Ιδιαίτερα ευάλωτοι στη λεϊσμανίωση είναι οι σκύλοι και το παράσιτο μεταφέρεται από το τσίμπημα μολυσμένων σκνιπών.
«Η λεϊσμανίωση αποτελεί μία από τις σημαντικότερες παρασιτικές ασθένειες του σκύλου στη Μεσόγειο και ιδιαίτερα στην Ελλάδα. Παρά το γεγονός ότι είναι γνωστή εδώ και δεκαετίες, εξακολουθεί να αποτελεί σοβαρή απειλή τόσο για την υγεία των ζώων όσο και για τη δημόσια υγεία», επισημαίνει ο κτηνίατρος, Ευστράτιος Τούμπας.
Ως κτηνίατροι, τονίζει ο κ. Τούμπας, βλέπουμε συχνά περιστατικά που θα μπορούσαν να είχαν προληφθεί ή να είχαν διαγνωστεί νωρίτερα.
Ένας σκύλος, μπορεί να είναι μολυσμένος χωρίς έντονα συμπτώματα
Η πρόληψη με απωθητικά σκευάσματα είναι απαραίτητη
Η σωστή ενημέρωση των ιδιοκτητών, υπογραμμίζει ο κ. Τούμπας, είναι από τα σημαντικότερα «εργαλεία» που διαθέτουμε. Καθώς η λεϊσμανίωση είναι νόσος που, μπορεί να ελεγχθεί πολύ πιο αποτελεσματικά, όταν υπάρχει πρόληψη, τακτικός έλεγχος και έγκαιρη παρέμβαση.
Τι είναι η λεϊσμανίωση;
«Η λεϊσμανίωση προκαλείται από το πρωτόζωο Leishmania infantum. Μεταδίδεται κυρίως μέσω του τσιμπήματος των φλεβοτόμων, των μικρών δηλαδή αιμομυζητικών εντόμων που είναι γνωστά ως sandflies. Ο σκύλος αποτελεί τον κύριο ξενιστή του παρασίτου στις ενδημικές περιοχές, παίζοντας κεντρικό ρόλο στη διατήρηση και εξάπλωσή του», περιγράφει ο κ. Τούμπας.
Συνεχίζει λέγοντας ότι πρόκειται για χρόνια, πολυσυστηματική και δυνητικά θανατηφόρα νόσο.
Η λοίμωξη δεν σημαίνει πάντα άμεση εμφάνιση κλινικής νόσου. Πολλοί σκύλοι, μπορεί να παραμείνουν υποκλινικοί για μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ άλλοι εκδηλώνουν προοδευτικά σοβαρά συμπτώματα. Ανάλογα με την ανοσολογική τους απόκριση και το παρασιτικό φορτίο.
Γιατί η λεϊσμανίωση εμφανίζεται μόνιμα στην Ελλάδα;
Η Ελλάδα, αναφέρει ο κ. Τούμπας, συγκαταλέγεται στις ενδημικές χώρες της λεϊσμανίωσης, όπως και μεγάλο μέρος της λεκάνης της Μεσογείου. Οι κλιματικές συνθήκες ευνοούν τη δραστηριότητα των φλεβοτόμων, ενώ η ασθένεια παραμένει σταθερά παρούσα τόσο σε αστικές όσο και σε ημιαστικές, αλλά και αγροτικές περιοχές.
Παράλληλα, διεθνείς μελέτες από ερευνητικά κέντρα και πανεπιστήμια της Ευρώπης, της Βόρειας και Νότιας Αμερικής έχουν δείξει ότι η νόσος επεκτείνεται γεωγραφικά, επηρεαζόμενη από την κλιματική αλλαγή, τις μετακινήσεις ζώων και τις αλλαγές στα οικοσυστήματα των εντόμων-φορέων.
Με απλά λόγια, η λεϊσμανίωση δεν είναι ένα παλιό, στατικό πρόβλημα, αλλά ένα σύγχρονο και εξελισσόμενο ζήτημα κτηνιατρικής και δημόσιας υγείας.
