Το Νέο Κύμα, ένα μουσικό ρεύμα με έντονο το ρομαντικό στοιχείο, άνθησε στην Ελλάδα στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Έκλεισε τον κύκλο του πολύ σύντομα. Αφησε ωστόσο πίσω του νοσταλγία, όμορφες φωνές, συνθέτες που άντεξαν στο χρόνο, τραγουδοποιούς που εξελίχθηκαν σε σημαντικές μονάδες του εγχώριου μουσικού γίγνεσθαι, αλλά και ορισμένα ιστορικά άλμπουμ. Ο Γιάννης […]
Το Νέο Κύμα, ένα μουσικό ρεύμα με έντονο το ρομαντικό στοιχείο, άνθησε στην Ελλάδα στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Έκλεισε τον κύκλο του πολύ σύντομα. Αφησε ωστόσο πίσω του νοσταλγία, όμορφες φωνές, συνθέτες που άντεξαν στο χρόνο, τραγουδοποιούς που εξελίχθηκαν σε σημαντικές μονάδες του εγχώριου μουσικού γίγνεσθαι, αλλά και ορισμένα ιστορικά άλμπουμ. Ο Γιάννης Σπανός και οι «Ανθολογίες» του παίζουν σε όλα αυτά τα… ταμπλό. Σύμφωνα με το σημείωμα του συνθέτη, όταν ήρθε από τη Γαλλία και έχοντας ήδη μελοποιήσει Γάλλους ποιητές, θέλησε να δοκιμάσει τις δυνάμεις του στον ελληνικό λόγο. Με τη συμπαράσταση του Αλέκου Πατσιφά, ιδρυτή της νεοσύστατης -τότε- εταιρείας Λύρα, ξεκίνησε το Νέο Κύμα και προχώρησε στη μελοποίηση ποιημάτων. Δεν επέλεξε έναν και μόνο ποιητή ούτε θέλησε να ασχοληθεί με τους πολύ γνωστούς. Σχεδιάζοντας να κάνει τα ποιήματα να τραγουδιούνται, βρήκε κείμενα που τον συγκινούσαν και βάφτισε τα έργα του «Ανθολογίες». Η πρώτη «Ανθολογία» κυκλοφόρησε το 1967. Περιείχε δώδεκα κομμάτια, μπαλάντες και «έντεχνα» λαϊκά, που όλα σχεδόν έγιναν επιτυχίες. Ανάμεσά τους τα «Άσπρα καράβια» και «Ήρθες εψές» του Σκίπη, το «Χριστινάκι» του Ρώτα, τα «Λυπημένα δειλινά» του Παπαντωνίου, καθώς και το γνωστό ποίημα του Βιζυηνού «Παιδί μου, ώρα σου καλή». Ο πολύς κόσμος πρώτα αγάπησε τα τραγούδια και εκ των υστέρων ανακάλυψε ότι τα λόγια δεν ήταν στίχοι. Ένα χρόνο αργότερα ακολούθησε η «Ανθολογία Β», στο ίδιο ύφος με την προηγούμενη, χωρίς όμως να κάνει πάταγο. Ο «Παλιός μας έρωτας» (Λαπαθιώτης) και «Στου τηλεφώνου το κοχύλι» (Αθάνας) ακούστηκαν αρκετά, αφήνοντας στη σκιά όμορφες στιγμές, όπως η προσέγγιση στο ποίημα του Παλαμά «Αφτιαχτο και αστόλιστο» ή η απέριττη ερμηνεία της Αστεριάδη στο κομμάτι «Ω, χαμηλώστε αυτό το φως» (το οπισθόφυλλο αποδίδει λανθασμένα το εν λόγω ποίημα στη Μυρτιώτισσα, ενώ ανήκει στη Μαρία Πολυδούρη). Η «Τρίτη Ανθολογία» (1975) αποτέλεσε αναμφίβολα την πιο εμπνευσμένη συνάντηση του Σπανού με τους Έλληνες ποιητές. Ήταν μια δουλειά με διαφορετική αισθητική και ενορχήστρωση από εκείνες του Νέου Κύματος. Η μελαγχολία ήταν διάχυτη, αλλά ο συνδυασμός μουσικής και ποίησης εμπεριείχε έναν πόνο που περισσότερο λυτρώνει την ψυχή παρά τη συνθλίβει. Σε αυτό το άλμπουμ μελοποιήθηκε πρώτη φορά ο Καββαδίας («Ιδανικός και ανάξιος εραστής»). Το «Σπασμένο καράβι» του Σκαρίμπα και ο «Στρατιώτης ποιητής» του Σαχτούρη μπήκαν σε όλα τα σπίτια. Τέλος, η Αρλέτα πραγματοποίησε μια από τις πιο συγκινητικές ερμηνείες της, ενώ ανέτειλε το άστρο του Κώστα Καράλη, κατά κόσμον Κώστα Καραγιαννόπουλου. Τα τρία αυτά άλμπουμ κυκλοφορούν τώρα σε νέα συσκευασία (ένθετο με φωτογραφίες και στίχους), αλλά χωρίς θεαματικά αποτελέσματα ως προς την ψηφιακή τους επεξεργασία. Ο ήχος είναι πεντακάθαρος και η στερεοφωνική αίσθηση απόλυτη. Εντούτοις, ακούγεται αρκετά πριμαριστός και όχι τόσο ζωντανός όσο σε άλλες εκδόσεις παλαιών ηχογραφήσεων. Στο track «Πάθος» («Ανθολογία Β») οι υψηλές νότες της Μαβίλη βρίσκονται στο όριο της παραμόρφωσης.
Η Σονάτα του Σεληνόφωτος, ο σκηνικός μονόλογος του μεγάλου ποιητή Γιάννη Ρίτσου, θα παρουσιαστεί για μία μοναδική βραδιά τη Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου στο θέατρο Ολύμπια «Μαρία Κάλλας».
Στις 30 και 31 Ιανουαρίου, στο Ολύμπια θα πραγματοποιηθεί η συναυλία «Δύο Επέτειοι, Μία Σκηνή» - αφορμή τη συμπλήρωση 30 δημιουργικών χρόνων του συνθέτη Κώστα Λειβαδά και για τα 40 χρόνια της Ορχήστρας Νυκτών Εγχόρδων «Θανάσης Τσιπινάκης» του Δήμου Πατρέων.