Στις 11 Ιουλίου η δημοπρασία για κινητά τρίτης γενιάς
Στις 11 Ιουλίου θα διεξαχθεί η δημοπρασία για τις τέσσερις άδειες κινητής τηλεφωνίας τρίτης γενιάς (UMTS) και στις 16 Ιουλίου η ανάλογη διαδικασία για την τέταρτη άδεια κινητής τηλεφωνίας δεύτερης γενιάς (GSM), όπως ανακοίνωσε η ΕΕΤΤ.
Στις 11 Ιουλίου θα διεξαχθεί η δημοπρασία για τις τέσσερις άδειες κινητής τηλεφωνίας τρίτης γενιάς (UMTS) και στις 16 Ιουλίου η ανάλογη διαδικασία για την τέταρτη άδεια κινητής τηλεφωνίας δεύτερης γενιάς (GSM), όπως ανακοίνωσε η ΕΕΤΤ.
Σύμφωνα με το πληροφοριακό δελτίο της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων, η δημοπρασία για τις τέσσερις (τελικά) άδειες UMTS θα πραγματοποιηθεί στις 11 Ιουλίου και αμέσως μετά θα ακολουθήσει η δημοπράτηση του εναπομείναντος φάσματος συχνοτήτων για δίκτυα δεύτερης γενιάς (GSM).
Οι κυβερνητικές προσδοκίες για έσοδα από τη δημοπρασία των αδειών κινητής τηλεφωνίας προσεγγίζουν τα 250 δισ. δρχ. και -σύμφωνα με το πληροφοριακό δελτίο- η τιμή εκκίνησης για τα UMTS κυμαίνεται στα 50 δισ. δρχ. έκαστη.
Οι ενδιαφερόμενοι έχουν τη δυνατότητα να καταθέσουν τις ενδεχόμενες ενστάσεις τους για τους όρους του πληροφοριακού δελτίου έως τις 28 Μαΐου και την 1η Ιουνίου η ΕΕΤΤ θα εκδώσει το επίσημο τεύχος της προκήρυξης. Ως τελευταία προθεσμία υποβολής ενδιαφέροντος για συμμετοχή στη δημοπρασία ορίστηκε η 3η Ιουλίου, ενώ η ΕΕΤΤ ξεκαθαρίζει ότι τα δίκτυα UMTS θα πρέπει να έχουν ξεκινήσει τη λειτουργία τους το αργότερο έως το Δεκέμβριο του 2003.
Όσον αφορά στο επίμαχο ζήτημα της καταβολής του τιμήματος, αυτή διαφέρει ανάλογα με τον αριθμό των αδειών που θα εκχωρηθούν. Σύμφωνα με την εφημερίδα Ημερησία, εάν εκχωρηθούν τελικά τέσσερις άδειες, το 40% του τιμήματος θα πρέπει να καταβληθεί εντός 20 ημερών μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας και το υπόλοιπο ποσό θα δοθεί σε τέσσερις ετήσιες δόσεις. Εάν παραχωρηθούν -όπως αρχικά προβλεπόταν- τρεις άδειες, θα προκαταβληθεί το 70% του τιμήματος και το υπόλοιπο θα χωριστεί σε τρεις δόσεις.
Παράλληλα, όσοι αδειοδοτηθούν θα υποχρεούνται να καταβάλλουν έως το 2005 ετησίως το 2% των εσόδων τους και να παρέχουν κάλυψη τουλάχιστον στο 25% του πληθυσμού (έως το 2003) και στο 50% του πληθυσμού (έως το 2006).