Το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα η Ιαπωνία άρχισε να πολιορκείται στενά από το δυτικό κόσμο. Αντιπρόσωποι κυβερνήσεων της Δύσης, που έφτασαν εκεί γύρω στο 1853, έπεισαν τελικά τον αυτοκράτορα να εκσυγχρονίσει το βασίλειό του. Σχεδόν αμέσως η νησιωτική αυτή χώρα χωρίστηκε σε δυο στρατόπεδα, καθώς δεν ήταν λίγοι εκείνοι που αντέδρασαν. Ανάμεσα στους πολέμιους […]
Το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα η Ιαπωνία άρχισε να πολιορκείται στενά από το δυτικό κόσμο. Αντιπρόσωποι κυβερνήσεων της Δύσης, που έφτασαν εκεί γύρω στο 1853, έπεισαν τελικά τον αυτοκράτορα να εκσυγχρονίσει το βασίλειό του. Σχεδόν αμέσως η νησιωτική αυτή χώρα χωρίστηκε σε δυο στρατόπεδα, καθώς δεν ήταν λίγοι εκείνοι που αντέδρασαν. Ανάμεσα στους πολέμιους των νεωτερισμών ήταν και οι σαμουράι, πιστοί υπηρέτες των φεουδαρχών και εκπρόσωποι μιας παράδοσης με ιστορία χιλίων και πλέον ετών. Συγκρούστηκαν με τον αυτοκρατορικό στρατό και ηττήθηκαν. Σταδιακά τούς αφαιρέθηκαν όλα τα προνόμια, με αποκορύφωμα την απαγόρευση να φέρουν ξίφος. Ο τελευταίος σαμουράι παραιτήθηκε το 1867 και ακολούθησε η πλήρης εξάλειψη της τάξης τους. Ο «Τελευταίος Σαμουράι» τοποθετείται σε αυτήν ακριβώς την εποχή (1876-1877) και ακολουθεί την παράδοση των ταινιών με ήρωα έναν Δυτικό στρατιωτικό που γοητεύεται από άλλες τακτικές πολέμου και από μια διαφορετική κουλτούρα. Όμως, μολονότι ακολουθεί σίγουρα μονοπάτια, δεν φτάνει τα ύψη του «Λόρενς της Αραβίας» ούτε τη γοητεία του «Χορεύοντας με τους Λύκους». Τα μειονεκτήματα εντοπίζονται στο σενάριο και στον πρωταγωνιστή. Το μεν προσεγγίζει την ιστορία κατά τρόπο μάλλον γραφικό. Ο δε προσπαθεί να αποδώσει τον κεντρικό χαρακτήρα με ένα μόνιμα συνοφρυωμένο ύφος και με ένα εντελώς άδειο βλέμμα. Το σύνολο σώζεται χάρη στην πολυδάπανη παραγωγή (εξαιρετική φωτογραφία, υπέροχα κοστούμια, πλήθος κομπάρσων), καθώς και στη μαεστρία του σκηνοθέτη. Έχοντας στις αποσκευές του ταινίες όπως το «Glory: Ο Δρόμος για τη Δόξα» και οι «Θρύλοι του Πάθους», ο Έντουαρντ Ζουίκ (ή Σβικ) αφενός εκμεταλλεύεται στο έπακρο ορισμένα επιμέρους στοιχεία (ηρεμία των τοπίων, αρχιτεκτονική τελειότητα χώρων) και αφετέρου ενορχηστρώνει τέλεια την ανέλιξη της δράσης και φυσικά τη σκηνή της τελικής σύγκρουσης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ένα φιλμ που διαρκεί μεν δυόμισι ώρες γεμάτες, αλλά που κερδίζει το στοίχημα στο πλαίσιο μιας εμπορικής παραγωγής με άλογα, σπαθιά, μυδράλια και κανόνια. Για όποιον θα ήθελε να εμβαθύνει στην κουλτούρα της Ιαπωνίας, υπάρχει ο «Σογκούν». Η εικόνα της ευρωπαϊκής έκδοσης σηκώνει συζήτηση, καθώς η Warner μας είχε συνηθίσει σε εκπληκτικές μεταφορές σε ψηφιακή μορφή (θυμάστε την «Τεχνητή Νοημοσύνη»;). Εδώ το transfer δεν είναι τόσο τέλειο όσο απαιτεί η ατμόσφαιρα της ταινίας. Υπάρχουν τα φωτεινά χρώματα, υπάρχει το σταθερό μαύρο, υπάρχει η «ανθεκτικότητα» σε δύσκολες σκηνές (κούρσα αλόγων), αλλά η ανάλυση βρίσκεται αρκετά «κλικ» κάτω από την κορυφή. Κατά τα άλλα, ουδέν πρόβλημα. Το Dolby 5.1 μεταφέρει σε οικιακό περιβάλλον αυτούσια μια μπάντα εξαιρετικού σχεδιασμού, με πλούσιες χαμηλές συχνότητες (ποδοβολητό αλόγων, κανονιές), απαιτητικές υψηλές (κλαγγή σπαθιών, ταλάντωση της λεπίδας) και επικές ή μελοδραματικές μουσικές. Εκτός από την μπάντα με τα σχόλια του σκηνοθέτη, που συνοδεύει πάντα το κυρίως πρόγραμμα, όλο το πρόσθετο υλικό βρίσκεται στο δεύτερο δίσκο. Φιλμάκια μικρής διάρκειας ξεναγούν το θεατή στο παρασκήνιο της παραγωγής, ενώ υπάρχει και ένα ντοκιμαντέρ σχετικά με τις ιστορικές ακρίβειες και… ανακρίβειες της ταινίας. Τα έξτρα είναι υποτιτλισμένα στα ελληνικά.