Τα συμπτώματα που, μπορεί να εμφανίσει ένας σκύλος
Η λεϊσμανίωση, σύμφωνα με τον κ. Τούμπα, χαρακτηρίζεται από μεγάλη ποικιλομορφία στην κλινική της εικόνα. Μπορεί να ξεκινήσει ύπουλα και να εξελίσσεται αργά, γεγονός που συχνά καθυστερεί την αναγνώρισή της από τον ιδιοκτήτη.
Συχνά κλινικά ευρήματα είναι:
● απώλεια βάρους και σταδιακή καχεξία,
● δερματολογικές αλλοιώσεις, όπως αλωπεκία, απολέπιση, ξηροδερμία και έλκη,
● γενικευμένη ή περιφερική λεμφαδενοπάθεια,
● υπερκεράτωση, ιδιαίτερα στη ρινική περιοχή και στα πέλματα,
● ονυχογρύπωση, δηλαδή υπερβολική ανάπτυξη των νυχιών,
● οφθαλμικές αλλοιώσεις,
● επεισόδια ρινικής αιμορραγίας,
● χωλότητα ή μυοσκελετική δυσφορία σε ορισμένες περιπτώσεις,
● νεφρική συμμετοχή, η οποία αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα και σοβαρότερα στοιχεία της νόσου.
Σε αρκετούς ασθενείς, ειδικά στα αρχικά στάδια, τα συμπτώματα, μπορεί να είναι ήπια ή μη ειδικά.
Αυτός είναι και ο λόγος, τονίζει ο κτηνίατρος, που ο προληπτικός έλεγχος έχει τόσο μεγάλη αξία, ακόμη και όταν ο σκύλος φαίνεται κλινικά υγιής.
Πώς γίνεται η διάγνωση;
Η διάγνωση της λεϊσμανίωσης, κάνει ξεκάθαρο ο κ. Τούμπας, δεν βασίζεται σε ένα μόνο στοιχείο, αλλά στον συνδυασμό ιστορικού, κλινικής εικόνας και εξειδικευμένων εργαστηριακών εξετάσεων.
Στην καθημερινή κλινική πράξη, η διερεύνηση, μπορεί να περιλαμβάνει:
● ορολογικές εξετάσεις, όπως IFAT ή ELISA, για την ανίχνευση αντισωμάτων,
● PCR για ανίχνευση γενετικού υλικού του παρασίτου, σε κατάλληλα δείγματα,
● γενική αίματος, βιοχημικό έλεγχο και εξέταση ούρων, ώστε να εκτιμηθεί η συστηματική επίδραση της νόσου, ιδίως στη νεφρική λειτουργία,
● ποσοτικοποίηση πρωτεϊνών, ηλεκτροφόρηση ή πρόσθετο έλεγχο όπου ενδείκνυται.
Η σύγχρονη προσέγγιση δίνει ιδιαίτερη σημασία όχι μόνο στο αν ένας σκύλος έχει έρθει σε επαφή με το παράσιτο. Αλλά και στο αν έχει αναπτύξει ενεργό νόσο, σε ποιο στάδιο βρίσκεται και ποια όργανα έχουν επηρεαστεί.
Υπάρχει θεραπεία;
«Η λεϊσμανίωση είναι νόσος που αντιμετωπίζεται, αλλά δεν μιλάμε συνήθως για πλήρη εκρίζωση του παρασίτου από τον οργανισμό», υπογραμμίζει ο κ. Τούμπας.
Ο στόχος της θεραπευτικής αγωγής, διευκρινίζει, είναι η μείωση του παρασιτικού φορτίου και η ύφεση των κλινικών συμπτωμάτων. Αλλά και η σταθεροποίηση των εργαστηριακών διαταραχών και η βελτίωση της ποιότητας ζωής του ζώου.
Ανάλογα με το περιστατικό, μπορεί να χρησιμοποιηθούν ειδικά αντιλεϊσμανιακά πρωτόκολλα και υποστηρικτική αγωγή, πάντοτε με βάση την κλινική εικόνα και τη νεφρική κατάσταση του ασθενούς.
