί ή να νιώσει ζεστασιά,» παραδέχεται ο Τσάρλι Ντέι, που παίζει τον ντροπαλό αλλά τελικά δυναμικό Ντέιλ. Στο κάτω κάτω της γραφής, λέει ο Γκόρντον, «ίσως η ταινία να μη θέλει να περάσει κάποιο μήνυμα. Είναι απλά μία αστεία, τραχιά κωμωδία για τρεις άντρες που αποφασίζουν να σκοτώσουν τα αφεντικά τους και πριν καλά – καλά ξεκινήσουν χάνουν τον έλεγχο.»
“Όσο και να μισούμε τα αφεντικά μας, δεν είμαστε δολοφόνοι.», Ντέιλ «Έχεις ακούσει να μιλούν για δικαιολογημένο φόνο; Θα ήταν ανήθικο να μην τους σκοτώσουμε.» Κερτ
Ο Γκόρντον διαπιστώνει την αναμφισβήτητη χημεία μεταξύ των τριών πρωταγωνιστών της ταινίας – στους οποίους γίνεται συχνά αναφορά στο σετ ως ο Τσάρλι & οι δύο Τζέισονs — οι οποίοι και έδωσαν ώθηση στη δράση. «Ήμασταν πολύ τυχεροί που είχαμε στη διάθεσή μας αυτούς τους τρεις φτασμένους κωμικούς, οι οποίοι συνεργάστηκαν και συγχρονίστηκαν άψογα.» Αυτή η φιλία είναι το κλειδί για την ταινία, καθώς οι τρεις τους, ο Νικ, ο Ντέιλ και ο Κερτ κατεβάζουν ιδέες, βοηθούν ένας τον άλλο και προσπαθούν να φέρουν σε πέρας το σχέδιό τους.
Ως το θύμα της σεξομανούς Δρ. Τζούλια Χάρις, που δεν μπορεί να συγκρατήσει με τίποτα τις ορέξεις της, «ο Ντέιλ είναι ο απελπισμένος ρομαντικός της παρέας,» λέει ο Τσάρλι Ντέι. «Είναι αθεράπευτα ερωτευμένος με την αρραβωνιαστικιά του και θέλει απλά να είναι σωστός απέναντί της, αλλά το αφεντικό του, του ρίχνεται συνεχώς ερωτικά. Ωστόσο, ακόμα και οι φίλοι του, δεν μπορούν να καταλάβουν που είναι το πρόβλημα.» Αυτό γίνεται κατανοητό, αν λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι την Δρ. Χάρις την παίζει η Τζένιφερ Άνιστον. «Ρίξαμε κλήρο για να δούμε ποιος θα παίξει τον Ντέιλ και κέρδισε ο Τσάρλι,» λέει αστειευόμενος ο Μπέιτμαν. Αλλά όπως όλοι ξέρουμε, παρόλο που το όχι σημαίνει όχι, αυτή η γυναίκα δεν το καταλαβαίνει. Όταν τα συνηθισμένα της κόλπα δεν επαρκούν, προσθέτει και τον εκβιασμό σε αυτά.
