Δεν με λες μεταλλά – και δεν ήμουν ποτέ, για να μην κοροϊδευόμαστε μεταξύ μας. Μεγάλωσα μουσικά στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και αρχές των nineties. Πράγμα που σημαίνει ότι άκουγα με ευκολία από Μάνο Λοΐζο και Beatles (εξαιτίας των γονιών μου) έως Μάικλ Τζάκσον, Cure και Guns ‘n’ Roses (εξαιτίας της εποχής). Τόσο μπερδεμένη ήταν (ηχητικά) αυτή η εποχή. Και ξαφνικά εμφανίζονται και οι Metallica.
Γιατί λέω ξαφνικά για ένα συγκρότημα που η ιστορία του κρατάει από τις αρχές των eighties; Επειδή το 1991 αποφασίζουν να κυκλοφορήσουν το ομώνυμο δίσκο τους (γνωστό ως Black Album) – η πιο mainstream δουλειά τους έως τότε.
Και «μίλησε» σε εκατομμύρια ανθρώπους εκεί έξω αυτό το άλμπουμ – μέχρι και η αδερφή μου, που άκουγε Madonna και κάποτε μου ζήτησε να της «κατεβάσω» τα best of του Χατζηγιάννη, ήξερε το Nothing Else Matters.
Μην παρεξηγηθώ, δεν το κοροϊδεύω. Το Black Album με οδήγησε στο να γνωρίσω και να αγαπήσω τις δουλειές τους τα προηγούμενα χρόνια – το ριφάκι από το Welcome Home (Sanitarium) ήταν το πρώτο που έμαθα στην κιθάρα.
Άρα, όταν το 1993 έγινε γνωστό ότι στις 27 Ιουνίου θα έρχονταν στην Αθήνα, στο πλαίσιο της παγκόσμιας περιοδείας τους, το να είμαστε εκεί έγινε σκοπός ζωής. Ήταν ότι θα έπαιζαν και μέσα στο «σπίτι» μας, στη Νέα Σμύρνη – αν δεν πηγαίναμε θα το μετανιώναμε για μια ζωή. Ο πατέρας μου αν ζούσε, ακόμα θα μου το «χτυπούσε» που έδωσα 7.000 δραχμές από το χαρτζιλίκι μου «για αυτούς τους μαλλιάδες; Όντως σου αρέσει αυτό που ακούς;».
Αλλά με τον Γρηγόρη, τον Γιώργο και τον Άγγελο, μια παρέα 15χρονων του λυκείου, είχαμε αποφασίσει ότι δεν θα χάναμε αυτή τη συναυλία. Ότι και να γίνει, θα ήμασταν στο γήπεδο.
Πόσο αποφασισμένοι; Με τα σχολεία να έχουν κλείσει και ενώ είχα φύγει για διακοπές, το πρωινό της 27ης Ιουνίου επέστρεψα με το ΚΤΕΛ στην Αθήνα, πήγα στο σπίτι, πέρασα ένα 3ωρο ακούγοντας στο πικ-απ με ακουστικά κομμάτια των Metallica και μετά έφυγα για τη συναυλία.
Και, ειλικρινά, ήταν μια από τις στιγμές που έμειναν στην κατηγορία «αξέχαστες» μέσα στα σχολικά μου χρόνια – μαζί με την πενταήμερη και την πρώτη φορά που έκανα σεξ.
Τέσσερις φλώροι ανάμεσα σε χιλιάδες μαλλιάδες
Τι κι αν οι πόρτες του γηπέδου της Νέας Σμύρνης άνοιγαν στις 5 το απόγευμα; Μιάμιση ώρα πριν χιλιάδες βρίσκονταν απέξω, ανάμεσά τους κι εμείς, με τα καλοκαιρινά κουρεματάκια μου και τα σκισμένα τζην μας. Περιμέναμε υπομονετικά από την είσοδο στην οδό Ιωάννου Χρυσοστόμου (αν θυμάμαι καλά), η ζέστη να βαράει κόκκινο, δίπλα μας περίμεναν 20άρηδες και βαλε ηλικιάκα «μαλλιάδες» και εκεί γίνεται το πρώτο «λάθος».
