Στις 4 Μαΐου 2006 έφυγε από τη ζωή μια από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες του ελληνικού κινηματογράφου του περασμένου αιώνα, ο Αλέξης Δαμιανός.
Ο Δαμιανός, ο οποίος είχε γεννηθεί στην Αθήνα στις 21 Ιανουαρίου 1921, κατάφερε να κερδίσει την ειλικρινή αναγνώριση και αγάπη ομοτέχνων, κριτικών και κοινού, μολονότι έκανε όλες κι όλες τρεις ταινίες.
Άνθρωπος πολυπράγμων —σκηνοθέτης του κινηματογράφου, του θεάτρου και της τηλεόρασης, σεναριογράφος, θεατρικός συγγραφέας και ηθοποιός—, ο Δαμιανός έκανε τα πρώτα του θεατρικά βήματα στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και άρχισε την καλλιτεχνική πορεία του επί Κατοχής, συμμετέχοντας παράλληλα στην Εθνική Αντίσταση.
Αρχικά εργάστηκε ως ηθοποιός στο «Λαϊκό Θέατρο» και αποτέλεσε μέλος του θιάσου των «Ενωμένων Καλλιτεχνών». Στα κατοπινά χρόνια συνεργάστηκε με το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν και ίδρυσε το «Πειραματικό Θέατρο» και το θέατρο «Πορεία».
Το 1965 πρωτοεμφανίστηκε στον κινηματογράφο ως ηθοποιός στην ταινία μικρού μήκους του Παντελή Βούλγαρη «Ο κλέφτης».
Την επόμενη χρονιά, το 1966, έκανε την πρώτη δική του ταινία, που είχε τον τίτλο «Μέχρι το πλοίο».
Το 1971 ο Δαμιανός δημιούργησε (ως σκηνοθέτης και σεναριογράφος) την ταινία που έμελλε —περισσότερο απ’ οποιαδήποτε άλλη δημιουργία του— να τον καταξιώσει (αν και όχι από την πρώτη στιγμή της προβολής της, όπως μαρτυρούν η μάλλον επιφυλακτική κριτική και η απογοητευτική προσέλευση του κοινού στις κινηματογραφικές αίθουσες) ως μια από τις πιο εμβληματικές μορφές του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου: την «Ευδοκία».
Ο έρωτας δύο νέων ανθρώπων (τους οποίους υποδύθηκαν ερασιτέχνες ηθοποιοί, η κυπριακής καταγωγής Μάρω Βασιλείου, που κατοικούσε στο Λονδίνο και δε μιλούσε ελληνικά, και ο Γιώργος Κουτούζης, ένας εργάτης από τον Πειραιά) κόντρα στους κυρίαρχους ηθικούς κανόνες και η σύγκρουση με την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων είναι η υπόθεση της «Ευδοκίας», στην οποία συνεργάστηκε με τον Δαμιανό ο στενός φίλος του Λάκης Παπαστάθης, ο αείμνηστος σκηνοθέτης και κινηματογραφιστής.
Ένας λοχίας γνωρίζεται με μια πόρνη, την ερωτεύεται και αποφασίζει να την κάνει γυναίκα του. Έτσι, οι δύο εραστές, δέσμιοι πλέον της κοινής μοίρας τους, έρχονται αντιμέτωποι με τον κοινωνικό περίγυρο μιας μικρής πόλης της ελληνικής επαρχίας, που θέλει να τους περιορίσει και τελικά να τους συντρίψει.
Άρρηκτα δεμένη με την ταινία του Δαμιανού, το ορμητικό αυτό έργο πάθους, έρωτα και ιερής οργής, είναι ασφαλώς η μουσική του Μάνου Λοΐζου, με το περίφημο «Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας».
Το 1995 ο Δαμιανός έδωσε τελευταία φορά το «παρών» στον ελληνικό κινηματογράφο με την ταινία του «Ηνίοχος».
Κύρια χαρακτηριστικά του έργου του Δαμιανού είναι ο ευθύς και χωρίς φτιασίδια λόγος, η ανατροπή των στερεοτύπων και των κάθε λογής κανόνων, η τραχιά λιτότητα και η ακατέργαστη ποιητικότητα.
Ένα δημοσίευμα των «Νέων» που είχαν κυκλοφορήσει στις 19 Φεβρουαρίου 1990, ημέρα Δευτέρα, ήταν αφιερωμένο στον Αλέξη Δαμιανό και στην απόφασή του να επιστρέψει στην ενεργό δράση —ως σκηνοθέτης του κινηματογράφου και σεναριογράφος— ύστερα από μια μακρά παύση, δύο σχεδόν δεκαετιών.