«Είναι η πρώτη φορά που παίζω έναν χαρακτήρα τόσο ‘πονηρό’ και δεν μπορούσα να αντισταθώ με τίποτα – τόσο ο διάλογος όσο και οι καταστάσεις είναι ακραίες και αστείες. Άρπαξα αμέσως την ευκαιρία,» λέει η Άνιστον, και προσθέτει «ηταινία είναι μία ‘ανάσα’ για όλους εκείνους που δεν είναι ευτυχισμένοι στις δουλειές τους, και οι οποίοι ίσως μέσα από την ταινία θα μπορέσουν να το βγάλουν αυτό από μέσα τους και να ταυτιστούν με αυτούς τους τύπους.» «Η Δρ. Χάρις πραγματικά τραβάει το σχοινί και ξεπερνά τα όρια. Δηλώνω ένοχη,» προσθέτει η Άνιστον. «Αυτό που μου αρέσει στο χαρακτήρα είναι το ότι η σεξουαλική της συμπεριφορά προσομοιάζει σε αυτή ενός άντρα. Συζητούσαμε με την Τζένιφερ στις πρόβες, ότι η Δρ. Χάρις είναι κυνηγός, όπως ένα λιοντάρι. Δεν έχει αισθήματα, απλά πρέπει να τραφεί,» λέει ”ο Γκόρντον. «Ήταν πολύ σημαντικό να βρούμε μία ηθοποιό που θα μπορούσε να παίξει την Τζούλια με δυναμισμό και τσαχπινιά, σύμφωνα με τις επιταγές του ρόλου. Και σκέφτηκαν ότι θα ήταν πολύ καλύτερο αν διαλέγαμε μία ηθοποιό για το ρόλο που κανείς από το κοινό δεν θα περίμενε. Αυτός ο ρόλος δεν θυμίζει σε τίποτα τους προηγούμενους, στους οποίους την έχει συνηθίσει το κοινό της και πραγματικά είναι καταπληκτική σε αυτό. Πρέπει να τη δεις για να το καταλάβεις. Νιώθεις να σε διαπερνά ηλεκτρικό ρεύμα, όταν την ακούς να λέει τις ατάκες της. Δεν φοβάται απολύτως τίποτα και είναι ξεκαρδιστική.»
Η Άνιστον έχει ξανασυνεργαστεί με τον Σουντέικις στην ταινία “The Bounty Hunter”και με τον Μπέιτμαν στην κωμωδία “The Switch”. Γνωρίστηκε ωστόσο με τον Τσάρλι Ντέι για πρώτη φορά στην ταινία Αφεντικά για Σκότωμα. Θυμάται την πρώτη σκηνή που γύρισαν μαζί, η οποία ήταν ιδιαίτερα περίεργη και αμήχανη.
«Μόλις μέσα σε 20 λεπτά, εμφανίστηκα μπροστά του φορώντας τα εσώρουχά μου. Και δεν μπορούσαμε να σταματήσουμε να γελάμε. Αν μη τι άλλο μετά από κάθε σκηνή σκεφτόμασταν, ‘ας το προχωρήσουμε λίγο παραπάνω.’ Για ένα παράξενο λόγο ήμουν πολύ άνετη σε αυτές τις σκηνές, ίσως περισσότερο και από όταν έπαιζα το κορίτσι της διπλανής πόρτας. Κάθε σκηνή είχε την τρέλα της και αυτό ήταν που με έκανε να περάσω καλά στην ταινία.»Στο μεταξύ, ο φίλος του Ντέιλ, ο Νικ, αντιμετωπίζει μία άλλου είδους καταπίεση στα χέρια του αφεντικού του: ο πανίσχυρος, αυστηρός Διευθύνων Σύμβουλος Χάρκεν, τον οποίο ενσαρκώνει ο Κέβιν Σπέισι. Ο Χάρκεν έχει τον πρώτο λόγο στη βιομηχανία Comnidyne, εκεί όπου ο φτωχός Νικ δουλεύει σαν το σκυλί, τρέφοντας φρούδες ελπίδες ότι θα ανταμειφθούν και θα αναγνωριστούν οι κόποι του ή τουλάχιστον ότι θα του δοθεί κάποια ημέρα άδεια.
«Ο Χάρκεν είναι ο γκουρού στα ψυχολογικά βασανιστήρια,» λέει ο Γκόρντον. «Είχαμε φανταστεί ένα σοφιστικέ σαδιστή, το είδος του διψασμένου για δύναμη μικρομανατζερίσκου που νομίζω όλοι μας μπορούμε να αναγνωρίσουμε, επειδή ζει ανάμεσά μας, παίρνοντας πολλές μορφές. Και ο Κέβιν τον ενσαρκώνει θαυμάσια.» Λέει ο Σπέισι, «Δεν μπορείς να τον δικαιολογήσεις με τίποτα, ή να σκεφτείς έστω και για ένα λεπτό ότι είναι σκληρός επειδή θέλει να διδάξει κάτι ή να ενθαρρύνει τους υπαλλήλους του να προσπαθήσουν σκληρότερα και να βγάλουν τον καλύτερο εαυτό τους. Δεν υπάρχει τρόπος ή στρατηγική που θα μπορούσε να τον σταματήσει. Ο Χάρκεν είναι ο κλασικός νταής. Είναι ένας φρικτός, φρικτός άνθρωπος.»
