Η ιστορία της μόδας είναι συχνά προϊόν τύχης, τολμηρών αποφάσεων και λανθασμένων επιλογών στην πασαρέλα. Η περίπτωση του Manolo Blahnik το 1971 είναι μία από αυτές.
Όταν ο Ισπανός σχεδιαστής κλήθηκε να δημιουργήσει τα υποδήματα για την επίδειξη του Ossie Clark στο Λονδίνο, η απειρία του οδήγησε σε ένα παραλίγο καταστροφικό λάθος: ξέχασε να τοποθετήσει ατσάλινες ενισχύσεις στα τακούνια.
Τα μοντέλα άρχισαν να τρέμουν και να παραπαίουν στην πασαρέλα, με τον Blahnik να πιστεύει ότι η καριέρα του είχε μόλις τελειώσει.
Ωστόσο, ο τύπος της εποχής ερμήνευσε την αστάθεια ως μια σκόπιμη καλλιτεχνική παρέμβαση, με τον διάσημο φωτογράφο Sir Cecil Beaton να την ονομάζει «έναν νέο τρόπο βαδίσματος».
Η πασαρέλα δεν είναι απλώς μια επίδειξη ρούχων, αλλά η κατασκευή μιας φαντασίωσης που ορίζει τους καιρούς
Αυτό το πράσινο σουέντ πέδιλο με τα διακοσμητικά φύλλα κισσού αποτελεί σήμερα έναν από τους θησαυρούς της έκθεσης Catwalk: The Art of the Fashion Show στο V&A Dundee, ένα έκθεμα που συμβολίζει την απρόβλεπτη φύση της δημιουργίας και τις ακόμα πιο απροσδόκητες συνέπειες της.
Η σημασία των επιδείξεων μόδας υπερβαίνει τη λάμψη των προβολέων και αγγίζει την ουσία της κατανάλωσης. «Η πασαρέλα επηρεάζει κάθε πράγμα που επιλέγουμε να φορέσουμε και ό,τι είμαστε σε θέση να αγοράσουμε, επομένως αυτό προσπαθούμε να αναδείξουμε αυτό» λέει στον Guardian η διευθύντρια του μουσείου, Leonie Bell.
Πασαρέλα όπως παραμύθι
Η έκθεση, που αποτελεί προϊόν συνεργασίας με το Μουσείο Design Vitra της Γερμανίας, υπογραμμίζει ότι η Σκωτία υπήρξε κεντρικό σκηνικό αυτής της διαδρομής. Από τις ιστορικές επιδείξεις του οίκου Dior στο Gleneagles το 1955 μέχρι την επιστροφή του στο Κάστρο Drummond το 2024, η περιοχή αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της παγκόσμιας σκηνής της μόδας.
Η διαδρομή ξεκινά από τα μέσα του 19ου αιώνα με την εμφάνιση των «mannequins vivants», των ζωντανών μανεκέν που χρησιμοποιούσαν οι οίκοι Worth και Paquin για να παρουσιάσουν τα σχέδιά τους στις γυναίκες της υψηλής κοινωνίας.
Καθώς ο 20ός αιώνας προχωρούσε, οι επιδείξεις μετακινήθηκαν από τα κλειστά σαλόνια σε χώρους «όπου συγκεντρώνεται ο κόσμος», όπως κήποι, υπερωκεάνια και ιπποδρομίες, μετατρέποντας το fashion show σε ένα πανίσχυρο εργαλείο μάρκετινγκ.
Η συν-επιμελήτρια της έκθεσης, Svetlana Panova, επισημαίνει ότι με την άνοδο των πολυεθνικών ομίλων πολυτελείας στα τέλη της δεκαετίας του 1980, «οι οίκοι μόδας έγιναν μέρος ενός μεγάλου χαρτοφυλακίου περιουσιακών στοιχείων, δεν αφορούσε πλέον μόνο τα ρούχα».
Οι επιδείξεις έγιναν ακόμη πιο φιλόδοξες, με σκοπό τη «δημιουργία της φαντασίωσης γύρω από το brand».
Στην ιστορία της μόδας υπάρχουν ελάχιστες στιγμές που μπορούν να χαρακτηριστούν πραγματικά ποιητικές και απρόσμενες, όμως το κλείσιμο της επίδειξης του Alexander McQueen για την Άνοιξη/Καλοκαίρι του 1999 ξεπερνά κάθε προηγούμενο.
Η στιγμή που η Shalom Harlow βρέθηκε αντιμέτωπη με τα βιομηχανικά ρομπότ δεν ήταν απλώς μια παρουσίαση ρούχων, αλλά μια συγκλονιστική παράσταση που επαναπροσδιόρισε τη σχέση της τεχνολογίας με την μόδα. Ένα στιγμιότυπο που μπορεί να περιγραφεί μόνο ως ένα έργο τέχνης των παραστατικών τεχνών, το φινάλε του σόου του McQueen είδε την 25χρονη Harlow να παραδίνεται «στο έλεος δύο ρομποτικών βραχιόνων».