Πολλά ζώα ανταποκρίνονται ικανοποιητικά, όμως απαιτείται στενή παρακολούθηση, επανέλεγχος και ενημέρωση του ιδιοκτήτη ότι η νόσος, μπορεί να υποτροπιάσει.
Γιατί η πρόληψη είναι τόσο σημαντική;
Η πρόληψη, επισημαίνει ο κ. Τούμπας, είναι το ουσιαστικότερο μέτρο απέναντι στη λεϊσμανίωση. Όσο καλύτερα προστατεύουμε τον σκύλο από τα τσιμπήματα των φλεβοτόμων, τόσο μειώνουμε την πιθανότητα μόλυνσης.
Οι διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες συγκλίνουν στο ότι η αποτελεσματική πρόληψη πρέπει να είναι πολυπαραγοντική. Δηλαδή, να περιλαμβάνει τα εξής:
Αντιπαρασιτική προστασία με απωθητική δράση
Η συστηματική χρήση εξωπαρασιτοκτόνων με απωθητική δράση έναντι των φλεβοτόμων αποτελεί την πρώτη γραμμή άμυνας.
Περιλαίμια και spot-on σκευάσματα που περιέχουν κατάλληλες δραστικές ουσίες μπορούν να μειώσουν σημαντικά τα τσιμπήματα από τα έντομα-φορείς.
Η εφαρμογή τους πρέπει να γίνεται σωστά, με συνέπεια και σύμφωνα με τις οδηγίες του κτηνιάτρου και του κατασκευαστή.
Στην Ελλάδα, λόγω κλίματος, η προστασία συχνά χρειάζεται να καλύπτει μεγάλο μέρος του έτους και, σε αρκετές περιπτώσεις, πρακτικά όλο τον χρόνο.
Εμβολιασμό όπου ενδείκνυται
Ο εμβολιασμός κατά της λεϊσμανίωσης αποτελεί σημαντικό συμπληρωματικό εργαλείο πρόληψης. Δεν αντικαθιστά τα απωθητικά μέτρα, ούτε προσφέρει απόλυτη προστασία, αλλά συμβάλλει στη μείωση του κινδύνου εμφάνισης κλινικής νόσου σε εκτεθειμένους σκύλους.
Η επιλογή εμβολιασμού πρέπει να γίνεται μετά από κλινική αξιολόγηση και κατάλληλο έλεγχο, σύμφωνα με το ιστορικό, την ηλικία, τον τρόπο ζωής και την περιοχή διαβίωσης του ζώου.
Ετήσιο ή και συχνότερο προληπτικό έλεγχο
Ο τακτικός αιματολογικός και ορολογικός έλεγχος είναι ιδιαίτερα σημαντικός, ειδικά σε περιοχές υψηλού κινδύνου.
Ένας σκύλος, μπορεί να μολυνθεί χωρίς να εμφανίζει αμέσως εμφανή συμπτώματα.
Ο έγκαιρος εντοπισμός μάς δίνει τη δυνατότητα στενότερης παρακολούθησης και έγκαιρης παρέμβασης πριν εγκατασταθούν σοβαρές οργανικές βλάβες.
Πρακτικά μέτρα στην καθημερινότητα
Εκτός από τα φαρμακευτικά προληπτικά μέτρα, βοηθούν και απλές πρακτικές στην καθημερινότητα, όπως:
● περιορισμός της παραμονής των σκύλων σε εξωτερικούς χώρους κατά τις ώρες υψηλής δραστηριότητας των φλεβοτόμων, ιδιαίτερα από το σούρουπο έως τη νύχτα,
● χρήση σιτών ή άλλων μέτρων προστασίας σε χώρους διαμονής,
● συζήτηση με τον κτηνίατρο για εξατομικευμένο πλάνο πρόληψης, ειδικά για ζώα που ζουν σε κήπους, ταξιδεύουν συχνά ή βρίσκονται σε περιοχές με αυξημένη εντομολογική επιβάρυνση.