«Εμείς οι τρεις που παίζουμε τα αφεντικά τους στριμώχνουμε πραγματικά στη γωνία και νομίζω πως το κοινό θα καταλάβει αμέσως το γιατί θέλουν τόσο πολύ να μας σκοτώσουν,» λέει ο Σπέισι. «Ευτυχώς, πέφτουν έξω σε όλα τους τα σχέδια. Παίρνουν τις χειρότερες αποφάσεις που θα μπορούσαν να πάρουν.» Όντας υφιστάμενος του Χάρκεν για πολύ καιρό, ο Νικ έχει χωρίς αμφιβολία πληρώσει τα χρέη του και για την επόμενη ζωή, σημειώνει ο Τζέισον Μπέιτμαν. «Ο Νικ ειναι ο αφοσιωμένος και φιλόδοξος υπάλληλος που είναι διατεθειμένος να κάνει τα πάντα για να πάρει μία προαγωγή. Ο Χάρκεν του το έχει υποσχεθεί, αλλά αυτό δεν πρόκειται ποτέ να συμβεί. Είναι απλά μέρος του σχεδίου επιβολής και ευνουχισμού του.»
Συγκριτικά, οι συνθήκες για τον Κερτ είναι πολύ καλύτερες, τουλάχιστον στην αρχή. Όταν ξεκινά η ιστορία, δουλεύει για τον ευγενικό Τζακ Πέλιτ, τον οποίο ενσαρκώνει ο Ντόναλντ Σάδερλαντ, ο οποίος είναι άνθρωπος ζεστός και ακέραιος. «ο Τζακ είναι το είδος του αφεντικού που όλοι θα θέλαμε να είχαμε,» σημειώνει ο Γκόρντον. «Θέλαμε έναν ηθοποιό που θα μπορούσε να ενσαρκώσει αυτό το είδος της πατρικής φιγούρας, της αφιλάνθρωπης εξουσίας, και ο Ντόναλντ ήταν τέλειος. Βλέποντάς τον να παίζει με τον Τζέισον Σουντέικις, πραγματικά έχεις την αίσθηση ότι αυτοί οι δύο χαρακτήρες έχουν αμοιβαίο σεβασμό και έχουν διανύσει μία σημαντική πορεία μαζί.» Αλλά αυτό το ιδανικό σενάριο δεν κρατά. Σύντομα ο Τζακ αποχωρεί και ο αντικαταστάτης του, ο Πέλιτ Jr, είναι ένα σκουλήκι που έχει πέσει από ένα πολύ ψηλό κλαδί του δέντρου. «Ο Πέλιτ Jr αναπαριστά το είδος του διεφθαρμένου και ανίκανου κόπανου που κατέχει θέση υπευθυνότητας, αλλά είναι ξεκάθαρο ότι δεν έχει ιδέα για τη δουλειά. Ασφαλώς, θα βρει έναν τρόπο να ρίξει το φταίξιμο για τις αναπόφευκτες αποτυχίες του σε κάποιον άλλο,» λέει ο Γκόρντον.
