Πόσο μπορεί να σας πείσει ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου όταν, στην αυγή της νέας χιλιετίας, τραγουδά «έχω περάσει τα δεκάξι και φοβάμαι τη μοναξιά» («Νοιώθω μεγάλη μοναξιά») ή «ζητάω ένα δάνειο ψυχής από σένα» («Αλλάζεις»);Εμένα καθόλου.Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι ποτέ δεν συγκαταλέχθηκα στους οπαδούς του κ. Παπακωνσταντίνου, μια όντως πολυπληθή ομάδα με σύνθεση κατά κύριο […]
Πόσο μπορεί να σας πείσει ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου όταν, στην αυγή της νέας χιλιετίας, τραγουδά «έχω περάσει τα δεκάξι και φοβάμαι τη μοναξιά» («Νοιώθω μεγάλη μοναξιά») ή «ζητάω ένα δάνειο ψυχής από σένα» («Αλλάζεις»); Εμένα καθόλου. Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι ποτέ δεν συγκαταλέχθηκα στους οπαδούς του κ. Παπακωνσταντίνου, μια όντως πολυπληθή ομάδα με σύνθεση κατά κύριο λόγο μεταβλητή (δεκαεξάρηδες της εκάστοτε εποχής), αλλά και σε ένα μικρότερο ποσοστό σταθερή (δεκαεξάρηδες κάθε ηλικίας). Ακόμη όμως και σε όσους είχαν κάποτε κάτι να πάρουν από τον άνθρωπο που διακήρυττε «κι αν είμαι ροκ μη με φοβάσαι» ή περιπλανιόταν «στην άσφαλτο κουρσάρος με καράβι τη μοτοσικλέτα» γρήγορα θα γίνει φανερό ότι στις «Χαμένες Αγάπες» ο πήχης του λαϊκισμού, της ρηχής συνθηματολογίας και της εκ του ασφαλούς επαναστατικότητας είναι χαμηλότερα από ποτέ, οδηγώντας σε ένα δίσκο εξ ολοκλήρου «κατασκευασμένο» από τετριμμένα συνθετικά, στιχουργικά και ερμηνευτικά στερεότυπα. Δεν είναι λοιπόν διόλου περίεργο το γεγονός ότι, καθώς η ακρόαση του δίσκου αυτού τελειώνει, νιώθει κανείς εξαπατημένος και αναπόφευκτα οδηγείται στη σκέψη ότι, καμιά φορά, συμπεριφορές και στάσεις όπως εκείνες που δηλώνονται σε ανεκδιήγητους -και, αισθητικά, προσβλητικούς- στίχους, τύπου «πέστου να φύγει και να πάει να-να-να-να», αποδεικνύονται μπούμερανγκ.
Υποψήφιο για 8 Όσκαρ είναι το ρομαντικό δράμα της Κλόι Ζάο, με τίτλο Άμνετ που κλέβει τις εντυπώσεις στις σκοτεινές αίθουσες. Αυτές είναι οι νέες ταινίες της εβδομάδας.