Ο δημοσιογράφος (πολιτιστικός συντάκτης) και συγγραφέας Παύλος Κάγιος είχε απευθύνει στον Δαμιανό διάφορα ερωτήματα αναφορικά με τον «Ηνίοχο» (αυτός ήταν ο τίτλος της νέας ταινίας του, που έμελλε τελικά να ολοκληρωθεί και να προβληθεί το 1995) και τη ζωή του εν γένει.
Από την πολύ ενδιαφέρουσα αυτή συνέντευξη προέρχονται τα κάτωθι αποσπάσματα:
Τον καιρό που πέφτουν τα «τείχη» (σ.σ. η συνομιλία των δύο ανδρών λαμβάνει χώρα την περίοδο κατά την οποία καταρρέει το περίφημο Ανατολικό Μπλοκ και συντελούνται κοσμογονικές αλλαγές στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης) και οι αληθινοί ή ψεύτικοι «θρύλοι» διάλεξε για να επιστρέψει στα «εγκόσμια» και στον ελληνικό κινηματογράφο ο δημιουργός της μυθικής «Ευδοκίας», ο Αλέξης Δαμιανός.
«Αν είναι να πέσει ο θρύλος του Δαμιανού και της Ευδοκίας, ας πέσει. Η ιστορία δεν γράφεται μόνο με νίκες αλλά και με ήττες, που πολλές φορές είναι πιο σπουδαίες για τον άνθρωπο. Η κριτική σκοτώνει αυτόν που την κάνει τρόπο ζωής, όπως και η περιφρόνηση αυτόν που την εκφράζει», θα πει ο ίδιος με αφορμή την απόφασή του να γυρίσει, μετά από 20 χρόνια, μια νέα ταινία, τον «Ηνίοχο».
[…]
Επέστρεψε, λοιπόν, ο Δαμιανός και ήδη οι χαρακτηρισμοί τύπου «αναχωρητής», «ασκητικός», «φευγάτος» δίνουν και παίρνουν…
«Η μέθοδός μου, για να επιβάλω τα συναισθήματα και τις ιδέες μου, είναι να μη μάχομαι. Όταν γίνει ο Ηνίοχος, θα δουν ότι δεν είμαι αναχωρητής, αλλά ψυχρός και φονιάς. Δεν γύρισα μόνο γι’ αυτή την ταινία, και το πείσμα μου κατοχυρώνει αυτή την ελπίδα μου. Όπως δεν έκανα ποτέ τον έρωτα επαγγελματισμό, γιατί αυτό είναι πορνεία, έτσι δεν κάνω επάγγελμα ποτέ και τη σκηνοθεσία, που είναι μια ερωτική πράξη και όχι μια καθημερινή συναλλαγή», τονίζει καθώς σηκώνεται και περπατάει μέσα στο δωμάτιο όπου μιλάμε.
Τώρα, είκοσι χρόνια μετά την «Ευδοκία» και τη φυγή του στη Βόρειο Εύβοια, μπορεί να πει:
«Νιώθοντας ντροπή και ενοχή για τη συμβολή μου στη φθορά των συνανθρώπων μου, όχι του λαού —γιατί τη θεωρώ υποτιμητική αυτήν τη λέξη— από την επιτυχία που γνώρισα με τα Κόκκινα φανάρια και τον Παράξενο ταξιδιώτη, ζήτησα καταφύγιο, να κρυφτώ, στο κτήμα μου στην Εύβοια και, σαν να ζητούσα εξιλέωση, έπεσα με τα μούτρα στη γη, που δεν αστειεύεται, δεν παίζει και δεν σηκώνει κοροϊδία, μα μόνο δύναμη και γνώση. Αυτό ήταν μια λύτρωση από την κολακεία και τη ματαιοδοξία που είχαν φθείρει την ψυχή μου.
Το καλύτερό μου έργο είναι η επαφή μου με τη γη: χωρίς ίχνος χημείας μπορώ και καλλιεργώ 30 στρέμματα σιτάρι, καλαμπόκι και άλλα, και ανακαλύπτω μυρωδιές και γεύσεις που είχα να νιώσω από παιδί. Πηγαίνω στα βουνά και μαζεύω φύλλα και βότανα και τα ανακατεύω με κοπριά. Την ώρα της ζύμωσης φεύγω σούρουπο και πηγαίνω στα χωράφια, όπου ανακατεύω με το χώμα αυτό το υλικό και ο τόπος γύρω μυρίζει γαρίφαλο και πετούνιες, σαν μυρωδάτη προσευχή.