Ο Φάρελ λέει για τον Πέλιτ Jr, «Αυτός ο τύπος νομίζει πως είναι το δώρο του Θεού στις γυναίκες, πως είναι προορισμένος να μεταφέρει πνεύμα, χιούμορ. Όλα αυτά είναι μέρος της τεράστιας αυτοπεποίθησης του, η οποία πιθανότατα κρύβει πίσω της την αίσθηση ότι έχει απογοητεύσει τον πατέρα του. Παράλληλα, ζηλεύει τη σχέση που είχε ο πατέρας του με τον Κερτ, καθώς και μία σειρά από άλλα πράγματα. Δίνοντάς μου το ρόλο του Πέλιτ, ο Σεθ ουσιαστικά μου έδωσε το ΟΚ να ενσαρκώσω έναν εντελώς ψυχολογικά κατεστραμμένο τύπο.» Ο Φάρελ συνέβαλε επίσης σημαντικά και στη διαμόρφωση της εικόνας του Πέλιτ. Για την κόμμωσή του, πρότεινε να έχει μία τούφα μαλλιά για να κρύβει την καράφλα του και μεγάλη κοιλιά. Επίσης, με τους Κινέζικους δράκους που στολίζουν τα ρούχα του, θέλησε να κάνει το κοινό να υποθέσει ότι έχει εκπαιδευτεί σε πολεμικές τέχνες. «Ο Κόλιν μεταμορφώθηκε εντελώς. Ήταν σχεδόν δύσκολο να τον αναγνωρίσεις,» παραδέχεται ο Γκόρντον. «Υποστήριξε πλήρως το ρόλο. Το κοινό θα δει μία εντελώς διαφορετική και πολύ αστεία πλευρά του.»
Για τον Κερτ, η αναπάντεχη προαγωγή του Πέλιτ σημαίνει κακά νέα. Ο Σουντέικις εξηγεί: «Πρώτα απ΄ όλα, ο Πέλιτ μισεί τον Κερτ επειδή ξέρει ότι ο ίδιος του ο πατέρας προτιμά τον Κερτ από αυτόν, οπότε βάζει σκοπό του να καταστρέψει την εταιρεία, για την οποία αυτοί οι δυο έχουν δουλέψει τόσο σκληρά.
Επίσης, καθώς το μόνο για το οποίο νοιάζεται είναι τα χρήματα, τα οποία έχει ανάγκη για να συντηρήσουν το ανούσιο lifestyle του, είναι διατεθειμένος να κάνει κακό σε χιλιάδες ανθρώπους, Έτσι, εκμεταλλευόμενος ένα παραθυράκι του νόμου, πετά τοξικά απόβλητα σε μία κατοικημένη περιοχή. Συνεπώς, έτσι που το βλέπει ο Κερτ, το να τον σκοτώσει θα ήταν σαν να κάνει χάρη εκτός από τον εαυτό του και στο Θεό. Η αλήθεια είναι ότι φαντάζει σαν φιλανθρωπία όταν το βλέπεις με αυτόν τον τρόπο.»
Και αυτήν την άποψη έχει και ο Ντέιλ και ο Νικ. Αλλά θα μπορέσουν να τα καταφέρουν; Γιατί όπως σημειώνει και ο Ντέι, «Αυτοί οι τρεις απέχουν πολύ από το να χαρακτηριστούν εγκληματικοί εγκέφαλοι.» Τουλάχιστον είναι αρκετά έξυπνοι για να σκεφτούν ότι χρειάζονται βοήθεια από κάποιον άλλο. Και εδώ είναι που μπαίνει ο Motherf****r Τζόουνς, ένας πρώην κατάδικος, που εκτός από το όνομα έχει και τη χάρη, αλλά και τις ειδικές γνώσεις, τις οποίες είναι πρόθυμος να μοιραστεί – στη σωστή τιμή. «Ο Τζόουνς αναπροσδιορίζεται ως ειδικός σε θέματα δολοφονιών και ως κάποιος που μπορείς να εμπιστευτείς,» λέει ο Τζέιμι Φοξ. «Αυτοί οι τύποι μπαίνουν σε ένα μπαρ και ψάχνουν για ένα πληρωμένο δολοφόνο. Αυτός ακούει την κουβέντα τους και μόλις αντιλαμβάνεται ότι δεν έχουν ιδέα επί του θέματος, αρπάζει την ευκαιρία να βγάλει λεφτά από αυτούς. Οπότε τους τρομοκρατεί λίγο και τους λέει αυτά που περιμένουν να ακούσουν.» Ο Γκόρντον χαρακτηρίζει τον Τζόουνς επαγγελματία και προσθέτει ότι «ο Τζέιμι προσέθεσε λεπτομέρειες και κινήσεις στην ερμηνεία του, που τον κάνουν να φαίνεται πραγματικά ειδικός επί του θέματος.»