Η λεϊσμανίωση αφορά και τη δημόσια υγεία;
Ναι. Η λεϊσμανίωση, τονίζει ο κ. Τούμπας, είναι ζωονόσος. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος μολύνεται άμεσα από τον σκύλο με απλή επαφή. Η μετάδοση γίνεται μέσω του φλεβοτόμου.
Παρ’ όλα αυτά, ο έλεγχος της νόσου στον σκύλο αποτελεί ουσιαστικό μέρος της συνολικής στρατηγικής για τη μείωση του κινδύνου στον άνθρωπο, ιδιαίτερα σε ενδημικές περιοχές. Με αυτόν τον τρόπο, η υπεύθυνη κτηνιατρική πρόληψη δεν προστατεύει μόνο το ζώο, αλλά συμβάλλει και στη συλλογική υγειονομική ασφάλεια.
Τι πρέπει να θυμούνται οι ιδιοκτήτες
Ο κτηνίατρος δίνει χρήσιμες πληροφορίες.
• Η λεϊσμανίωση, μπορεί να προσβάλει σοβαρά πολλά συστήματα του οργανισμού, κυρίως όμως είναι νόσος που συχνά επιβαρύνει τους νεφρούς.
• Ένας σκύλος, μπορεί να είναι μολυσμένος χωρίς έντονα συμπτώματα.
• Η πρόληψη με απωθητικά σκευάσματα είναι απαραίτητη.
• Ο εμβολιασμός, όταν ενδείκνυται, προσφέρει επιπλέον προστασία, αλλά δεν υποκαθιστά τα υπόλοιπα μέτρα.
• Ο ετήσιος προληπτικός έλεγχος είναι πολύτιμος, ιδιαίτερα σε χώρες, όπως η Ελλάδα.
Συμπέρασμα
Η λεϊσμανίωση, λέει ο κ. Τούμπας, δεν είναι απλώς ακόμη μία παρασιτική ασθένεια. Είναι μία σύνθετη, χρόνια και δυνητικά απειλητική νόσος για τη ζωή, η οποία όμως σε σημαντικό βαθμό, μπορεί να προληφθεί.
Με σωστή ενημέρωση, συνεπή εξωπαρασιτική προστασία, κατάλληλο εμβολιασμό όπου ενδείκνυται και τακτικό κτηνιατρικό έλεγχο, μπορούμε να μειώσουμε ουσιαστικά τον κίνδυνο για τους σκύλους μας.
Τέλος, ο κ. Τούμπας υπογραμμίζει: «Στην κτηνιατρική πράξη, η πρόληψη δεν είναι απλώς καλύτερη από τη θεραπεία. Στην περίπτωση της λεϊσμανίωσης, είναι συχνά το πιο αποτελεσματικό μέτρο που έχουμε στα χέρια μας».
Ο κτηνίατρος, Ευστράτιος Τούμπας
⃰ Ο κύριος Ευστράτιος Τούμπας είναι κτηνίατρος με κλινική εμπειρία σε μικρά και παραγωγικά ζώα, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην παθολογία, τα λοιμώδη νοσήματα και τη χειρουργική μικρών ζώων.
Έχει εργαστεί σε Ελλάδα και εξωτερικό, ενώ από το 2026 είναι συνιδρυτής της κτηνιατρικής κλινικής Elite Vets στην Αθήνα.
Παράλληλα, έχει ξεκινήσει μεταπτυχιακή εξειδίκευση στην Ογκολογία Μικρών Ζώων, διευρύνοντας περαιτέρω την επιστημονική του κατάρτιση.
Ο Γιάννης Καλαβριανός περιγράφει τις ταραγμένες ημέρες της ζωής των πέντε ηρώων, που θα άλλαζαν μια για πάντα την ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας τρόμου.
Σύνταξη
WIDGET ΡΟΗΣ ΕΙΔΗΣΕΩΝΗ ροή ειδήσεων του in.gr στο site σας