Αλήθειες από πρώην ανώτατο αξιωματούχο CIA: Το Ισραήλ έχει προκαλέσει μεγαλύτερο πόνο από Χεζμπολάχ
Έχοντας ειδικευτεί στη Μέση Ανατολή, βετεράνος των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών εκτιμά πως οι ΗΠΑ πρέπει να τιθασεύουν το Ισραήλ, καθώς αυτός είναι ο υπαίτιος των δεινών στον Λίβανο, όχι τόσο η Χεζμπολάχ.
Παρά την ανακοίνωση επέκτασης της εκεχειρίας για 45 ημέρες από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ το βράδυ της 16ης Μαΐου, το Ισραήλ εξέδωσε νέες εντολές εκκένωσης για περιοχές του νότιου Λιβάνου, δολοφονώντας 19 ανθρώπους. Για άλλη μια φορά αποδεικνύεται ότι το Τελ Αβίβ είναι η μεγαλύτερη πηγή αστάθειας στη Μέση Ανατολή, κάτι που συμμερίζονται Αμερικανοί αξιωματούχοι από την κοινότητα των μυστικών υπηρεσιών.
Υπενθυμίζεται ότι το Ισραήλ απαιτεί τον αφοπλισμό της Χεσμπολάχ. Ωστόσο, όπως αναφέρει ο Πολ Πιλάρ πρώην ανώτερος αξιωματούχος της CIA κανείς δεν συζητά τον αφοπλισμό του ίδιου του Ισραήλ ή έστω τον περιορισμό του οπλισμού του, παρότι έχει προκαλέσει σαφώς μεγαλύτερη καταστροφή στον Λίβανο.
«Η Χεσμπολάχ δεν αποτελεί μια δύναμη χάους που εμφανίστηκε ξαφνικά ούτε επιβλήθηκε στον Λίβανο από το Ιράν» αναφέρει το επί 28 χρονια στέλεχος της CIA, σε ανάλυσή του στο Responsible Statecraft.
«Η ίδια η ύπαρξη και η ταχεία άνοδός της οργάνωσης στη δεκαετία του 1980 συνδέονται άμεσα με προηγούμενες ισραηλινές επεμβάσεις και κατοχή τμημάτων του Λιβάνου. Η οργάνωση παρουσιάστηκε ως υπερασπιστής κυρίως των σιιτών του Λιβάνου αλλά και συνολικά των Λιβανέζων απέναντι στις ισραηλινές επιθέσεις» υπογραμμίζει.
Για τον Πιλάρ αυτό το ιστορικό αποκτά ιδιαίτερη σημασία υπό το πρίσμα όσων κάνει σήμερα το Ισραήλ στον Λίβανο. «Πέρα από τις φονικές αεροπορικές επιδρομές, το Ισραήλ κατέχει μεγάλο μέρος του νότιου Λιβάνου, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά ό,τι είχε κάνει πριν από τέσσερις δεκαετίες» σημειώνει, προσθέτοντας πως παράλληλα το Ισραήλ στοχοποιεί τους σιίτες απαιτώντας -κάτι που δεν ζητά με τον ίδιο τρόπο από άλλες θρησκευτικές ομάδες- να εγκαταλείψουν τις εστίες τους στη συγκεκριμένη περιοχή.
Τέτοιες διακρίσεις αναμένεται να ενισχύσουν ακόμη περισσότερο την οργή και την επιθυμία εκδίκησης μέσα στην κοινότητα που αποτελούσε πάντοτε τη βασική κοινωνική βάση της Χεζμπολάχ.
Μα δεν θέλουν πολλοί Λιβανέζοι τον αφοπλισμό της
Σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι αν πολλές πολιτικές δυνάμεις στον Λίβανο θα επιθυμούσαν τον αφοπλισμό της Χεζμπολάχ, αυτό είναι πολύ πιο εύκολο να ειπωθεί παρά να εφαρμοστεί στην πράξη.
Τα εμπόδια σε έναν πιθανό αφοπλισμό της Χεσμπολάχ, συνεχίζει ο Πιλάρ, δεν σχετίζονται μόνο με τις επιχειρησιακές δυνατότητες της οργάνωσης, αλλά και με τις πολιτικές πραγματικότητες του ίδιου του Λιβάνου. Η Χεσμπολάχ εκφράζει σημαντικό τμήμα του πληθυσμού της χώρας, ιδιαίτερα σχεδόν το ένα τρίτο των Λιβανέζων που είναι σιίτες. Διαθέτει 13 έδρες στο κοινοβούλιο και κατέγραψε ισχυρή παρουσία και στις δημοτικές εκλογές του περασμένου έτους.
Γι’ αυτό και εξηγεί πως μεγάλο μέρος των Λιβανέζων που κάποτε κατηγορούσαν τη Χεσμπολάχ πως δεν έπρεπε ποτέ να εκτοξεύσει ρουκέτες υπέρ του Ιράν τώρα θεωρούν πως είναι η μοναδική δύναμη που μπορεί να τους υπερασπιστεί στη νέα ισραηλινή επίθεση και στην αδυναμία της λιβανικής κυβέρνησης να προστατεύσει τον πληθυσμό.
«Αυτό σημαίνει ότι ακόμη κι αν επιτευχθεί κάποια συμφωνία που θα σταματήσει προσωρινά τις εχθροπραξίες, οι συνθήκες για νέους γύρους συγκρούσεων στο μέτωπο Ισραήλ–Λιβάνου θα παραμείνουν» λέει.
Προσθέτει πως μια πραγματικά διαρκής ειρήνη θα απαιτούσε πλήρη και μόνιμη αποχώρηση του Ισραήλ από τον Λίβανο, καθώς και διαβεβαιώσεις από τις ΗΠΑ ότι θα χρησιμοποιήσουν την επιρροή τους ώστε αυτή η αποχώρηση να παραμείνει οριστική.
«Η βία στο ισραηλινολιβανικό μέτωπο υπενθυμίζει πόσο μεγάλο μέρος της αστάθειας στη Μέση Ανατολή πηγάζει από την ισραηλινή κατοχή των παλαιστινιακών εδαφών και τη βίαιη αντίσταση που αυτή αναπόφευκτα προκαλεί. Η ισραηλινή εισβολή στον Λίβανο το 1982 στόχευε την εξόριστη Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, μια οργάνωση που δεν θα υπήρχε αν δεν υπήρχε η ανάγκη απελευθέρωσης των Παλαιστινίων που ζουν υπό ισραηλινή κατοχή».
Τέλος ο Πιλάρ θυμίζει ότι και η ισραηλινή εισβολή στον Λίβανο, τον Οκτώβριο του 2024, προέκυψε από τη σφοδρή ισραηλινή επίθεση στη Γάζα, και «στην οποία η Χεζμπολάχ απάντησε εκτοξεύοντας ρουκέτες σε ένδειξη στήριξης προς τους Παλαιστινίους».