«… Νάνι του, που να το χαρώ σαν η ελιά το φύλλο, σαν τα πουλάκια το νερό και τα βουνά τον ήλιο!..» Η φωνή της Αικατερίνης Μαγκούλια από την Κάλυμνο, που ακούγεται να τραγουδάει αυτό το νανούρισμα, μας δίνει και το στίγμα της έκδοσης. Μια επιλογή από ιστορικές ηχογραφήσεις ελληνικών παραδοσιακών τραγουδιών, που πραγματοποιήθηκαν από […]
«… Νάνι του, που να το χαρώ σαν η ελιά το φύλλο, σαν τα πουλάκια το νερό και τα βουνά τον ήλιο!..» Η φωνή της Αικατερίνης Μαγκούλια από την Κάλυμνο, που ακούγεται να τραγουδάει αυτό το νανούρισμα, μας δίνει και το στίγμα της έκδοσης. Μια επιλογή από ιστορικές ηχογραφήσεις ελληνικών παραδοσιακών τραγουδιών, που πραγματοποιήθηκαν από τον Ελβετό εθνομουσικολόγο και ελληνιστή Samuel Baud – Bovy την περίοδο 1930 έως 1959. Πρώτος σταθμός τα Δωδεκάνησα, με έξι ηχογραφήσεις του 1930. Το 1929 ο εικοσιτριάχρονος Baud – Bovy έκανε την πρώτη του ερευνητική αποστολή στα Δωδεκάνησα, που τότε ήταν υπό ιταλική κατοχή. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει, την εποχή εκείνη τα Δωδεκάνησα (εξαιτίας και της απομόνωσης που είχαν επιβάλει οι Ιταλοί) ήταν ακόμη ένα «ζωντανό μουσείο», ένας κόσμος που είχε διατηρηθεί στο πείσμα της αλλαγής των καιρών.Την αποστολή αυτή ακολούθησαν άλλες δυο, το 1930 και το 1931. Καρπός τους 281 τραγούδια, που καταγράφηκαν σε νότες επί τόπου (το μόνο «μαγνητόφωνο» που διέθετε στην προσπάθειά του ο Baud – Bovy ήταν το εξασκημένο αφτί του…) και εκδόθηκαν σε δυο τόμους (Αθήνα, 1935 και 1938) με τον τίτλο «Τραγούδια των Δωδεκανήσων». Ήταν η πλουσιότερη συλλογή ελληνικών παραδοσιακών τραγουδιών που είχε δημοσιευτεί έως τότε!… Την εποχή εκείνη συνέπεσε να ιδρυθεί και ο «Σύλλογος Δημοτικών Τραγουδιών» (που αργότερα μετονομάστηκε σε «Αρχείο Δημοτικής Μουσικής») από τη Μέλπω Μερλιέ. Μια από τις πρώτες δραστηριότητές του ήταν να οργανώσει μια «εκστρατεία» για την πρώτη συστηματική ηχογράφηση παραδοσιακών τραγουδιών απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας. Για να καταλάβουμε το μέγεθος του εγχειρήματος, αρκεί να πούμε ότι μόνο τα μηχανήματα που απαιτούνταν για τις ηχοληψίες ζύγιζαν έξι τόνους και ότι μια μόνο κέρινη μήτρα στοίχιζε (το 1930) τετρακόσιες δραχμές… Χάρη στην υποστήριξη του ελληνιστή Hubert Pernot και της γαλλικής φωνογραφικής εταιρείας «Pathe» εξασφαλίστηκε η τεχνική πλευρά του εγχειρήματος. Η συνδρομή της ελληνικής κυβέρνησης, όμως, ήταν απαραίτητη για τα λειτουργικά έξοδα (μισθοδοσία τεχνικών, μετακινήσεις μουσικών κ.ά.). Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο άρχισαν τα προβλήματα… Η προσπάθεια αυτή δέχτηκε τα πυρά της αντιπολίτευσης και έγινε αφορμή για μια ακόμη πολιτική επίθεση εναντίον του Βενιζέλου (κατηγορήθηκε για διασπάθιση χρημάτων του δημοσίου, για ένα εγχείρημα ήσσονος σημασίας), ενώ επίσης υποσκάφτηκε και από τη… «μουσικολογική αντιπολίτευση» της εποχής. Πολλοί ήταν αυτοί που ήθελαν να τους ανατεθεί το εγχείρημα αυτό… και ο τύπος της εποχής είναι γεμάτος από διαξιφισμούς «για τους ξένους που θα πληρώσει ο ελληνικός λαός, για να του μάθουν τα… τρία παιδιά βολιώτικα…» Παρ’ όλα τα εμπόδια και τους διαξιφισμούς, το συνεργείο εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και από τις 23 Οκτωβρίου 1930 έως τις 16 Ιανουαρίου 1931 ηχογραφήθηκαν 584 κομμάτια σε δίσκους 78 στροφών (κομμάτια από διάφορα μέρη της Ελλάδας, παραδείγματα διαλέκτων, φωνές σημαίνοντων προσώπων της εποχής όπως του Βενιζέλου, του Παλαμά κ.ά.). Στο νεαρό Baud – Bovy ανατέθηκε η ηχογράφηση του δωδεκανησιακού ρεπερτορίου. Από τα 75 δωδεκανησιακά τραγούδια που ηχογραφήθηκαν τότε, έξι περιλαμβάνονται σ’ αυτήν την έκδοση: δυο χοροί από την Όλυμπο της Καρπάθου, δυο τραγούδια από τον Αρχάγγελο της Ρόδου και άλλα δυο από την Κάλυμνο. Επόμενος σταθμός, η Κρήτη του 1954. Το μεγαλύτερο μέρος της έκδοσης περιλαμβάνει τραγούδια και χορούς που ηχογραφήθηκαν κατά την ερευνητική αποστολή του Baud – Bovy στο νησί, από τις 4 έως τις 24 Απριλίου 1954. Την εποχή εκείνη στην Κρήτη μόλις είχαν αρχίσει να επουλώνονται τα τραύματα του ΒΔ Παγκοσμίου Πολέμου. Το οδικό δίκτυο ήταν υποτυπώδες, ενώ το ηλεκτρικό δίκτυο ήταν ανύπαρκτο στα χωριά… Παρ’ όλ’ αυτά, κάτω από ηρωικές συνθήκες, ηχογραφήθηκαν πάνω από 280 τραγούδια και οργανικοί σκοποί, που καλύπτουν όλες τις περιοχές της Κρήτης. «Ήταν η πρώτη φορά που έγινε ένα τέτοιο εγχείρημα και συγκεντρώθηκαν στοιχεία που μας επιτρέπουν να μελετήσουμε τα τραγούδια της Ανατολικής Κρήτης, το γυναικείο ρεπερτόριο και τα λαϊκά όργανα. Κανένα στοιχείο για όλα αυτά δεν ήταν διαθέσιμο έως τότε…» σημειώνει ο Baud – Bovy. Αυτό όμως που δίνει μεγαλύτερη αξία στις ηχογραφήσεις αυτές είναι ότι ήταν μια «μουσική φωτογραφία» του νησιού σε μια οριακή στιγμή, όταν ακόμη ήταν ζωντανές οι κατά τόπους μουσικές παραδόσεις. Η Ανατολική και η Δυτική Κρήτη ήταν ακόμη δυο ξεχωριστοί κόσμοι και η επικοινωνία μεταξύ τους και με τον έξω κόσμο πολύ δύσκολη. Παράλληλα, η εσωτερική μετανάστευση δεν είχε ακόμη πλήξει σε μεγάλο βαθμό το νησί, ενώ τα δισκογραφικά πρότυπα (που επέφεραν σταδιακά την ομογενοποίηση της κρητικής μουσικής) δεν είχαν γίνει ακόμη το μοναδικό σημείο αναφοράς… Στο δίσκο μπορούμε ν’ ακούσουμε μεσσαρίτικες και στειακές κοντυλιές, ρεθεμνιώτικο συρτό, πηδηχτό παιγμένο από μαντούρα (πρωτόγονο λαϊκό