Ο Φοξ συνεργάστηκε με τον σκηνοθέτη και την ενδυματολόγο Κάρολ Ράμσεϊ, για να τελειοποιήσει την εικόνα του Τζόουνς. Η αρχή έγινε από το κεφάλι. Ήταν δική του ιδέα να γεμίσει με τατού το κεφάλι του, επειδή όπως σημειώνει, αυτό είναι κάτι που δεν είναι ιδιαίτερα συνηθισμένο και κάτι που δεν κάνουν πολλοί. Και μετά υιοθέτησε στιλ για τα ρούχα του, μυτερές μπότες και άλλα παρόμοιου στιλ αξεσουάρ, επειδή είναι ένας τύπος που μπήκε για κάποιο διάστημα στη φυλακή και τώρα είναι λες και ζει στη δική του χρονοκάψουλα. Όταν βγήκε από το φυλακή συνέχισε να φοράει τα ρούχα που είχε όταν μπήκε.» Χρειαζόταν μιάμιση ώρα για να ζωγραφιστούν τα τατού στο κεφάλι του. Ο Φοξ θυμάται, «Κάποια μέρα βγήκα έξω με αυτά και κάποιοι με έβγαλαν φωτογραφίες που ανέβασαν μετά στο Internet, με λεζάντες του τύπου ο ‘Τζέιμι Φοξ τρελάθηκε.’ Αλλά πραγματικά νομίζω ότι εξυπηρετούν το χαρακτήρα και ότι αυτού του τύπου τις αντιδράσεις θέλεις να προκαλούν.»
Μετά το ραντεβού τους με τον Τζόουν, τα πράγματα παίρνουν το δρόμο τους, καθώς οι πρωταγωνιστές της ταινίας καταλήγουν στο πόσο μακριά θέλουν να φτάσουν τα πράγματα. «Παρασύρθηκαν από αυτό το παράλογο σχέδιο, το οποίο δεν είχαν καλοσκεφτεί μέχρι τη στιγμή που το έβαλαν σε εφαρμογή,» λέει ο Μπέιτμαν. «Και ξαφνικά το βλέπουν μπροστά τους. Κάθε φορά που πάνε να κάνουν πίσω, κάτι πάει στραβά. Είναι λες και οι τρεις μας είμαστε ένας χαρακτήρας. Οι σεναριογράφοι κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα τέρας με τρία κεφάλια.»
Για τον Ντέι, «Αν ο Ντέιλ είναι ο ρομαντικός, ο Κερτ είναι ακριβώς το αντίθετο. Ο Νικ από την άλλη, μπαίνει κατευθείαν στο ψητό, είναι ευθύς, κλειστός χαρακτήρας. Είναι διασκεδαστικό να βλέπεις αυτές τις τρεις τόσο διαφορετικές προσωπικότητες, να προσπαθούν να βγάλουν μαζί άκρη στην κατάσταση που έχουν μπλέξει. Είναι φροϋδικό. Είναι λες και ενσαρκώνουν το Αυτό, το Εγώ και το Υπερεγώ.» «Εγώ δεν τα πολυκαταλαβαίνω αυτά και προφανώς κάποιος άλλος το είπε και στον Τσάρλι,» λέει γελώντας ο Σουντέικις. «Αλλά βγάζει νόημα. Το μόνο σίγουρο είναι ότι πρόκειται για μία ιστορία όπου πρωταγωνιστούν τρία στόματα και ένα μυαλό. Ο Ντέιλ δεν θέλει να σκοτώσει κανένα. Είναι εκείνος που μπαίνει τελευταίος στο κόλπο. Ο Νικ αντικατοπτρίζει περισσότερο τη στάση του κοινού, είναι εκείνος που είναι πιο ουδέτερος και ο Κερτ είναι εκείνος που κινεί τα νήματα.»
