H μονομερής δράση των ΗΠΑ απειλεί (και) την παγκόσμια οικονομία
Η μονομερής εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, που δεν διστάζουν να προχωρήσουν σε προληπτικό χτύπημα κατά κρατών χωρίς τη σαφή στήριξη του ΟΗΕ, ενδέχεται να πλήξει σοβαρά την παγκόσμια οικονομία, πολύ καιρό μάλιστα μετά τη λήξη του πολέμου στο Ιράκ.
Η μονομερής εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, που δεν διστάζουν να προχωρήσουν σε προληπτικό χτύπημα κατά κρατών χωρίς τη σαφή στήριξη του ΟΗΕ, ενδέχεται να πλήξει σοβαρά την παγκόσμια οικονομία, πολύ καιρό μάλιστα μετά τη λήξη του πολέμου στο Ιράκ, σύμφωνα με αναλύσεις των περιοδικών Businessweek και Economist.
Όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα του πολέμου του Ιράκ, οι ΗΠΑ θα κληθούν αργά ή γρήγορα να καταβάλλουν υψηλό τίμημα για την κακή διπλωματία τους, η οποία έπληξε τις διεθνείς συμμαχίες τους, κυρίως με την Ευρώπη. Πέρα όμως από την πολιτική σκηνή, οι συνέπειες για την αμερικανική και την παγκόσμια οικονομία, αν και αβέβαιες ακόμα, δεν θα είναι αμελητέες.
Ένα ζήτημα είναι το μεγάλο κόστος της κατοχής και ανοικοδόμησης του Ιράκ που θα επιβαρύνει τον αμερικανικό προϋπολογισμό σημαντικά, ειδικά αν η μεταπολεμική διευθέτηση είναι τέτοια (κατά αμερικανική απαίτηση) που οι Ευρωπαίοι αφήσουν τις ΗΠΑ να επωμιστούν το κύριο βάρος του κόστους. Το κυριότερο όμως είναι ο διάχυτος πλέον φόβος ότι οι ΗΠΑ έχουν μια μακρά λίστα κρίσεων (Β.Κορέα και Ιράν), χωρίς πάλι τη διεθνή υποστήριξη, μια προοπτική που απειλεί την παγκόσμια οικονομία με διαρκή οικονομική και στρατιωτική αναταραχή.
Οι επιχειρηματίες αρχίζουν να ανησυχούν ότι η παγκοσμιοποίηση τελικά δεν είναι συμβατή με μια εξωτερική πολιτική μονομερών επεμβάσεων από τις ΗΠΑ. Είναι δυνατό τα κεφάλαια, τα εμπορεύματα και οι εργαζόμενοι να κυκλοφορούν ανεμπόδιστα ανά τον κόσμο όταν η μόνη υπερδύναμη κρατά μια τόσο μπερδεμένη και απειλητική στάση; Οι επιχειρήσεις (κυρίως οι αμερικανικές) ίσως σύντομα διαπιστώσουν ότι είναι δυσκολότερο να λειτουργήσουν σε μια, εκ των πραγμάτων, πολυμερή και παγκοσμιοποιημένη οικονομική αρένα, όταν οι εταιρείες και οι κυβερνήσεις άλλων χωρών με τις οποίες συνεργάζονται, αντιμετωπίζουν τις ΗΠΑ ως μια χώρα που δρα έξω από τα όρια της διεθνούς νομιμότητας.
Απομακρύνεται η προοπτική της ανάπτυξης
Από την άλλη, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι μόλις τα αμερικανικά και βρετανικά στρατεύματα γυρίσουν στις βάσεις τους, η διεθνής ανάπτυξη θα επιταχυνθεί. Μέχρι πρόσφατα υπήρχε συναίνεση των αναλυτών και των επενδυτών ότι ένας γρήγορος πόλεμος θα έφερνε τέλος στις δυσκολίες της παγκόσμιας οικονομίας.
Όμως οι αμφιβολίες έρχονται τώρα να πάρουν τη θέση της προηγούμενης βεβαιότητας, αν μη τι άλλο επειδή ο πόλεμος φαίνεται ότι θα διαρκέσει περισσότερο του αναμενομένου λόγω της ιρακινής αντίστασης. Επιπροσθέτως, κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει τον εφιάλτη νέων τρομοκρατικών επιθέσεων ανά τον κόσμο που θα διασπείρουν ένα κλίμα ανασφάλειας και στην οικονομία.
Σε συνδυασμό με την εξέλιξη των βασικών μακροοικονομικών μεγεθών, λιγότεροι τώρα αναλυτές πιστεύουν ότι στο δεύτερο εξάμηνο του 2003 οι εταιρίες και τα χρηματιστήρια θα ανακάμψουν σε σταθερότερη βάση. Δεν είναι, λοιπόν, παράξενο που η Fed καταστρώνει σχέδια αντίδρασης ακόμα και για τα χειρότερα δυνατά σενάρια.
Αν τελικά αυξηθεί η τιμή του πετρελαίου, οι ΗΠΑ απειλούνται με νέα ύφεση, τη δεύτερη μέσα σε μια τριετία. Η αύξηση του ΑΕΠ στις ΗΠΑ το πρώτο εξάμηνο φέτος εκτιμάται γύρω στο 1 – 1,5%, ενώ στην ευρωζώνη επίσης γύρω στο 1% ή και χαμηλότερα. Η ανεργία αυξάνεται τόσο στις ΗΠΑ όσο και στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές οικονομίες, με πρώτη τη γερμανική, ενώ οι δείκτες καταναλωτικής εμπιστοσύνης πέφτουν και στις δύο όχθες του Ατλαντικού.
Τα υπολείμματα της «φούσκας»
Κατά βάθος, το πρόβλημα στις ΗΠΑ είναι ότι ακόμα δεν έχουν «απορροφηθεί» οι υπερβολές που προκάλεσε η μεγαλύτερη χρηματιστηριακή «φούσκα» στην ιστορία. Η «παράλογη ευφορία› της δεκαετίας του 90 οδήγησε νοικοκυριά και εταιρείες σε υπερβολικό δανεισμό, καταναλωτικές δαπάνες και επενδύσεις, οδηγώντας σε μεγάλα ελλείμματα ιδιώτες και επιχειρηματίες, που εδώ και καιρό βλέπουν το πορτοφόλι και τους ισολογισμούς τους να συμπιέζονται συνεχώς.
Από την άλλη, η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών πρόσφατα ανακοίνωσε ότι το αμερικανικό χρηματιστήριο συνεχίζει να εμφανίζεται υπερτιμημένο σε ιστορικούς όρους, παρά τη διόρθωση του. Έτσι, όσο κι αν οι αγορές «χαίρονται» όταν τελειώνει η αβεβαιότητα ενός πολέμου ή ο ίδιος ο πόλεμος, δεν θα είναι εύκολο να παραβλέψουν θεμελιώδη οικονομικά δεδομένα, όπως τα παραπάνω. Αρα είναι πιθανό ότι, άσχετα με τον πόλεμο και την εξέλιξη της τιμής του πετρελαίου, οι οικονομικές ειδήσεις θα χειροτερεύσουν φέτος πριν καλυτερέψουν στη συνέχεια.