κλαρίνο) και νταούλι, καθώς και έναν πηδηχτό παιγμένο σε λύρα, η οποία μιμείται το ηχόχρωμα της ασκομαντούρας (κρητικός άσκαυλος). Για να πάρουμε μια γεύση από την ατμόσφαιρα που επικρατούσε στα χωριά της Κρήτης την εποχή εκείνη, παραθέτουμε ακόμη ένα απόσπασμα από τις σημειώσεις του Baud – Bovy. «… Ορισμένα βράδια είναι δύσκολο να λησμονηθούν. Στη Γέργερη, για παράδειγμα, όπου περάσαμε ώρες ολόκληρες σ’ ένα καφενείο, ανταλλάσσοντας αυτοσχέδιες μαντινάδες με τους καινούργιους μας φίλους, μέσα σε μια ονειρική ατμόσφαιρα δημιουργημένη από μερικά ποτήρια κρασί! Ο διαπεραστικός ήχος της λύρας και ο τρόπος αυτός του τραγουδιού, όπου κάθε ημιστίχιο αυτοσχεδιάζεται και «εκτοξεύεται» από τον τραγουδιστή, για να επαναληφθεί με ενθουσιασμό από την παρέα! Μια εικόνα που δεν περιγράφεται, ένα πολύ λεπτό συναίσθημα, που βγαίνει κατευθείαν από τα χείλη των τραγουδιστών…» Ένα απόσπασμα από εκείνη τη βραδιά στη Γέργερη, μπορούμε ν’ ακούσουμε στην έκδοση. Εκτός όμως από τις «κοντυλιές» (μικρές, αυτόνομες, μουσικές φράσεις, πάνω στις οποίες αυτοσχεδιάζονται οι μαντινάδες), στην έκδοση περιλαμβάνονται και δείγματα από μακροσκελή αφηγηματικά τραγούδια. Μπορούμε ν’ ακούσουμε την παραλογή της επιστροφής του ξενιτεμένου (13), που παραπέμπει θεματικά στο απόσπασμα της αναγνώρισης του Οδυσσέα από την Πηνελόπη, στην Οδύσσεια. Στην περίπτωσή μας, η καλή σύζυγος ζητάει από τον ξενιτεμένο να της υποδείξει σημάδια της αυλής, του σπιτιού και στη συνέχεια του κορμιού της για να πειστεί ότι εκείνος είναι ο άντρας της. Όλ’ αυτά τραγουδισμένα από τον «Ναθενογιάννη», από τις Γωνιές του Μαλεβυζίου… Τα τραγούδια του κύκλου της ζωής αντιπροσωπεύονται στην έκδοση από ένα νανούρισμα, ένα τραγούδι του γάμου και τρία μοιρολόγια. Το ρεπερτόριο αυτό είναι συνυφασμένο με τις γυναίκες. Οι γυναίκες, πιο κοντά στο μυστήριο της ζωής, αναλαμβάνουν να παίξουν πρωτεύοντα ρόλο σ’ όλα τα στάδια της ζωής του ανθρώπου: γεννούν και τραγουδούν τη νέα ζωή με τα νανουρίσματα, τη μεγαλώνουν με τα ταχταρίσματα, με τα τραγούδια του γάμου εντάσσουν -κι «ευλογούν»- τα νέα κύτταρα στην κοινωνία. Τέλος, με τα μοιρολόγια, αποχαιρετούν τη ζωή που έφυγε. Αναλαμβάνουν (ως άλλες ιέρειες, με την ιερότητα που τους προσδίδει το ότι γεννούν τη ζωή) να παίξουν διαμεσολαβητικό ρόλο ανάμεσα στον κόσμο των ζωντανών και το Άγνωστο… Τα τρία μοιρολόγια της έκδοσης είναι σπάνια ντοκουμέντα, αν αναλογιστούμε ότι το ρεπερτόριο αυτό, επειδή είναι συνδεμένο με το θάνατο, σπάνια αναπαράγεται για χάρη μιας ηχογράφησης… Η περιδιάβαση στην Κρήτη του 1954 ολοκληρώνεται με δυο «ριζίτικα» τραγούδια (οφείλουν το όνομά τους στο ότι