Καθώς περιστρεφόταν πάνω σε μια πλατφόρμα, θυμίζοντας μια αγαλματένια και χαριτωμένη μπαλαρίνα, το απλό λευκό της φόρεμα από συγκεντρωμένο τούλι και τα μακριά, κομψά άκρα της λειτούργησαν ως καμβάς. Ήταν ένας καμβάς πάνω στον οποίο εκτυλίχθηκε το όραμα του Lee Alexander McQueen, σε μια χορογραφία που ακροβατούσε ανάμεσα στην επιθετικότητα και την ομορφιά.
Σε μια επίδειξη τεχνικής και συναισθήματος, το κίτρινο και το μαύρο χρώμα «επιτέθηκαν, χρωμάτισαν και μεταμόρφωσαν» το λευκό ένδυμα της Harlow
Οι ρομποτικοί βραχίονες, που συνήθως συναντώνται σε γραμμές παραγωγής αυτοκινήτων, απέκτησαν μια σχεδόν ανθρώπινη υπόσταση καθώς εκτόξευαν μπογιά πάνω στο μοντέλο.
Η μεταμόρφωση του φορέματος σε πραγματικό χρόνο δεν ήταν απλώς μια επίδειξη τεχνολογίας, αλλά μια βαθιά καλλιτεχνική δήλωση για τη δημιουργία και την καταστροφή, επιβεβαιώνοντας τη θέση του McQueen ως ενός από τους σημαντικότερους οραματιστές της σύγχρονης εποχής.
Κάθε λεπτομέρεια μιας επίδειξης, από την πρόσκληση μέχρι το σκηνικό, είναι σχεδιασμένη για να προκαλεί αίσθηση. Μόλις λίγα πλάνα από την επίδειξη του Karl Lagerfeld για τη συλλογή Φθινόπωρο/Χειμώνας 2018 για τον οίκο Chanel, στην οποία ένας ειδικά κατασκευασμένος πύραυλος με το εμπορικό σήμα Chanel εκτοξεύτηκε στο Grand Palais στο Παρίσι άλλωστε το επιβεβαιώνει.
«Οι επιδείξεις μόδας επηρεάζουν κάθε τι που επιλέγουμε να φορέσουμε, ακόμα κι αν δεν βρεθήκαμε ποτέ στην πρώτη σειρά»
Κάθε λεπτομέρεια μιας επίδειξης μόδας είναι κομμάτι της προωθητικής στρατηγικής μιας μπράντας -συμπεριλαμβανομένων των προσκλήσεων στην πασαρέλα.
Στην έκθεση εκτίθεται η πρόσκληση της Lacoste για το φθινόπωρο/χειμώνα 2024, φτιαγμένη από φιλέ του τένις, το πρόσφατο κολάρο του Jonathan Anderson για τον Dior και ένα πορτοφόλι σχεδόν σαν χρησιμοποιημένο, πολυκαιρισμένο.
Μέσα σε αυτό υπάρχουν έγγραφα ταυτοποίησης, αποδείξεις και κέρματα. Το πορτοφόλι ήταν πρόσκληση για μια επίδειξη Balenciaga την εποχή που ο γεωργιανός σχεδιαστής μόδας Demna Gvasalia ήταν ο επαναστάτης στη δημιουργική διεύθυνση του οίκου.
Από το άρωμα μούχλας του Balenciaga μέχρι τους πυραύλους της Chanel, η μόδα χρησιμοποιεί κάθε αίσθηση για να διηγηθεί μια ιστορία
Στην έκθεση υπάρχει και ένα σετ εικονικής πραγματικότητας από την παρσαρέλα του για την πανδημία τον Δεκέμβριο του 2020 – το VR kit συνοδεύεται από ένα vintage λεκιασμένο φάκελο.
«Έχει χαρακτηριστική μυρωδιά», λέει η Panova. «Είναι φτιαγμένος για να μυρίζει σκόνη και μούχλα… [σε] κάνει να σκέφτεσαι χρήματα, εξουσία και αίμα – οπότε δεν ήταν ένα ευχάριστο άρωμα, αλλά κάτι ανησυχητικό που έγινε κομμάτι της εμπειρίας, αναπόσπαστο στοιχείο της δυστοπικής πασαρέλας του».
Παρά την φαινομενική αυτή ελιτίστικη προσέγγιση, η έκθεση καταλήγει σε μια πιο δημοκρατική διαπίστωση. Εστιάζοντας στο δημιουργικό χάος των παρασκηνίων, αναδεικνύει ότι «κανείς δεν εργάζεται σε απομόνωση», καθώς οι σχεδιαστές συνεργάζονται στενά με μακιγιέρ, φωτογράφους και κομμωτές.
«Αυτό που συμβαίνει στην πασαρέλα δεν είναι μια απομονωμένη στιγμή, αλλά μια διαδικασία που ανταποκρίνεται και ταυτόχρονα διαμορφώνει τον πολιτισμό, τοποθετώντας μας όλους στη λίστα των καλεσμένων» καταλήγει η Bell.