Ανακάλυψα τα ζωικά μηνύματα και την ισορροπία της ζωής ανάμεσα στο καλό και το κακό, έμαθα γιατί οι Μοίρες είναι τρεις και η μια από αυτές κακιά: γιατί το εμπόδιο, η αντίσταση της ζωής στις δυσκολίες, είναι η χαρά του αγώνα, είναι ο Ηνίοχος που προσπαθεί να κουμαντάρει τα ηνία των δύο αλόγων του, του άσπρου και του μαύρου. Μου αποκαλύφθηκε η μαγεία των παραμυθιών όταν έβαλα στο τραπέζι μου το πρώτο δικό μου αυγό, το ψωμί και την ντομάτα. Ανακάλυψα ότι το φαγητό είναι τελετουργία. Μπόρεσα να ξεφύγω από το αγκίστρι του μεροκάματου που σε αναγκάζει να συμβιβαστείς, και κατάλαβα ότι αλλιώς σκέφτεται ένας άνθρωπος που έχει σηκώσει μια πέτρα 60 κιλών από έναν που δεν έχει δοκιμάσει κάτι ανάλογο. Όταν πήρα τα κτήματα στην Εύβοια, όλοι είπαν ότι είμαι τρελός. Έβγαλα 35 τρακτέρ πέτρα μέσα από αυτά, αλλά κατάλαβα ότι τα μυρμήγκια είναι πολύ δυνατά όταν, πριν από τέσσερα χρόνια, κάηκε ολόκληρο το σπίτι μου εκεί και το άρχισα πάλι από την αρχή.
Μετά την ολοκλήρωση του Ηνίοχου θα φύγω πάλι για την Εύβοια, γιατί εκεί ζω σε ισορροπία με τις εκκρίσεις μου και γιατί το έργο μου εκεί είναι κοινωνικό και πρέπει να το ολοκληρώσω».
[…]
— Και ο «Ηνίοχος», ένα παλιό σας σχέδιο που είχατε «επεξεργαστεί» με τον Μάνο Λοΐζο, τι είναι;
«Θέλω να πω, κατ’ αρχήν, ότι η ταινία θα είναι αφιερωμένη στη μνήμη του Μάνου Λοΐζου. Πιστεύω ότι ο Ηνίοχος είναι μια ουσιώδης προσφορά στον τόπο μου, όχι με την έννοια τού γκρεμίζω, αλλά ως αποκατάσταση των διαχρονικών ιδεών, της αρετής ως μόνου όπλου επιβεβαίωσης, και όχι του ατομισμού και των ρουσφετιών, που ψεύτισαν και γέμισαν τη ζωή μας με υποκατάστατα. Είναι μια αντίσταση στο σύμπλεγμα του δούλου που μας καταδυναστεύει και σήμερα. Η αναζήτηση μιας εθνικής περηφάνιας, όχι με την έννοια του εθνικισμού, αλλά ότι αυτό είμαστε, βρε παιδί μου! Οι οπαδοί δεν είναι χρήσιμοι για κανέναν. Αν ήμασταν μια ομάδα πνευματικών ανθρώπων και μου έλεγαν πήγαινε να καείς στην Ομόνοια, θα το έκανα αν ήξερα ότι θ’ άρχιζε μια αντίσταση σ’ όλα αυτά τα ποτάμια της φθοράς, της ζημιάς και του κέρδους, που μας έχουν αφανίσει».
[…]
— Με τον υπότιτλο «Οι τρυφερές στιγμές ενός νέου αντάρτη», ίσως το κοινό νομίσει ότι ο «Ηνίοχος» είναι άλλη μια πολιτική ταινία. Εσείς πώς τη χαρακτηρίζετε;
«Όποτε η πολιτική καπέλωσε την ιστορία, ήρθε η καταστροφή. Από τους πιο δεξιούς ως τους πιο αριστερούς. Κι όποτε ο λαός ήταν μόνος του, από τον πόλεμο στην Αλβανία, την Αντίσταση ή το Πολυτεχνείο, έκανε θαύματα, που μετά έτρεξαν οι πολιτικοί και καπέλωσαν τα πάντα».
— Νομίζω ότι οι ήρωες των ταινιών σας ήταν σχεδόν πάντα «περιθωριακά» άτομα. Τι σημαίνει για σας «περιθωριακός»;
«Υπάρχουν τριών ειδών περιθωριακοί: αυτοί που διαλέγουν κάτι τέτοιο ως πρόκληση, ξεχωριστή και ιδιαίτερη συμπεριφορά από τους πολλούς, αυτοί που από ιδεολογικούς λόγους διαφέρουν από τη φορά του κατεστημένου και προσπαθούν να επιβάλουν τη δική τους πρόταση, και τέλος οι ανάπηροι, πνευματικά ή σωματικά, που έχουν κατακλύσει τους δημόσιους οργανισμούς —από τα κρατικά θέατρα ως τα υπουργεία— και κάνουν, από πάνω, και απεργίες, ενώ όλοι γνωρίζουν ότι έχουν διοριστεί με ρουσφέτι».