τραγουδιούνται στα ορεινά χωριά, στους πρόποδες του Ψηλορείτη). Τα ριζίτικα είναι ένας τελείως διαφορετικός μουσικός κόσμος και μας παραπέμπουν στην τεχνοτροπία των τραγουδιών της στεριανής Ελλάδας. Και τα δύο είναι το καλύτερο τεκμήριο για το πώς αποδιδόταν κάποτε το ρεπερτόριο αυτό, χωρίς τη συνοδεία οργάνων και πριν οι αδρές φωνές δώσουν τη θέση τους στις «εκλεπτυσμένες» (και… γαργαριστές) φωνές των μικροφώνων!… Η έκδοση περιλαμβάνει τέλος και ορισμένες ηχογραφήσεις από την Ήπειρο και τη Ρούμελη. Ο Baud – Bovy μελέτησε σε βάθος και τη μουσική της στεριανής Ελλάδας. Το 1958 μάλιστα, δημοσίευε τη μελέτη του για το κλέφτικο τραγούδι (Etudes sur la chanson cleftique). Ένα δείγμα από τις ηχογραφήσεις του στη στεριανή Ελλάδα, μπορούμε ν’ ακούσουμε στο δίσκο. Τέσσερις σκοποί παιγμένοι με φλογέρα από την Άνω Αγόριανη του Παρνασσού κι ένα τραγούδι του γάμου (κινείται σε ανημίτονη κλίμακα, πράγμα που χαρακτηρίζει το παλαιό ρεπερτόριο της στεριανής Ελλάδας και το συνδέει, σύμφωνα με τον Baud – Bovy, με τη «δώρια αρμονία» των αρχαίων Ελλήνων). Περιλα- μβάνονται επίσης ένα κλέφτικο κι ένα «Αληπασαλίδικο» τραγούδι, («τραγούδια που έγιναν γνωστά από τσιγγάνους μουσικούς, οι οποίοι εξυμνούσαν μ’ αυτά τον πανίσχυρο αλή πασά»). Πρόκειται για έκδοση εξαιρετικής σπουδαιότητας, που μας δίνει μια γεύση από την Ελλάδα, όταν δεν είχε μπει ακόμη στο (μονο)δρόμο του εξευρωπαϊσμού και του «εκσυγχρονισμού»… Το δίγλωσσο (γαλλικά – αγγλικά) ένθετο μας δίνει πολλές μουσικολογικές και ιστορικές πληροφορίες για τα τραγούδια. Την επιμέλεια της έκδοσης είχε ο Λάμπρος Λιάβας (ο οποίος έχει οργανώσει και το Αρχείο του Samuel Baud – Bovy, που φυλάσσεται στο Ωδείο της Γενεύης, μετά το θάνατο του τελευταίου, το 1986). Κρατώντας στα χέρια μας αυτήν την έκδοση αναφοράς, δεν μπορεί παρά να μας γεμίζει προβληματισμό το γεγονός ότι, για δέκα σχεδόν χρόνια από την εποχή που πρωτοκυκλοφόρησε (1989), κανείς δεν είχε ενδιαφερθεί να την εισάγει, παρ’ όλο που στη Γαλλία τιμήθηκε με το ανώτατο δισκογραφικό βραβείο της Ακαδημίας Charles Orof… Με ανακούφιση λοιπόν την είδαμε και στις προθήκες των ελληνικών δισκοπωλείων. Μακάρι η πρωτοβουλία αυτή να ακολουθηθεί από άλλες ανάλογες εκδόσεις, ώστε το αρχείο του Baud – Bovy από τη Γενεύη, όπου φυλάσσεται (δεν το κληροδότησε στον κουρνιαχτό της ελληνικής γραφειοκρατίας…), να βρει τους τελικούς του αποδέκτες: αυτούς τους οποίους συγκινεί ακόμη το νανούρισμα της Αικατερίνης Μαγκούλια…
Υποψήφιο για 8 Όσκαρ είναι το ρομαντικό δράμα της Κλόι Ζάο, με τίτλο Άμνετ που κλέβει τις εντυπώσεις στις σκοτεινές αίθουσες. Αυτές είναι οι νέες ταινίες της εβδομάδας.