Στην ταινία Αφεντικά για Σκότωμα πρωταγωνιστεί επίσης η Τζούλι Μπόουεν (Modern Family), η οποία υποδύεται την αψεγάδιαστη κυρία Χάρκεν, για την οποία η ηθοποιός λέει, «…μπορεί να είναι, αλλά μπορεί και να μην είναι και τόσο ‘άτακτη’ όσο φαίνεται. Κρατά σε εγρήγορση τον ιδιαίτερα καχύποπτο άντρα της, ο οποίος πιστεύει ότι τον απατά με όλους τους άντρες που την περιτριγυρίζουν. Και αυτό κάνει τα πράγματα ακόμα πιο δύσκολα για τους υφιστάμενούς του στο γραφείο.»
Η Λιντσεϊ Σλόοαν συμμετέχει στην ταινία παίζοντας την αρραβωνιαστικιά του Ντέιλ, την Στέισι, η οποία δεν έχει ιδέα για τα προβλήματά του στη δουλειά, μέχρι τη στιγμή, που αυτά ΄σκάνε’ μπροστά της. Ο Π. Τζ. Μπερν παίζει τον Κένι Σόμερφελντ, έναν πρώην σύμβουλο επενδύσεων, ο οποίος το έχει ρίξει στο ποτό, και του οποίου η επαγγελματική πορεία – από τα χαμηλά στα ψηλά – υπενθυμίζει στους Νικ, Ντέιλ και Κερτ ότι είναι πολύ δύσκολο να βρεις καλές δουλειές. Ο Γουέντελ Πιρς και ο κωμικός Ρον Γουάιτ παίζουν ένα ζευγάρι καχύποπτων αστυνομικών και ο Ίαν Γκρούφουντ ενσαρκώνει το πρώτο μεγάλο λάθος της παρέας, έναν άνθρωπο τον οποίο προσλαμβάνουν μέσα από το internet, και μετά συνειδητοποιούν ότι δεν είναι ούτε κατά διάνοια ο επαγγελματίας που πίστευαν ότι είναι.
«Το αστείο στην ιστορία δεν είναι κατά πόσο αυτοί οι τύποι θα μπορέσουν να κάνουν το σχέδιό τους να πετύχει, αλλά το να παρακολουθείς τις αλλοπρόσαλλες προσπάθειές τους,» λέει ο Γκόρντον. Ελπίζει ότι το κοινό θα μπορέσει να ταυτιστεί με το άγχος που βιώνουν ο Νικ, ο Ντέιλ και ο Κερτ στην ταινία, και ότι με λίγο ποπ κορν και γέλιο, θα αποφορτιστεί και θα βγει από τον κινηματογράφο επανεκτιμώντας τη δουλειά που κάνει, αλλά και τα αφεντικά που έχει, σκεπτόμενο ότι υπάρχουν και χειρότερα.» Παράλληλα, λέει «Αν ποτέ σας πέρασε η ιδέα από το μυαλό ότι θα ήσασταν καλύτερα, αν βγάζατε από τη μέση το αφεντικό σας και φαντασιώνεστε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, αυτή η ταινία φροντίζει να σας δείξει όλα αυτά που μπορεί να συμβούν, αν μπείτε σε αυτό τον επικίνδυνο δρόμο. Μόλις συνειδητοποιήσετε αυτό που πάτε να κάνετε, ίσως θελήσετε να το ξανασκεφτείτε.»
Η Γυναίκα της Ζάκυθος και άλλες αιώνιες μνήμες είναι ένα ποιητικό έργο που ο Σολωμός δεν τελείωσε ποτέ - όπως δεν τελείωσε ποτέ τα περισσότερα έργα του.
Η ταινία, που ολοκληρώθηκε πρόσφατα έπειτα από τρία χρόνια παραγωγής φέρνει και πάλι στο προσκήνιο το πιο κρίσιμο ζήτημα του καιρού μας: την κλιματική κρίση. Το Mankind’s Folly έρχεται στον κινηματογράφο Δαναό για δύο μόνο προβολές το Σάββατο 17 & την Κυριακή 18 Ιανουαρίου.
Σύνταξη
WIDGET ΡΟΗΣ ΕΙΔΗΣΕΩΝΗ ροή ειδήσεων του in.gr στο site σας