— Εσείς ανήκετε σε κάποια απ’ αυτές τις «περιθωριακές» ομάδες;
«Σαν φύση ανήκω στους πρώτους και σαν θέση στους δεύτερους».
[…]
— Πώς βλέπετε, αλήθεια, τις αλλαγές που συντελούνται στις μέρες μας παγκόσμια και ιδιαίτερα στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης;
«Είναι μια επανάσταση, με την έννοια που πιστεύω κι εγώ. Ο σταλινισμός ήταν μια επανάληψη των αστικών μοντέλων — προσωπολατρία, πατρίδα, κόμμα στη θέση της θρησκείας, οικογένεια. Ο Γκορμπατσώφ κατάλαβε ότι το σπίτι πέφτει και, γι’ αυτό, αποφάσισε να το γκρεμίσει. Το θεωρώ αυτό μια γενναία απόφαση. Μπορεί να είναι μάταιο, αλλά εγώ ελπίζω σε μια ανάταση της ανθρώπινης ύπαρξης. Γι’ αυτό και εξοργίζομαι με εκείνους τους δεξιούς που μιλάνε για δικαίωσή τους, γιατί όχι μόνο δεν φαίνεται να καταλαβαίνουν τίποτα από αυτές τις αλλαγές, αλλά φτάνουν στο σημείο να τις ισοπεδώνουν. Το επόμενο όμως κύμα θα είναι ισχυρότερο και ελπίζω να δώσει γερό κτύπημα στον ατομισμό. Πρέπει σαν τον Αισχύλο να δώσουμε στους ισχυρούς της Γης να καταλάβουν ότι δεν θα μπορέσουν να κάνουν στον κόσμο τίποτα αν επιχειρήσουν να καταστρέψουν τους ανθρώπους».
— Ποιες ήταν οι πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής σας;
«Στο αντάρτικο, στις φυλακές και στον στρατό. Η ομαδική ζωή ήταν που με κάνει να τις θυμάμαι πιο πολύ απ’ όλες τις άλλες. Για να ζεσταθείς, πρέπει η φωτιά να καίει πολλά κούτσουρα, όχι ένα, και για να ζεστάνεις τους άλλους πρέπει να καείς ολόκληρος. Τίποτα δεν έχω αγαπήσει πιο πολύ στη ζωή μου από το σχολείο μου. Θυμάμαι πως μια φορά έσπασα το θερμόμετρο για να μη μείνω μακριά από το μάθημα. Την ουσιαστική παιδεία μου τη χρωστάω σε δύο ανθρώπους: στον πατέρα μου και στον δάσκαλό μου, τον Απόστολο Ροζάκη».
[…]
— Τι επιδιώκετε να ικανοποιήσετε πιο πολύ στη ζωή σας;
«Να μπορέσω να πεθάνω χωρίς να φοβάμαι. Αυτό είναι το πιο σημαντικό και στον Ηνίοχο, και αν δεν βγει, θα τον σταματήσω. Ο ύμνος της Νέμεσης διαπερνάει το έργο μου αυτό, η κατάσταση δηλαδή που έχει διαμορφωθεί μετά την απόδοση της δικαιοσύνης, τότε που δεν υπάρχει το στοιχείο της εκδίκησης, οι ευθύνες βαραίνουν πλέον και τις δύο πλευρές. Η ιστορία θέλει γνώση και όχι λήθη. Μόνο όταν δεν ξεχνιέται, γίνεται πείρα και ζωή».
— Τι αγαπήσατε πιο πολύ στη ζωή σας;
«Την ελευθερία και τη ζωή, μακάρι να μπορούσα και τον θάνατο».
— Τι απεχθάνεστε περισσότερο;
«Το ψέμα και τη δειλία. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν φοβάμαι· μόνο οι τρελοί δεν φοβούνται».
— Είστε 70 χρόνων και έχετε τρία μεγάλα παιδιά. Ποια είναι η μεγάλη σας ευχή για τη ζωή τους;
«Να με βεβαιώσουν, όπως και οι νέοι γενικά, ότι οι εφημερότητες θα δικαιώσουν την αιωνιότητα, έτσι που η ζωή να συνεχίζεται αιώνια. Μόνο όταν ξέρεις ότι υπάρχει μέλλον στη ζωή, μπορείς να πεθάνεις».