Ένας αγουροξυπνημένος τύπος από την πολυκατοικία πίσω μας βγήκε να διαμαρτυρηθεί για τον θόρυβο – και τα μπουκαλάκια νερό έφυγαν βροχή στο μπαλκόνι του. Και όσο η ώρα περνούσε, τόσο μεγάλωνε η ανυπομονησία.
Κι όταν ένας μεγάλος σε ηλικία άνδρας εμφανίστηκε στις κερκίδες πάνω την πύλη που ήταν να μπούμε αλλά δεν άνοιξε τις πόρτες, το σύνθημα «παππού, παππού τον παίρνεις που και που» ακούστηκε μέχρι την πλατεία.
Τελικά η αναμονή τελείωσε λίγα λεπτά μετά τις 5 το απόγευμα και όλοι άρχισαν να τρέχουν για να μπουν πρώτοι μέσα. Δεν το κατάλαβα τότε – έπρεπε να περάσουν λίγα χρόνια ακόμα για να κατανοήσω πόσο σημαντικό είναι να βρίσκεσαι στα κάγκελα στο αγαπημένο σου συγκρότημα.
Η Λευκή Συμφωνία στο γήπεδο της Νέας Σμύρνης. (Πηγή: lefkisymphonia.gr)
Όταν η Λευκή Συμφωνία βγήκε στη σκηνή το γήπεδο ήταν κατάμεστο. Τίμιο το ελληνικό συγκρότημα, έστω κι αν οι περισσότεροι προτίμησαν να το περάσουν καθιστοί – κάποιοι τους πέταξαν και μερικά μπουκαλάκια αν θυμάμαι καλά.
Ωραίο ζέσταμα από τους Cult, που άναψαν λίγο το αίματα, έδωσαν πόνο στη σκηνή και σήκωσαν αρκετό κόσμο από τα γρασίδια. Ωστόσο όταν τα φώτα έσβησαν και ακούστηκαν οι ήχοι από το Creeping Death όλα είχαν τελειώσει – και κάπου εκεί «χαθήκαμε» σε έναν διαφορετικό μουσικό σύμπαν για τις επόμενες δύο ώρες.
Οι Metallica… έτρεξαν χιλιόμετρα πηγαίνοντας από τη μια άκρη της σκηνής της άλλης προσπαθώντας να «γκρεμίσουν» το γήπεδο, ο κόσμος έχυσε κιλά ιδρώτα από το ατελείωτο headbanging παρά την αποπνυκτική ατμόσφαιρα, στίχοι ακούγονταν μέσα σε ουρλιαχτά από κάθε πλευρά του γηπέδου και εμείς οι τέσσερις να κοιταζόμαστε με ύφος «μαλάκα μου, είμαστε εδώ».
Θυμάμαι όταν έπαιξαν οι τελευταίες νότες του Enter Sandman και τα φώτα άνοιξαν, με δυσκολία περπατούσα για να βγω από το στάδιο. Ένιωθα σαν να με είχαν δείρει και η διαδρομή μέχρι την πλατεία της Νέας Σμύρνης και τα Goody’s έμοιαζε ατελείωτη, με κόπο κρατούσα ίσιο το σώμα μου. Όμως το χαμόγελο δεν έλεγε να ξεκολλήσει από το πρόσωπό μου.
Τι κι αν μέχρι εκείνο το βράδυ είχα πάει και σε άλλα live; Στο μυαλό μου (μέχρι και σήμερα) αυτή είναι η πρώτη μου αληθινή συναυλία.
Δεν ξέρω αν η εμφάνισή τους στο ΟΑΚΑ στις 9 Μαΐου θα είναι το ίδιο καλή ή ακόμα καλύτερη με την πρώτη φορά που ήρθαν στην Αθήνα. Το εύχομαι, έστω κι αν δεν θα είμαι εκεί – άλλωστε μια φωνή μέσα μου ψιθυρίζει στο repeat «I’m too old for this shit».